“Με συγχωρείτε για το κορνάρισμα…”

Πώς μπορούν δύο περιστατικά, την ίδια μέρα, να σε κάνουν να χαμογελάσεις, όσο χάλια κι αν είσαι…

Δεν ήμουν πολύ στα καλά μου εκείνη τη μέρα· ήμουν ξενυχτισμένη, έκανα ανήσυχο ύπνο, σηκώθηκα με το ζόρι. Και μόνο η σκέψη να περπατήσω μέχρι το μετρό και να στριμωχτώ σ’ ένα βαγόνι για 11 στάσεις, μου έφερνε ζαλάδα. “Δεν βαριέσαι, θα πάρω ταξί”. Πετυχαίνω έναν κυριούλη μεγάλης ηλικίας, ο οποίος το πήγαινε με 40 χλμ/ώρα – στην καλύτερη. Κορναρίσματα από πίσω, φασαρία, κακό…

Σε κάποια στιγμή, το αυτοκίνητο από πίσω κάνει έναν κινηματογραφικό ελιγμό και έρχεται δίπλα μας. “Αυτό ήταν, τώρα θα μας βρίσει”, σκέφτομαι και σκύβω πιο πολύ στο βιβλίο μου, λες κι έτσι θα σωζόμουν από το ρεζιλίκι. Κι ενώ έχω προετοιμαστεί ψυχολογικά ν’ ακούσω φωνές, βλέπω τον διπλανό οδηγό, έναν τύπο με ξυρισμένο κεφάλι που δεν τον έλεγες και “φιλήσυχη” φυσιογνωμία, να έχει κατεβάσει το τζάμι και να λέει στον κυριούλη: “Με συγχωρείτε για το κορνάρισμα… Νόμιζα ότι δεν είδατε το πράσινο… Καλημέρα σας!”.

Υμηττού και Ηλιουπόλεως γωνία, 9:30 το πρωί. Σουρεάλ; Κι όμως…

Ίδια μέρα, απόγευμα. Είμαι στο μετρό. Στον “Νέο Κόσμο”, μπαίνουν μέσα μια κοπέλα με ένα κοριτσάκι 3-4 χρονών. Η μαμά κάθεται απέναντί μου, το κοριτσάκι δίπλα μου. Το βλέπω με την άκρη του ματιού μου να με παρατηρεί. Ίσια καστανά μαλλάκια, φοράει μια στέκα με ροζ φιογκάκι και ένα φορεματάκι λευκό με δαντελίτσα. Για κάποιον λόγο, μου θυμίζει τον εαυτό μου, μικρή.

Με κοιτάει, με κοιτάει… ώσπου δεν αντέχει: “Πώς σε λένε;”, με ρωτάει με την κελαριστή φωνούλα της. Η μαμά της τής κάνει νόημα να μη με ενοχλεί. “Μαρία”, της λέω, “εσένα;”. “Φιλαρέτη!”, μου απαντά φωναχτά. “Φιλαρέτη; Καλέ τι ωραίο όνομα είναι αυτό;”. “Σ’ αρέσει;”, με ρωτάει όλο περηφάνια. “Πάρα πολύ!”. Δεν μιλάει για λίγο, αλλά τη νιώθω πολύ ευχαριστημένη. Κουνάει ζωηρά τα ποδαράκια της, λες και της έχει συμβεί κάτι φοβερά συναρπαστικό.

Φτάνοντας στο Σύνταγμα, σηκώνομαι. “Πού πας;”, μου λέει ανήσυχα. “Εδώ είναι η στάση μου, πρέπει να κατέβω. Γεια σου, Φιλαρέτη!”. Κι εκεί που πάω να προχωρήσω… “Θες να γίνεις φίλη μου;;;”, μου φωνάζει. Για κάποιον λόγο, συγκινούμαι. Αυτόματα. “Ναι, αμέ! Εσύ;”. “Ναι!”. Κι ενώ είμαι στην πόρτα, την ακούω από το βάθος: “Είσαι η φίλη μου! Η φίλη μου από το μετρό!!!”.

Και σκέφτομαι: Πόσο απλά είναι τα πράγματα που μπορούν να μας κάνουν να νιώσουμε καλά. Μια ευγενική κουβέντα από τον διπλανό οδηγό, μια σύντομη συναναστροφή με ένα παιδί…

Δεν ξέρω αν θα αναγνωρίσω εύκολα το κοριτσάκι, αν το ξαναδώ. Αλλά ξέρω σίγουρα ότι, για λίγα λεπτά, ήμασταν πραγματικά φίλες. Κι αυτό, από μόνο του, ήταν υπερ-αρκετό για μένα, τελικά.

Μαρία Λυσάνδρου
m.lysandrou@tpb.gr