Κάποιος θα με σκέφτεται…

«Κάθε φορά που βλέπω την ώρα και είναι 11:11, λέω στον εαυτό μου “κάποιος θα με σκέφτεται”…», μου εκμυστηρεύτηκε κάποτε ένας πολύ δικός μου άνθρωπος. Αυτόματα συνειδητοποίησα ότι, αν πετύχω ίδιους αριθμούς κοιτάζοντας την ώρα, παραδόξως το θεωρώ κι εγώ κάτι σαν μια ιδιότυπη «τυχερή στιγμή». Σουρεάλ, το ξέρω.

Όχι, δεν είμαι τύπος που ασχολείται με τα μεταφυσικά. Αλλά παραδέχομαι ότι, μερικές φορές, είναι λυτρωτικό το να σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει πάντα μια λογική εξήγηση για όλα… Ωστόσο, αυτή η παράδοξη ερμηνεία των «τυχερών αριθμών» μάλλον εξηγείται.

Aν είναι ένα πράγμα σίγουρο στις σύγχρονες κοινωνίες, αυτό είναι το ότι, στην ουσία, οι περισσότεροι είμαστε –ή νιώθουμε– μόνοι μας. Ακόμα κι αν στη δουλειά είμαστε μαζί με άλλους δέκα ανθρώπους, ακόμα κι αν στο σπίτι υπάρχει ολόκληρη οικογένεια.

Κι αυτό συνήθως το αντιλαμβανόμαστε σ’ εκείνα τα μικρά “κενά” στο πρόγραμμά μας, εκεί που μένουμε για λίγο εμείς και ο εαυτός μας: σ’ εκείνο το εικοσάλεπτο στο αυτοκίνητο πηγαίνοντας στη δουλειά, σ’ εκείνο το τέταρτο στο μετρό ή το λεωφορείο, σ’ εκείνο το πεντάλεπτο που στεκόμαστε στην ουρά στο σουπερμάρκετ, σ’ εκείνο το δεκάλεπτο που περιμένουμε στην καφετέρια τον φίλο που μας έχει στήσει.

Δεν ξέρω αν αυτό το “μόνοι” είναι δική μας επιλογή, αν είναι θέμα χαρακτήρα (για κάποιους τουλάχιστον) ή αν είναι ένας μηχανισμός άμυνας απέναντι σε γεγονότα και συμπεριφορές που δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε. Αυτό που ξέρω είναι ότι, ακόμα κι αν αυτή η “απομόνωση” συχνά μας βολεύει, στην πραγματικότητα όλοι έχουμε ανάγκη από μια ουσιαστική επαφή. Από μια επικοινωνία “ψυχής” με κάποιον – είτε φίλο, είτε σύντροφο, είτε μέντορα…

Κι επειδή, τις περισσότερες φορές, η συνείδησή μας παίζει παιχνίδια με το μυαλό μας, αυτή η ανάγκη έρχεται στην επιφάνεια καμουφλαρισμένη με διάφορους τρόπους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως μια τυχερή ακολουθία αριθμών στο ρολόι μας: «22:22 η ώρα. Κάποιος θα με σκέφτεται…». Ή πιο σωστά: «Ας με σκεφτόταν τώρα κάποιος. Κι ας μου το ’δειχνε…».

Το βάρυνα πολύ, θα μου πείτε. Κι όμως, όχι. Είναι αξιοθαύμαστο το πώς εφευρίσκουμε τρόπους για να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας τις βαθύτερες ανάγκες του. Το θέμα εδώ είναι πώς αξιοποιούμε, τελικά, αυτή την “υπενθύμιση”: Κάνουμε κάτι γι’ αυτήν ή την ξανα-καταχωνιάζουμε μέσα μας, μέχρι την επόμενη φορά που η συνείδησή μας θα μας «χτυπήσει καμπανάκι» με κάποιον άλλον απίθανο τρόπο;

00:00 η ώρα. Κάποιος θα σε σκέφτεται. Μήπως να έστελνες ένα μήνυμα, να Επικοινωνούσες, αντί να κάθεσαι να απορείς; Γιατί ποτέ δεν ξέρεις αν, αυτή την ώρα, κοιτάζει και κάποιος άλλος το ρολόι.

Μαρία Λυσάνδρου
m.lysandrou@tpb.gr