Κυστική ίνωση: Πώς προστατεύουμε τους ασθενείς από την εποχική γρίπη

kystiki_inwsi

Ιδιαίτερα επικίνδυνη είναι η γρίπη για τους ασθενείς με κυστική ίνωση, καθώς μπορεί να επιδεινώσει τα συμπτώματα της πνευμονοπάθειάς τους και να επιταχύνει την έκπτωση της πνευμονικής τους λειτουργίας. Ποια μέτρα προφύλαξης μπορούν να μειώσουν τις πιθανότητες υποτροπής;

Επιστήμονες από τον αμερικανικό οργανισμό Cystic Fibrosis Foundation προειδοποιούν ότι τόσο οι ίδιοι οι ασθενείς, όσο και οι οικείοι τους, πρέπει να λαμβάνουν εντατικά μέτρα προφύλαξης από τη γρίπη διότι, αν μολυνθούν, είναι πιθανό να καταλήξουν με βαριά πνευμονία, η οποία ενδεχομένως να απαιτεί νοσηλεία στο νοσοκομείο.

Τα μέτρα αυτά είναι τα εξής:
Εμβολιασμός ασθενών και συγγενών
Το πρώτο και αυτονόητο μέτρο είναι ότι πρέπει να κάνουν εγκαίρως το αντιγριπικό εμβόλιο. Αυτό είναι απαραίτητο όχι μόνο στους ασθενείς, αλλά και στους συγγενείς και τους φίλους, με τους οποίους ζουν στο ίδιο σπίτι ή/και έρχονται σε στενή επαφή.
Δεδομένου ότι η εποχή της γρίπης στη χώρα μας αρχίζει συνήθως τον Δεκέμβριο, καθώς και ότι χρειάζονται δύο εβδομάδες για να αναπτυχθεί η ανοσία, το εμβόλιο ιδανικά πρέπει να γίνεται Οκτώβριο, και μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου. Αν γίνει νωρίτερα (π.χ. Σεπτέμβριο), μπορεί να χρειαστεί και δεύτερος εμβολιασμός τον Φεβρουάριο, καθώς η ανοσία που παρέχει το εμβόλιο συνήθως διαρκεί 4-5 μήνες.
Το αντιγριπικό εμβόλιο πρέπει να γίνεται κάθε χρόνο και καλύπτεται εξ ολοκλήρου από τα ασφαλιστικά ταμεία για τις ομάδες υψηλού κινδύνου, στις οποίες ανήκουν οι πάσχοντες από κυστική ίνωση.
Το εμβόλιο δεν προκαλεί γρίπη, διότι περιέχει αδρανοποιημένο ιό. Μπορεί, όμως, το άτομο να παρουσιάσει κάποιο πόνο, κοκκίνισμα ή πρήξιμο στο σημείο όπου θα γίνει η έγχυση, καθώς και χαμηλό πυρετό (δέκατα). Τα συμπτώματα αυτά συνήθως είναι βραχύβια (διαρκούν 1-2 ημέρες). Αν δεν περάσουν σε δύο 24ωρα ή γίνονται σταδιακά χειρότερα, θα πρέπει κανείς να απευθυνθεί στον γιατρό του.
Τα βρέφη και τα μικρά παιδιά (ηλικίες 6 μηνών έως 8 ετών) μπορεί να χρειάζονται δύο δόσεις του αντιγριπικού εμβολίου κάθε χρόνο, για να προστατευτούν πλήρως. Γενικώς, συνιστάται μεσοδιάστημα 4 μηνών μεταξύ των δύο εμβολιασμών. Σε κάθε περίπτωση, καλό είναι οι γονείς να ρωτήσουν τον παιδίατρο αν το παιδί τους με κυστική ίνωση πρέπει να κάνει μία ή δύο δόσεις και με ποια χρονική απόσταση μεταξύ τους.
Το εμβόλιο μειώνει (δεν εξαλείφει) τις πιθανότητες να πάθει κανείς γρίπη. Ωστόσο, αν κάποιος την εκδηλώσει, πιθανώς να είναι πιο ήπια και πιο γρήγορη η ανάρρωσή του, από ό,τι αν ήταν ανεμβολίαστος.
Ο εμβολιασμός των συγγενικών προσώπων και των φίλων των ασθενών συνιστάται για να μην τους μεταδώσουν άθελά τους τη γρίπη (συλλογική ανοσία ή ανοσία της αγέλης).

Λήψη αντιιικών φαρμάκων
Αν κάποιος παρουσιάσει συμπτώματα γρίπης, πρέπει να αρχίσει αμέσως τη λήψη των κατάλληλων αντιιικών φαρμάκων. Αυτά είναι αποδοτικότερα όταν λαμβάνονται μέσα σε 24 ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων και μπορούν να αμβλύνουν την ένταση και τη διάρκειά τους.
Τα ύποπτα συμπτώματα για γρίπη στους ασθενείς με κυστική ίνωση είναι πόνοι στο σώμα και πονοκέφαλος, κόπωση, πυρετός (πάνω από 38 βαθμοί Κελσίου) και ρίγη, αυξανόμενος βήχας και πονόλαιμος. Αν τα παρουσιάσει ο ασθενής, θα πρέπει να επικοινωνήσει αμέσως με τον πνευμονολόγο.

Παραμονή στο σπίτι
Αν ο ασθενής εκδηλώσει γρίπη, πρέπει να παραμείνει στο σπίτι και να μη βγει έξω, παρά μόνο αν περάσει ένα 24ωρο χωρίς πυρετό και χωρίς αντιπυρετικά φάρμακα. “Πυρετός” θεωρούνται οι θερμοκρασίες πάνω από 38 βαθμούς Κελσίου.


Πρόσθετα μέτρα
Επειδή ο ιός της γρίπης μεταδίδεται με την άμεση και την έμμεση επαφή με τους ασθενείς, καθώς και μέσω του αέρα, οι πάσχοντες από κυστική ίνωση και όσοι έρχονται σε επαφή μαζί τους, πρέπει να υιοθετούν μερικά πρόσθετα μέτρα:

– Να πλένετε τα χέρια σας και να τα κρατάτε μακριά από το πρόσωπό σας. Μελέτες έχουν δείξει ότι οι ιοί της γρίπης μπορούν να επιβιώσουν 1-2 ημέρες στις μη πορώδεις επιφάνειες (π.χ. από μέταλλο, πλαστικό κ.λπ.) και 8-12 ώρες στις πορώδεις (π.χ. ύφασμα, χαρτί). Επιπλέον, εισέρχονται στο σώμα του ανθρώπου από τους βλεννογόνους της μύτης, του στόματος και των ματιών.
Πρακτικά, αυτά σημαίνουν ότι ένας ασθενής με κυστική ίνωση μπορεί άνετα να μολυνθεί από ένα μολυσμένο χερούλι που έπιασε με το χέρι, με το οποίο αργότερα έτριψε το μάτι του.
Επομένως, για να προστατευθείτε, να πλένετε καλά τα χέρια σας (θέλουν τρίψιμο επί τουλάχιστον 20 δευτερόλεπτα) με χλιαρό νερό και σαπούνι, πολλές φορές την ημέρα. Και, βεβαίως, να αποφεύγετε να αγγίζετε τα μάτια, τη μύτη ή το στόμα σας.

– Προσέξτε πώς βήχετε και πείτε στους άλλους να κάνουν το ίδιο. Ο γενικός κανόνας είναι πως δεν πρέπει να βήχουμε, ούτε να φταρνιζόμαστε στον αέρα, διότι κάθε φορά εκσφενδονίζουμε έως 40.000 παθογόνους μικροοργανισμούς που μολύνουν οτιδήποτε βρίσκεται γύρω μας, σε απόσταση μερικών δεκάδων μέτρων.
Επομένως, πρέπει να βήχουμε και να φταρνιζόμαστε σε ένα χαρτομάντιλο. Εάν δεν μπορείτε να χρησιμοποιείτε χαρτομάντηλο κάθε φορά, τα μανίκια (στο ύψος του αγκώνα) και οι μπλούζες είναι οι επόμενες καλύτερες επιλογές.
Αν χρησιμοποιείτε χαρτομάντιλο, να το πετάτε αμέσως μετά τη χρήση (μην το χρησιμοποιείτε δεύτερη φορά) και να σαπουνίζετε αμέσως καλά τα χέρια σας. Να αλείφετε, επίσης, τα χέρια σας με απολυμαντικό.
Αν βήχετε ή φταρνίζεστε στην παλάμη σας, πρέπει να σαπουνίζετε αμέσως μετά τα χέρια σας και να βάζετε απολυμαντικό.

– Να διατηρείτε απόσταση ασφαλείας. Αν είστε ασθενής με κυστική ίνωση, προσπαθήστε να παραμένετε τουλάχιστον 3 μέτρα μακριά από οποιοδήποτε άτομο βήχει ή φταρνίζεται, ιδιαίτερα σε κλειστούς χώρους.

– Υιοθετήστε καλές συνήθειες. Φροντίστε να κοιμάστε αρκετά, να τρέφεστε υγιεινά, να πίνετε πολλά υγρά (όχι αλκοόλ), να περπατάτε όσο περισσότερο μπορείτε και να διατηρείτε υπό έλεγχο το στρες σας. Εξυπακούεται ότι δεν πρέπει να καπνίζετε, ούτε και να συχνάζετε σε χώρους όπου όλοι ή οι περισσότεροι από τους παρευρισκόμενους καπνίζουν. Μην αμελείτε, τέλος, να ανοίγετε συχνά τα παράθυρα, ώστε να αερίζεται καλά ο χώρος.