Καστανή ζάχαρη Vs Λευκή Ζάχαρη
Είναι κάθε “καστανό” και πιο υγιεινό;

Tο καστανό χρώμα στα τρόφιμα έχει συνδεθεί με την υγεία, καθώς τα τρόφιμα ολικής άλεσης θεωρούνται γενικώς καλύτερες επιλογές, σε σύγκριση με τα “λευκά”. Αντίστοιχοι ισχυρισμοί τείνουν να γίνονται και σε σχέση με την καστανή ζάχαρη, η οποία αναφέρεται συχνά ως προτιμότερη επιλογή σε σχέση με τη λευκή. Είναι, όμως, αυτό αληθές; Υπάρχει διαφορά στα θρεπτικά συστατικά των δυο; Κι αν ναι, είναι σημαντική;

του Γιάννη Δημακόπουλου

Στον πίνακα γίνεται σύγκριση των θρεπτικών συστατικών της λευκής και της καστανής ζάχαρης ανά 100 γρ. κάθε τροφίμου. Τα θρεπτικά συστατικά, στα οποία η λευκή και η καστανή ζάχαρη έχουν τιμή μηδέν, δεν αναφέρονται καθόλου – με εξαίρεση το λίπος.
Γίνεται ξεκάθαρο, λοιπόν, ότι η διαφορά των δύο όσον αφορά τις θερμίδες είναι εξαιρετικά μικρή. Έχουν 7 θερμίδες διαφορά ανά 100 γρ., ενώ και οι δύο αποτελούνται από σακχαρόζη (“sucrose” στα Αγγλικά – η επιστημονική ονομασία για τη ζάχαρη).
Ακόμη, στον πίνακα παρατηρείται ότι η καστανή ζάχαρη έχει ελαφρώς μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε κάποια θρεπτικά συστατικά, όπως ασβέστιο και φυλλικό οξύ. Ωστόσο, η συγκεκριμένη διαφορά, αλλά και γενικότερα η περιεκτικότητα οποιουδήποτε είδους ζάχαρης σε θρεπτικά συστατικά, είναι πολύ μικρή σε σχέση με τις ανάγκες μας, ώστε να θεωρείται χρήσιμη για το σώμα. Άρα, αν το δει κανείς ευρύτερα, λευκή και καστανή ζάχαρη προσφέρουν στην ουσία περίπου τις ίδιες θερμίδες, ενώ και η διαφορά τους σε θρεπτικά συστατικά είναι τόσο μικρή, ώστε δεν έχει καμία διατροφική αξία.

Επιπρόσθετα, το σώμα μας δεν έχει ανάγκη να λαμβάνει ζάχαρη οποιουδήποτε είδους. Αυτός είναι και ο λόγος που οι διατροφικές συστάσεις στην Ελλάδα, καθώς και σε άλλες χώρες, κάνουν λόγο για περιορισμό ή και αποφυγή κατανάλωσης ζάχαρης. Ας σκεφτούμε ότι, πέρα από τις φορές που προσθέτουμε από μόνοι μας ζάχαρη στον καφέ ή τα ροφήματά μας, αρκετή ζάχαρη προστίθεται και σε επεξεργασμένα ή προ-παρασκευασμένα τρόφιμα που καταναλώνουμε. Τα δημητριακά πρωινού και τα σακχαρούχα αναψυκτικά είναι κάποια τέτοια κοινά παραδείγματα, τα οποία ίσως να μη μας έρχονταν αμέσως στο μυαλό, όπως π.χ. τα γλυκά. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι τα αναψυκτικά που περιέχουν ζάχαρη έχουν συνδεθεί με την παχυσαρκία, ιδιαίτερα την παιδική.
Ως προς τον γλυκαιμικό δείκτη, επίσης δεν παρατηρείται πλεονέκτημα της καστανής ζάχαρης έναντι της λευκής. Ο γλυκαιμικός δείκτης είναι μια τιμή που αποδίδεται με συγκεκριμένο πρωτόκολλο στα τρόφιμα, ανάλογα με το πόσο γρήγορα τα τρόφιμα αυτά αυξάνουν τη γλυκόζη (σάκχαρο) του αίματος αφού καταναλωθούν, σε σύγκριση με το πόσο ανεβάζει τη γλυκόζη (σάκχαρο) του αίματος ένα τρόφιμο αναφοράς. Συνήθως το τρόφιμο αναφοράς είναι η γλυκόζη (όχι του αίματος, αλλά αυτή που τρώμε) ή το λευκό ψωμί.
Η λευκή και η μαύρη ζάχαρη έχουν πανομοιότυπες τιμές γλυκαιμικού δείκτη, είτε συγκριθούν με τη γλυκόζη που τρώμε, είτε με το λευκό ψωμί. Άρα, δεν υπάρχει διαφορά στο πόσο επηρεάζουν την επακόλουθη άνοδο στη γλυκόζη (σάκχαρο) του αίματος. Παρόλο που η καστανή θεωρείται λιγότερο επεξεργασμένη από τη λευκή, σε κάποιες περιπτώσεις η παραγωγή της πραγματοποιείται με την προσθήκη μελάσσας στην ήδη κατεργασμένη λευκή ζάχαρη.

Με δυο λόγια
Το σώμα μας δεν έχει ανάγκη τη ζάχαρη. Μας προσφέρει περισσότερο γεύση, παρά θρέψη.
Ουσιαστικά, η καστανή ζάχαρη δεν υπερέχει της λευκής. Και τα δύο είδη παρέχουν τις ίδιες θερμίδες. Η διαφορά σε θρεπτικά συστατικά είναι μικρή και ασήμαντη, ενώ η γλυκόζη στο αίμα αυξάνεται με τον ίδιο τρόπο είτε καταναλώσουμε καστανή, είτε λευκή ζάχαρη.
Ενώ η καστανή θεωρείται λιγότερο επεξεργασμένη από τη λευκή, αυτό δεν είναι πάντα αλήθεια. Κάποιες φορές, στην ήδη επεξεργασμένη λευκή προστίθεται μελάσσα, δίνοντάς μας… καστανή ζάχαρη.
Προσπαθούμε να αποφύγουμε εντελώς τη ζάχαρη ή να την καταναλώνουμε με μέτρο. Ακόμη, καλό είναι να είμαστε προσεκτικοί όσον αφορά την προστιθέμενη ζάχαρη σε επεξεργασμένα ή προ-παρασκευασμένα προϊόντα.

O Γιάννης Δημακόπουλος είναι Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, πτυχιούχος του Τμήματος Διατροφής και Μεταβολισμού του University of Surrey (BSc Nutrition). Έχει μετεκπαιδευτεί στην Κλινική Διαιτολογία στο Τμήμα Διατροφής και Διαιτολογίας της Ιατρικής Σχολής του King’s College London, με υποτροφία από το National Health Service (MSc Dietetics).
Είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με βαθμό “Άριστα”
www.dimakopoulosi.gr



Abbvie
GSK
BMS