Κάτι κόκκινο…

Είναι κάποιες περίοδοι που έχουν περάσει στη συνείδησή μας ως “ασπρόμαυρες”: οι δεκαετίες του ’40 και του ’50, έτσι όπως τις γνωρίσαμε από τον ελληνικό κινηματογράφο, οι μέρες του Πολυτεχνείου το ’73… Λες και τα χρώματα δεν ταίριαζαν με τη φτώχεια και την κοινωνική ισοπέδωση μετά την Κατοχή, ούτε με τις “εμπόλεμες” εικόνες με τους φοιτητές και τα τανκς στην Πατησίων.

Αυτή την αίσθηση είχα και για τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, τότε που πολύς κόσμος έχανε τη δουλειά του, που οι νέοι μετανάστευαν για να έχουν “ένα κάποιο μέλλον”, που άνθρωποι έμεναν κυριολεκτικά στον δρόμο επειδή τους έπαιρναν το σπίτι. “Αυτή η περίοδος στο μυαλό μου θα είναι πάντα ασπρόμαυρη”, είχα σκεφτεί ένα βράδυ.

Μετρώντας, αισίως, πάνω από 20 μέρες σε καραντίνα, σήμερα το πρωί σκέφτηκα ακριβώς το ίδιο, κοιτάζοντας τον άδειο δρόμο κάτω από το μπαλκόνι μου: Ο Μάρτης και ο Απρίλης του 2020 θα είναι ασπρόμαυροι. Ίσως και ο Μάης. Όχι επειδή μας κατέβαλε η φτώχεια (αυτό, ενδεχομένως, θα μας απασχολήσει αργότερα…), όχι επειδή μας επιτέθηκαν τα τανκς. Αλλά επειδή η ζωή μας μπήκε “σε αναμονή”, ενώ έξω είναι χαρά Θεού, ο καιρός “ανοίγει”, τα λουλούδια ανθίζουν – ένα πολύχρωμο φόντο μιας ασπρόμαυρης ιστορίας.

Το απόγευμα, στο σουπερμάρκετ, ενώ περιμέναμε στην ουρά επτά άτομα, έρχεται μια ηλικιωμένη κυρία. Φοράει μάσκα, βλέπω μόνο τα μάτια της. Κι ενώ προχωρά για να σταθεί στο τέλος της ουράς, ο νεαρός στην είσοδο του καταστήματος ρωτάει δειλά: “Να δώσουμε στην κυρία προτεραιότητα;”. Συμφωνούμε όλοι, εκείνη επιμένει να σταθεί τελευταία, εμείς επιμένουμε να περάσει πρώτη… Τελικά υποχωρεί. Προχωρά με δυσκολία και, ένα βήμα πριν την είσοδο, γυρίζει προς εμάς. Βλέπω τα μάτια της και πάλι – κλαίει. “Σας ευχαριστώ όλους… Να είστε γεροί, παιδιά μου, να είστε γεροί…”.

Δεν έχω δει τίποτα πιο συγκλονιστικό. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία προφανώς δεν είχε άλλη επιλογή από το να έρθει η ίδια να ψωνίσει, ρισκάροντας την εμφανώς κλονισμένη υγεία της, έγινε ξαφνικά η “γιαγιά” όλων μας. Και έδωσε αυτόματα μεγαλύτερο νόημα σ’ αυτόν τον κατ’ οίκον περιορισμό που νιώθουμε να μας καταπιέζει. Σκέφτηκα αυτά τα γεμάτα ευγνωμοσύνη δάκρυα, επειδή κάναμε γι’ αυτήν απλά το αυτονόητο. Θα έπρεπε να είναι το ίδιο αυτονόητο και το να καθίσουμε κάποιες βδομάδες στο σπίτι μας, χωρίς να μας τρώει η γκρίνια και η μιζέρια. Γι’ αυτή τη γυναίκα και για όσους είναι σαν εκείνη.

Κοίταξα τους υπόλοιπους. Το ζευγάρι πίσω μου αγκαλιάστηκε, ένας κύριος πιο πέρα έσκυψε για να κρύψει τη συγκίνησή του. Και, τότε, εκείνη η ασπρόμαυρη σκέψη άλλαξε. Έγινε σαν εκείνους τους μοντέρνους πίνακες που, ενώ είναι ασπρόμαυροι, έχουν κάπου κάτι κόκκινο. Μια σύνθεση λουλουδιών με ένα μοναδικό κόκκινο τριαντάφυλλο, ένα λονδρέζικο τοπίο με έναν κόκκινο τηλεφωνικό θάλαμο – μια ουρά με επτά ασπρόμαυρους ανθρώπους σε ένα σουπερμάρκετ, με κόκκινες καρδιές…

Μαρία Λυσάνδρου
m.lysandrou@tpb.gr



Abbvie
GSK