Κρίση είναι, θα περάσει
Αναλύοντας με… ηρεμία τη Διαταραχή Πανικού

diataraxi

Αισθανόμαστε ότι πεθαίνουμε, ότι χάνουμε τη γη κάτω από τα πόδια μας και η καρδιά μας πάει να σπάσει; Μάλλον εμφανίσαμε κρίση πανικού. Και τώρα τι κάνουμε; 

της Έλενας Κιουρκτσή

Είναι απρόβλεπτη και σοκαριστική, αλλά τελικά… μένει στις εντυπώσεις. Την πρώτη κρίση πανικού μπορεί να την εκδηλώσουμε πρακτικά οπουδήποτε και θα τη χαρακτηρίζαμε “κεραυνό εν αιθρία”. Διότι μπορεί να μας συμβεί ξαφνικά και απροειδοποίητα, κατά τη διάρκεια μιας συνηθισμένης δραστηριότητάς μας, π.χ. ψωνίζοντας στο σούπερ μάρκετ ή ανοίγοντας το mail μας.
Ίσως, όμως, να εμφανιστεί και μετά από συγκεκριμένα στρεσογόνα γεγονότα που βιώσαμε μια δεδομένη στιγμή της ζωής μας. Για παράδειγμα, ύστερα από έναν χωρισμό, μια απώλεια ή αλλαγή εργασίας, οικονομικά αδιέξοδα ή κάποια ζημιογόνα επένδυση.
Ωστόσο και θετικές καταστάσεις, οι οποίες σχετίζονται με έντονες αλλαγές (όπως η γέννηση ενός παιδιού ή ο γάμος), θεωρούνται παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν κρίσεις πανικού.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, φαίνεται ότι πρόκειται για έναν τρόπο “απάντησης” στο στρες που βιώνουμε.

Μα τι με πιάνει;
Η Κρίση ή Προσβολή Πανικού είναι μια αγχώδης διαταραχή, η οποία αφορά σχεδόν το 4% του πληθυσμού, εξηγεί ο κ. Στέφανος Κ. Κατσάρας, Ψυχολόγος Msc. Εκδηλώνεται με έντονα ψυχολογικά και σωματικά συμπτώματα, τα οποία μπορεί να διαρκέσουν από μερικά λεπτά έως αρκετή ώρα – παρόλο που για εμάς μοιάζουν με αιωνιότητα.
Τα ψυχολογικά περιλαμβάνουν:
• έντονο φόβο (λόγω αίσθησης επικείμενου θανάτου ή απώλειας ελέγχου)
• άγχος
• αίσθημα επέλευσης τρέλας και απόγνωση
• αίσθημα αβοήθητου σε συνδυασμό με τάσεις φυγής.
• αίσθημα ότι παρακολουθούμε τον εαυτό μας και τη ζωή μας σαν να πρόκειται για κάποιον άλλον άνθρωπο (αίσθημα αποπροσωποποίησης).

Τα σωματικά συμπτώματα που συνοδεύουν τις κρίσεις πανικού συχνά μιμούνται συμπτώματα σοβαρών προβλημάτων υγείας και εκδηλώνονται με:
• τρέμουλο και ταχυπαλμία
• βάρος ή πόνο στο στήθος
• δύσπνοια, ζάλη, ναυτία
• αίσθημα ασφυξίας και πνιγμού
• ιδρώτα και πόνο στο στήθος
• μουδιάσματα στο σώμα
• αίσθημα αδυναμίας και τάση λιποθυμίας.
Τις περισσότερες φορές, δεν εμφανίζονται όλα τα παραπάνω ταυτόχρονα, γεγονός που προφανώς ελάχιστα μας παρηγορεί…

Είναι ο “τύπος” μου;
Φαίνεται ότι το προφίλ προσωπικότητας που είναι πιο επιρρεπές σε κρίσεις πανικού είναι αυτό στο οποίο το άγχος συνυπάρχει με ψυχαναγκαστική συμπεριφορά.
Ας ρωτήσουμε λοιπόν τον εαυτό μας:
• Έχουμε την τάση να ελέγχουμε τα πάντα και τους πάντες στο περιβάλλον μας (επαγγελματικό, οικογενειακό);
• Αναλαμβάνουμε πολλές ευθύνες;
• Έχουμε υπέρμετρες φιλοδοξίες και δεν χαλαρώνουμε αν δεν τις επιτύχουμε;
• Στεκόμαστε “βράχος” μπροστά σε δύσκολες καταστάσεις;
Αν ταυτιζόμαστε με κάποια από τα παραπάνω, ή και όλα, τότε είμαστε ο τύπος που ίσως μια κρίση πανικού θα ενδιαφερόταν να τον… γνωρίσει. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έναν τρόπο που χρησιμοποιεί ο οργανισμός μας για να μας προειδοποιήσει πως δέχεται μεγάλη πίεση.

Αυτή που… περιμένω, αυτή, αυτή!
Η έναρξη μιας κρίσης πανικού συνήθως εντοπίζεται στις ηλικίες 20-40, μπορεί όμως να εμφανιστεί και στην παιδική ηλικία. Ενίοτε και μετά τα 45.
Επίσης, η συχνότητα και η βαρύτητα των κρίσεων πανικού ποικίλλουν, δεν είναι ίδιες για όλους. Κάποιος μπορεί να εμφανίζει μια κρίση πανικού την εβδομάδα για πολλούς μήνες, ενώ κάποιος άλλος “συμπάσχων” να παρουσιάζει μια σειρά από κρίσεις μέσα στην εβδομάδα, με διακοπή κάποιων μηνών και επανεμφάνιση των κρίσεων – κάτι που ίσως διαρκέσει για χρόνια. Υπάρχει, δε, το ενδεχόμενο να εκδηλώσουμε μια φορά κρίση πανικού και να μη μας ξανασυμβεί ποτέ άλλη.
Επιπλέον, το 50% των ανθρώπων που ταλαιπωρούνται από διαταραχή πανικού εμφανίζουν και αγοραφοβία. Φοβία, δηλαδή, τού να βγουν από το σπίτι τους, να βρεθούν σε δημόσιους χώρους, στην αγορά για ψώνια, να χρησιμοποιήσουν τα μέσα μαζικής μεταφοράς κ.λπ.
Για τη διάγνωση της διαταραχής πανικού απαιτούνται τουλάχιστον δύο αιφνίδιες κρίσεις, που όμως δεν συνδέονται με κάποιο στρεσογόνο παράγοντα, επισημαίνει ο ψυχολόγος.


“Πρώτες βοήθειες”
– Αν βρεθούμε μπροστά σε ένα άτομο με κρίση πανικού, καλό είναι να διατηρήσουμε στο ακέραιο την ψυχραιμία μας.
– Δεν θα πρέπει να επιχειρήσουμε να του υποβιβάσουμε την κατάσταση στην οποία βρίσκεται (π.χ. “δεν έχεις τίποτα”, “μην υπερβάλλεις” κ.λπ.), διότι με αυτό τον τρόπο θα… πανικοβληθεί χειρότερα.
– Να θυμόμαστε ότι εκείνη τη στιγμή ο άνθρωπος πραγματικά υποφέρει.
– Η συμπεριφορά μας πρέπει να είναι ήρεμη και ο τόνος της φωνής μας χαμηλός.
– Μπορούμε να τον/την ηρεμήσουμε, απευθυνόμενοι με ενδιαφέρον και βοηθώντας στο να κάνει ασκήσεις αναπνοής και χαλάρωσης που είναι αποτελεσματικές. Εναλλακτικά, θα βοηθούσε το να εισπνέει και να εκπνέει μέσα σε μια χάρτινη σακούλα.
– Το επόμενο βήμα είναι αποκλειστικά και μόνο ο ειδικός – είτε ο πανικός αφορά τους άλλους, είτε και εμάς τους ίδιους.


Θα γίνω καλά;
Η διαταραχή πανικού δεν μπορεί να εξελιχθεί σε κάποιας μορφής σοβαρή ψυχική νόσο, όπως πολλοί φοβούνται, παρά μόνο να συσχετιστεί με συμπτώματα κατάθλιψης. Επίσης, αν και βασανιστική, είναι ακίνδυνη και στη θεραπεία της σχετικά απλή, τονίζει ο κ. Κατσάρας.
Η αντιμετώπιση και λύση περιλαμβάνουν ψυχοθεραπεία με ή χωρίς φαρμακευτική αγωγή. Αν και έχει βρεθεί ότι τα αντικαταθλιπτικά μπορούν να βοηθήσουν στη θεραπεία των κρίσεων πανικού, ο καλύτερος τρόπος είναι η γνωσιακή ψυχοθεραπεία, που έγκειται στην επίγνωση τού τι ακριβώς και γιατί μας συμβαίνει, καθώς και στην αναγνώριση και αλλαγή του τρόπου σκέψης που συντηρεί το άγχος.
Έτσι, προετοιμαζόμαστε σιγά-σιγά να εκτεθούμε σε καταστάσεις που μας αγχώνουν και συνδέονται με κρίσεις πανικού, προκειμένου να τις απομυθοποιήσουμε και να ξεμπερδέψουμε μια για πάντα μαζί τους. Ως αποτέλεσμα, ένα μεγάλο ποσοστό –γύρω στο 80%– θα επιτύχει τη μείωση του αριθμού και της συχνότητας των κρίσεων πανικού ή και την εξάλειψή τους.
Ωστόσο, η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται πάντοτε από τον καθένα ξεχωριστά. Υπάρχουν άτομα που καταφέρνουν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να ξεπεράσουν το πρόβλημά τους και άλλα που χρειάζονται περισσότερο χρόνο. Για ένα επιτυχές αποτέλεσμα, παρόλα αυτά, βασικό ρόλο παίζει τόσο η συνεργασία, η επιμονή και η σχέση εμπιστοσύνης με τον θεραπευτή μας, όσο και η εμπειρία και η γνώση του ίδιου του ψυχοθεραπευτή.

Στρατηγικές αντιμετώπισης
• Να έχουμε πάντοτε υπ’ όψιν πως, παρόλο που τα ψυχολογικά και τα σωματικά συμπτώματα μάς προξενούν φόβο, δεν απειλούν με κανέναν τρόπο τη ζωή μας.
• Διαβαθμίζοντας τον φόβο μας σε μια κλίμακα από το 0 έως το 10, θα διαπιστώσουμε ότι δεν παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα παραπάνω από μερικά δευτερόλεπτα.
• Σε περίπτωση κρίσης, να επαναλαμβάνουμε μια φράση ή έναν στίχο κάποιου τραγουδιού που μας ηρεμεί.
• Να μην προσθέτουμε εκφοβιστικές σκέψεις στον πανικό μας –για παράδειγμα “τώρα τι άλλο θα με βρει”– και τότε θα διαπιστώσουμε πως θα αρχίσει να υποχωρεί.
• Να κάνουμε ασκήσεις σωστής αναπνοής κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Όσο περισσότερο πρόθυμοι είμαστε να αποδεχτούμε τα αρνητικά συναισθήματά μας, τόσο πιο εύκολα θα τα αντιμετωπίσουμε και θα τα ξεπεράσουμε.
• Εάν αισθανόμαστε στρεσαρισμένοι, ας μιλήσουμε σε κάποιον που εμπιστευόμαστε ή ας σημειώνουμε κάπου τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας.
• Έχει σημασία να βρούμε τρόπους να περνάμε ευχάριστα, ώστε η ενέργεια και η προσοχή μας να μην εστιάζονται στο πρόβλημα του πανικού.

Για την ιστορία
Η Διαταραχή Πανικού εντοπίστηκε για πρώτη φορά στη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου, όταν ο χειρουργός Jacob Mendes Da Costa παρατήρησε στους στρατιώτες ορισμένα συμπτώματα έντονου άγχους και ανησυχίας, μαζί με σωματικές εκδηλώσεις, που δεν οφείλονταν σε οργανικά αίτια. Τα κωδικοποίησε ως “Σύνδρομο της ευαίσθητης καρδιάς” και τα συγκέντρωσε σε μελέτη του το 1871.
Το σύνδρομο, το οποίο αργότερα έγινε γνωστό ως “Σύνδρομο Da Costa”, επανήλθε στην επικαιρότητα το 1980, αφού πολλά από τα ψυχικά και σωματικά συμπτώματα που περιγράφει συμπεριλήφθηκαν από τους σύγχρονους επιστήμονες στα διαγνωστικά κριτήρια για τη Διαταραχή Πανικού.