Παιδιά και κατανάλωση ζάχαρης
Να δώσει κανείς γλυκό ή να μη δώσει;

Ο πειρασμός των γλυκών σίγουρα δεν είναι ο… τελευταίος, αλλά δεν παύει να είναι από τους μεγαλύτερους – και για τα παιδιά, και για τους ενήλικες. Τι κάνουμε, λοιπόν: Δίνουμε ή όχι γλυκά στα παιδιά και υπό ποιες προϋποθέσεις;

της Έλενας Κιουρκτσή

Οι περισσότεροι συμφωνούν πως τα φαγητά που περιέχουν ζάχαρη είναι άκρως απολαυστικά, ενώ επενεργούν και “παρηγορητικά” όταν το συναίσθημα ψάχνει απεγνωσμένα να κατευναστεί – ένα ταψί γαλακτομπούρεκο ή μια γενναιόδωρη συσκευασία με πραλίνες και τρουφάκια «την κάνει τη δουλειά», έστω και εφήμερα.
Ωστόσο, για τους λιλιπούτειους γλυκατζήδες χρειάζεται πολλή προσοχή, ειδικά όσον αφορά την επεξεργασμένη ζάχαρη και τα γλυκά του εμπορίου. Και επειδή είναι λάθος να τα απαγορεύσουμε (καθότι έτσι θα τα κάνουμε ακόμα πιο ελκυστικά), εδώ εμφανίζεται ένα μεγάλο δίλημμα: Τα γλυκά στα παιδιά πρέπει να προσφέρονται με το σταγονόμετρο υπό το έντρομο βλέμμα των γονιών ή όπως τύχει και ελαφρά τη καρδία;

Γιατί προσοχή στη ζάχαρη;
Ένα παιδί, τυπικά, λαμβάνει από τα φρούτα τη ζάχαρη που χρειάζεται ο οργανισμός του για την παραγωγή ενέργειας. Η επεξεργασμένη ζάχαρη απλά παχαίνει χωρίς να προσφέρει θρεπτικά συστατικά (κενές θερμίδες), προκαλώντας τερηδόνα και καταστρέφοντας τη δυνατότητα σύνθεσης βιταμίνης C (η οποία προστατεύει από τις μολύνσεις, συμβάλλοντας στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού). Επομένως, δεν είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη των παιδιών.
Πρέπει, λοιπόν, να αποφεύγεται η υπερκατανάλωση ζάχαρης και, κυρίως, τα “βαριά” γλυκά που φορτώνουν τα παιδιά με λιπαρά, κατά κανόνα κακής ποιότητας. Καλό είναι να αποφεύγεται, επίσης, η κατανάλωση επεξεργασμένων προϊόντων, όπως είναι οι μπάρες δημητριακών, τα δημητριακά με σοκολάτα ή τα αποξηραμένα φρούτα, οι τούρτες, τα κρουασάν, τα αναψυκτικά και οι τυποποιημένοι χυμοί.
Όσο, δε, για το σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας, το οποίο είχε συνδεθεί με την κατανάλωση ζάχαρης, αρκετές σύγχρονες μελέτες έχουν δείξει ότι δεν υφίσταται τέτοια συσχέτιση.

Τελικά πόση ζάχαρη, γιατρέ μου;
Μπορούμε να εισάγουμε τη ζάχαρη στη διατροφή του παιδιού όταν είναι περίπου 2 – 3 χρονών, αν και όσο πιο αργά, τόσο το καλύτερο.
Εάν ένα παιδί είναι κινητικό και φυσιολογικού βάρους, μπορεί να καταναλώνει ακόμη και κάθε μέρα ένα μικρό γλυκό, κατά προτίμηση ως απογευματινό σνακ, όχι όμως αντικαθιστώντας το κανονικό του γεύμα.
Αν το παιδί έχει περιττά κιλά, και πάλι δεν είναι σωστό να αποκλείσουμε τα γλυκά από τη διατροφή του, καθώς αυτό θα έχει έντονο αντίκτυπο στον ψυχισμό του. Δεν θα το “τιμωρήσουμε” επειδή είναι “ζουμερό”, αλλά μπορούμε να του επιτρέπουμε να καταναλώνει γλυκά πιο αραιά, δύο φορές την εβδομάδα.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η συνιστώμενη δόση για παιδιά είναι 5 κουταλάκια του γλυκού ζάχαρη (25 γρ.) την ημέρα. Σε αυτά τα 25 γρ. δεν μετράνε τα φρούτα σε αυτούσια μορφή, μετράει όμως η ζάχαρη από χυμούς φρούτων.

Όταν το παιδί ζητά να “γλυκαθεί”

Όχι στην υπερβολή: Το γλυκό πρέπει να αποτελεί μια μικρή λιχουδιά και να μην ταυτίζεται με ένα μεγάλο κομμάτι τούρτα ή ένα τεράστιο μπισκότο. Μπορεί να είναι μια σπιτική μπάρα σοκολάτας ή μερικές κουταλιές από το αγαπημένο τους γιαούρτι ή ένα μικρό κουλουράκι.
Το γλυκό δεν είναι ανταμοιβή: Το «Άμα φας τον αρακά σου, θα σου δώσω σοκολάτα» θα έχει ως αποτέλεσμα να μεγαλώνει η απέχθεια του παιδιού για το φαγητό και, από την άλλη πλευρά, η επιθυμία του για γλυκό. Επίσης, το «Σταμάτα να κλαις, να φωνάζεις κ.λπ. και θα σου πάρω παγωτό» μαθαίνει στο παιδί να καταπνίγει τα υγιή συναισθήματά του και να τα κατευνάζει πρόχειρα με ένα γλυκό. Κι αυτό είναι μια συνήθεια που θα το ακολουθεί στην ενήλικη ζωή του, με αρνητικές επιπτώσεις για τον ψυχισμό του.
“Ναι” στην ποικιλία: Εναλλάσσουμε τα γλυκά που καταναλώνουν τα παιδιά, ώστε να μην τρώνε κάθε μέρα το ίδιο. Φροντίζουμε να αγοράζουμε τις σοκολάτες, τα παγωτά και τα όποια άλλα γλυκά σε μικρές συσκευασίες ή τους τα δίνουμε σε μικρές μερίδες.
Τι να προτιμούμε: Το γλυκά του κουταλιού ή το σορμπέ παγωτό, καθότι σε αυτές τις περιπτώσεις έχουμε μόνο ζάχαρη και απουσιάζει η λιπαρή ύλη. Καλή εναλλακτική είναι το γιαούρτι με φρούτα ή μέλι, ή ακόμα και η κομπόστα, που είναι νόστιμα και παράλληλα θρεπτικά. Όπως επίσης, το σπιτικό ζελέ ή μια κρέμα που μπορεί να συμπληρώσει το διαιτολόγιό του, έτσι ώστε το παιδί να λάβει την απαραίτητη ποσότητα ασβεστίου.
Το σπιτικό είναι και καλό: Λέμε “ναι” στα σπιτικά γλυκά, αντί των γλυκών του εμπορίου, καθώς για τα σπιτικά είμαστε πολύ πιο σίγουροι για τον τρόπο και τα υλικά με τα οποία παρασκευάζονται. Με αυτή τη λογική, τα σπιτικά μπισκότα και κουλουράκια είναι σαφώς καλύτερα από εκείνα π.χ. με επικάλυψη σοκολάτας ή με γέμιση κρέμας, τα οποία είναι και πιο επιβαρυμένα από πλευράς θερμίδων, λίπους και τρανς λιπαρών.

* Ευχαριστούμε για τις πληροφορίες τη Δρ. Καλλιόπη Αγιαννίδου-Βλαχούση, Παιδίατρο – Διδάκτορα Πανεπιστημίου Αθηνών.


Γλυκατζήδες «από κούνια»
Σύμφωνα με μελέτες, το γενετικό μας υπόβαθρο ευθύνεται για την προτίμησή μας στη γλυκιά γεύση και, αντίστοιχα, για τη μη προτίμηση στην πικρή. Οι ειδικοί ερμηνεύουν τη φυσική τάση προς το γλυκό ως μια πρόνοια της φύσης, προκειμένου να μας ωθήσει στην κατανάλωση υδατανθράκων (που έχουν γλυκιά γεύση), οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την παραγωγή ενέργειας που θα μας διατηρήσει στη ζωή.
Από την άλλη, η φύση επιχειρεί να μας προστατεύσει από τα πικρά, που είναι συχνά και δηλητηριώδη. Παρότι, όμως, είμαστε γενετικά προδιατεθειμένοι να μας αρέσει η γλυκιά γεύση, το πόσο “γλυκατζήδες” θα αποδειχτούμε σχετίζεται και με το περιβάλλον μας. Αν, για παράδειγμα, η οικογένειά μας αγαπά τη ζάχαρη, είναι πιθανό να είμαστε πιο επιρρεπείς στα γλυκά. Να μην ξεχνάμε, δε, πως η ζάχαρη και τα κορεσμένα λιπαρά είναι γεύσεις που εύκολα καταλήγουν σε εθισμό.