Παχυσαρκία και COVID-19: Μια «εκρηκτική» σχέση με σοβαρούς κινδύνους για την υγεία

Η πανδημία της λοίμωξης COVID-19 εμφανίστηκε σε μια εποχή που η συχνότητα των υπέρβαρων / παχύσαρκων ατόμων αυξάνεται στον πληθυσμό σχεδόν όλων των χωρών, παγκοσμίως. Στην πραγματικότητα, σχεδόν όλες οι χώρες σήμερα έχουν ποσοστό υπέρβαρων / παχύσαρκων ατόμων πάνω από 20% στο πληθυσμό τους, ενώ, σε καμία χώρα δεν παρατηρήθηκε μείωση αυτού του ποσοστού, τα τελευταία χρόνια. Επιπλέον, οι προσπάθειες από τα κράτη για τον περιορισμό της πανδημίας COVID-19 δημιουργούν σημαντικές οικονομικές δυσκολίες. Η πανδημία COVID-19 έφερε σε όλες τις χώρες την ανάγκη περιορισμού των μετακινήσεων, εφαρμογής κοινωνικής απόστασης και σημαντική παρεμπόδιση των οικονομικών δραστηριοτήτων. Αυτές οι προσαρμογές έχουν προκαλέσει προβλήματα στο σύστημα της διατροφής των ανθρώπων, με αλλαγές στην κατανάλωση των τροφίμων και στη σωματική δραστηριότητα. Παράλληλα, η τηλεργασία μπορεί να βοηθήσει στην αύξηση της συχνότητας της παχυσαρκίας. Οι συγκεκριμένες αλλαγές φαίνεται ότι θα έχουν μακροχρόνιες επιπτώσεις, ακόμη και μετά την εποχή της εξάπλωσης του κορονοϊού και μπορεί να είναι επιζήμιες για την υγεία των ανθρώπων μακροπρόθεσμα.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισημαίνει ότι οι παχύσαρκοι αποτελούν ομάδα υψηλού κινδύνου για νόσηση από τον νέο κορονοϊό. Επίσης, η Παγκόσμια Οργάνωση Παχυσαρκίας τονίζει ότι η παχυσαρκία, και ιδιαίτερα η νοσογόνος (ΒΜΙ>40kg/m2), συνοδεύεται από πλήθος συννοσηροτήτων, όπως καρδιοπάθειες, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, υπνική άπνοια κ.λπ. Καθεμία από τις συννοσηρότητες αυτές αποτελεί από μόνη της παράγοντα για αυξημένη πιθανότητα νόσησης από τον ιό.

Τα υπέρβαρα ή παχύσαρκα άτομα που νοσούν από COVID-19 φαίνεται ότι έχουν αυξημένο κίνδυνο να νοσηλευτούν ή να χρειαστούν θεραπεία σε μονάδες εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ), ενώ πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι τα παχύσαρκα ενήλικα άτομα, ηλικίας κάτω των 60 ετών, είναι πιο πιθανό να νοσηλευτούν, αν νοσήσουν εξ αιτίας της λοίμωξης COVID-19.

Αξίζει να αναφερθεί ότι υπάρχει ισχυρή σχέση μεταξύ των παχύσαρκων ατόμων με υπερβολικό σωματικό λίπος, ιδιαίτερα σπλαχνικό, ατόμων με σημαντικά καρδιομεταβολικά προβλήματα (υπέρταση, καρδιαγγειακή νόσο, διαβήτη τύπου 2) και ατόμων, με διάφορα είδη καρκίνων. Οι υποκείμενοι μεταβολικοί και φλεγμονώδεις παράγοντες των παχύσαρκων ατόμων παίζουν, επίσης, σημαντικό ρόλο στην εκδήλωση σοβαρών πνευμονικών παθήσεων. Η ευαισθησία στο σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας, που αποτελεί την κύρια αιτία θνησιμότητας από τη λοίμωξη COVID-19, είναι σημαντικά μεγαλύτερη μεταξύ των ατόμων με παχυσαρκία. Επιπλέον, ο κίνδυνος νοσηρότητας και θνησιμότητας από τη γρίπη αυξάνεται, ανεξάρτητα από άλλους παράγοντες, στα παχύσαρκα άτομα.

Κυρίως, όμως, πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι, ενδεχομένως, τα εμβόλια που αναπτύσσονται για την αντιμετώπιση του COVID-19 θα είναι λιγότερο αποτελεσματικά για τα άτομα με παχυσαρκία, λόγω της εξασθενημένης ανοσοαπόκρισής τους.

Πρόσφατη επιστημονική καταγραφή δεδομένων από 75 αγγλικές και κινεζικές μελέτες για τη λοίμωξη COVID-19, ανέλυσε τη σχέση της με τα παχύσαρκα άτομα, σε όλο της το φάσμα, από τον κίνδυνο για νόσηση, μέχρι τη θνησιμότητα από αυτή. Πιο συγκεκριμένα, τα δεδομένα της ανάλυσης έδειξαν ότι τα παχύσαρκα άτομα διατρέχουν:

  • 46% πιο υψηλό κίνδυνο να είναι θετικοί στον COVID-19
  • 113% πιο υψηλό κίνδυνο νοσηλείας
  • 74% πιο υψηλό κίνδυνο για εισαγωγή σε ΜΕΘ
  • 48% αυξημένη θνησιμότητα

Ένας ακόμα σημαντικός προβληματισμός μεταξύ των ειδικών παχυσαρκίας, αλλά και των λοιμωξιολόγων, πνευμονολόγων και εντατικολόγων, είναι η διαχείριση των παχύσαρκων όταν αυτοί νοσήσουν εξαιτίας της λοίμωξης COVID-19. Οι παχύσαρκοι δύσκολα μπορούν να διασωληνωθούν και να νοσηλευτούν σε μονάδες εντατικής θεραπείας, λόγω του σωματότυπού τους. Έτσι, αποτέλεσμα των συννοσηροτήτων, αλλά και της καταστολής του ανοσοποιητικού, είναι η πιο μεγάλη διάρκεια νοσηλείας των παχύσαρκων, καθώς και η αυξημένη πιθανότητα εισαγωγής στη μονάδα εντατικής θεραπείας και η μακρύτερη παραμονή σε αυτήν, με κίνδυνο επιπλοκών μέχρι την αποθεραπεία τους.

Συνεπώς, τα παχύσαρκα άτομα χρειάζονται στενή ιατρική παρακολούθηση, ειδικά τώρα που η κοινωνική απομόνωση δημιουργεί σε όλους, αλλά ιδιαίτερα στους παχύσαρκους, τάση προς την κατανάλωση μεγάλης ποσότητας γλυκών, λιπαρών και αλμυρών τροφών και, παράλληλα, ελάχιστη ή καθόλου σωματική άσκηση.

Η υγιεινή διατροφή με πολλές φυτικές ίνες, η καλή ενυδάτωση, η ήπια σωματική άσκηση, όπως το περπάτημα και η ανάπτυξη κάποιας αγαπημένης ασχολίας, μπορούν να βοηθήσουν τα άτομα με παχυσαρκία να παραμείνουν υγιή και να μειώσουν τον κίνδυνο έκθεσης τους στον ιό. Η άμεση επικοινωνία με τον ιατρό, σε περίπτωση συμπτωμάτων, ακόμα και μικρής σημασίας, παραμένει για όλους τους ασθενείς πολύ βασική, προκειμένου η ασθένειά τους να έχει καλύτερη έκβαση και να περιοριστούν τα κρούσματα του ιού.

Η συχνά ανεπιτυχής προσπάθεια των υπέρβαρων και παχύσαρκων για απώλεια βάρους, όσο και οι συννοσηρότητες που συνδέονται με το αυξημένο βάρος, επιβάλλουν την αντιμετώπιση του υπερβάλλοντος βάρους και της παχυσαρκίας με φαρμακευτική αγωγή, σε συνδυασμό με δίαιτα και άσκηση.

Τα υπάρχοντα φάρμακα για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας είναι 3 στην Ευρώπη: η ορλιστάτη, ο συνδυασμός Ναλτρεξόνης-Βουπροπιόνης και η Λιραγλουτίδη. Η ορλιστάτη είναι ένα παλαιότερης γενιάς φάρμακο κατά της παχυσαρκίας, το οποίο εγκρίθηκε στην Ευρώπη το 1998. Σε αντίθεση με τα άλλα φάρμακα, η ορλιστάτη δεν δρα τροποποιώντας την όρεξη και την πρόσληψη τροφής, αλλά μειώνοντας την απορρόφηση θερμίδων από τον πεπτικό σωλήνα. Η λιραγλουτίδη καθυστερεί τη γαστρική κένωση και επίσης δρα στον υποθάλαμο δημιουργώντας αίσθημα κορεσμού. Χορηγείται με υποδόρια ένεση μια φορά την ημέρα, ίδια ώρα και ανεξαρτήτως γεύματος.

Ο συνδυασμός των δραστικών ουσιών υδροχλωρικής ναλτρεξόνης/υδροχλωρικής βουπροπιόνης είναι ένα νέας γενιάς φάρμακο για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας σε υπέρβαρους και παχύσαρκους ενήλικες. Η δράση του είναι διπλή, καθώς δρα προκαλώντας αίσθημα κορεσμού, αλλά και μειώνοντας το αίσθημα της ανταμοιβής από τη λήψη γλυκού, αλμυρού και λιπαρού γεύματος.



Abbvie
GSK
BMS