«Για πες κάτι ωραίο που σου έχει συμβεί…»

«Για πες κάτι ωραίο που σου έχει συμβεί αυτές τις μέρες», μου είπε ο οδηγός του ταξί, αιφνιδιάζοντάς με εκείνο το πρωί. «Ειδικά αυτή την εποχή; Τι να σας πω… δύσκολα μου βάζετε…», του απάντησα μέσα από τη μάσκα μου. Κι επειδή η πείρα μου μού λέει ότι, συζητώντας με οδηγό ταξί, δεν τις γλυτώνεις τις φιλοσοφικές αναρωτήσεις (τι είν’ η ζωή… τι είν’ ο άνθρωπος… τι στο καλό κάνει αυτός ο μπροστινός και δεν ξεκινάει – «Πράσινο, ρε μπαγλαμααά!»), απλά σιώπησα και περίμενα.

«Ξέρεις, τους προηγούμενους μήνες ρωτούσα τους πελάτες τι κάνουν, κι έπαιρνα συνέχεια την ίδια απάντηση. Όλοι πιεσμένοι, ανήσυχοι με τον κορονοϊό… Γι’ αυτό είπα κι εγώ “Θ’ αλλάξω την ερώτηση”! Για πες, λοιπόν: Έχεις κάτι ωραίο να μου διηγηθείς;». Χαμογέλασα. Δεν είχα κάτι συγκλονιστικά ωραίο να του πω. Αντ’ αυτού, είπα ότι μου αρκούσε που ήμουν καλά και που ακόμα είχαμε ηλιόλουστες μέρες που, όσο να ’ναι, σου φτιάχνουν κάπως τη διάθεση.

Δεν επέμεινε. Με άφησε στην ησυχία μου, συνεχίζοντας να σιγοντάρει χαμηλόφωνα τον Σπύρο Ζαγοραίο στο ραδιόφωνο «Είχα ένα ριγέ σακάκι διπλοσταυροκουμπωτό / το φορούσα με μεράκι σαν ερχόμουν να σε δω»…

Δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ: «Μα, όντως, δεν συμβαίνει τίποτα ωραίο, ρε παιδί μου;». Το κλειδί μάλλον βρίσκεται στο τι αξιολογεί ο καθένας ως “ωραίο” στη ζωή του. Για κάποιον, “ωραίο” μπορεί να είναι το να αγοράσει ένα ακριβό αμάξι, για άλλον μια έξοδος σε ένα κυριλάτο μαγαζί, για άλλον απλά ένα μήνυμα στο κινητό που θα τον κάνει να χαμογελάσει…

Συζητώντας με τον Δημήτρη Γκοτσόπουλο για το αν νιώθει καλά τώρα πια, έχοντας ζήσει μια ζωή που δεν ήταν πάντα εύκολη, εκείνος μου απάντησε ότι απολαμβάνει εκείνα τα 10-15 λεπτά ηρεμίας πριν φύγει για τη δουλειά, όταν πίνει το καφεδάκι του στο σπίτι, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Κι όμως, ναι – επέλεξε αυτό, ενώ θα μπορούσε να μου περιγράψει δεκάδες άλλα «στιγμιότυπα ευτυχίας-επιτυχίας»…

Σκέφτηκα, λοιπόν, ένα κορίτσι που μοιράζει διαφημιστικά φυλλάδια στον σταθμό του μετρό του Αγίου Δημητρίου. Την πετύχαινα πάντα την ώρα που ανέβαινα τις σκάλες βάζοντας αντισηπτικό, γι’ αυτό και ποτέ δεν έπαιρνα φυλλάδιο. Κάθε φορά μου χαμογελούσε απογοητευμένα, αλλά με κατανόηση, γιατί λόγω COVID-19 είχε συνηθίσει να την προσπερνούν όλοι βιαστικά.

Πριν από καμιά εβδομάδα, ανεβαίνοντας τις σκάλες, την ξαναπέτυχα. «Δεν έβαλα επίτηδες αντισηπτικό», της είπα συνωμοτικά, «αποφάσισα ότι σήμερα θα το πάρω το φυλλάδιο!». «Αλήθεια;;; Αχ, σ’ ευχαριστώ!», φώναξε με ενθουσιασμό. Ήταν σαν κάποιος ξαφνικά «να την υπολόγισε», κι αυτό φάνηκε να της είναι πολύ σημαντικό. Από εκείνη τη μέρα, δεν ξαναπροσπάθησε ποτέ να μου δώσει φυλλάδιο. Μόνο με χαιρετά εγκάρδια – είμαστε “φίλες” πια.

Ορίστε κάτι πραγματικά ωραίο που μου έχει συμβεί. Αλλά πού να ξαναβρώ τον οδηγό ταξί να του το πω…

Μαρία Λυσάνδρου
m.lysandrou@tpb.gr



Abbvie
GSK