Σημαντική η ενημέρωσηη των ασθενών για τις νέες θεραπείες

psoriasi2

Η ψωρίαση είναι μία συχνή πάθηση του δέρματος, αφού προσβάλλει το 2-3% του γενικού πληθυσμού. Επομένως, πάσχουν από ψωρίαση 80-120 εκατομμύρια ασθενείς παγκοσμίως και 200.000 ασθενείς στην Ελλάδα, περίπου. Εμφανίζεται εξίσου και στα δύο φύλα, κυρίως σε νέα άτομα, συχνότερα μάλιστα μεταξύ της ηλικίας των 15 και 35 ετών.


ioannidis_2γράφει ο Δρ. Δημήτριος Iωαvvίδης
Καθηγητής Δερματoλoγίας
Παvεπιστημίoυ Θεσσαλoνίκης
Διευθυντής της Α΄ Δερματολογικής Κλινικής του Α.Π.Θ.
Νοσοκομείο Αφροδισίων
και Δερματικών Νοσημάτων


Η ψωρίαση χαρακτηρίζεται από ερυθηματώδεις πλάκες με λέπια, διαφόρου μεγέθους και κλινικών μορφών, οι οποίες εξέχουν από την επιφάνεια του δέρματος. Εντοπίζεται, κυρίως, σε αγκώνες και γόνατα, στο δέρμα του τριχωτού της κεφαλής, στα νύχια, αλλά μπορεί να επεκταθεί και να εμφανισθεί σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος. Γενικά, φαίνεται ότι το 65% των ασθενών παρουσιάζει ήπια νόσο (προσβολή σε λιγότερο από 2% του σώματος), το 25% των ασθενών παρουσιάζει μέτρια νόσο (προσβολή 2-10% του σώματος) και το 10% των ασθενών παρουσιάζει σοβαρή νόσο (προσβολή μεγαλύτερη από το 10% του σώματος).

Η ψωρίαση δεν είναι μεταδοτικό νόσημα, δεν μεταδίδεται, δηλαδή, αγγίζοντας το δέρμα ή τα ρούχα ενός πάσχοντος, ούτε είναι αποτέλεσμα κακής προσωπικής υγιεινής, όπως συχνά πιστεύεται. Η ψωρίαση, όπως πολλές παθήσεις, όχι μόνον του δέρματος αλλά και άλλων οργάνων, είναι αποτέλεσμα ενός συνδυασμού γενετικής προδιάθεσης και διαταραχής της λειτουργίας του ανοσολογικού συστήματος του οργανισμού. Η ψυχική υπερένταση αποτελεί έναν παράγοντα που διευκολύνει ή προκαλεί τις εξάρσεις της νόσου, αλλά αυτός δεν είναι ο μοναδικός. Άλλοι εκλυτικοί παράγοντες πιθανόν να είναι: τραυματισμοί του δέρματος, λοιμώξεις, εμβολιασμοί, ορμονικές διαταραχές, ορισμένα φάρμακα και έντονες διακυμάνσεις της θερμοκρασίας.
Η δερματοπάθεια αυτή είναι χρόνια, δηλαδή υποχωρεί και επανεμφανίζεται χωρίς να μπορούν να προβλεφθούν τα μεσοδιαστήματα κατά τα οποία ο ασθενής θα είναι ελεύθερος βλαβών. Επίσης, είναι νόσος οικογενής, εμφανίζεται δηλαδή πιο συχνά σε ορισμένες οικογένειες. Το 1/3 των ασθενών με ψωρίαση έχει θετικό οικογενειακό ιστορικό, με ένα ή περισσότερα μέλη της οικογένειας να πάσχουν από κάποια μορφή ψωρίασης. Έτσι, η πιθανότητα να εμφανισθεί ψωρίαση στο πρώτο παιδί γονέως που πάσχει από ψωρίαση ανεβαίνει στο 10% από το 1-3% του γενικού πληθυσμού, ενώ εάν και οι δύο γονείς πάσχουν από ψωρίαση, η πιθανότητα αυτή φθάνει στο 30% των περιπτώσεων περίπου.
Το 10-30% των ασθενών με ψωρίαση, ανεξάρτητα από το μέγεθος της προσβεβλημένης επιφάνειας, αναπτύσσει ψωριασική αρθρίτιδα σε διάστημα 1-10 ετών μετά την εμφάνιση της δερματικής βλάβης. Άλλωστε, επειδή στο 70% των περιπτώσεων η προσβολή των αρθρώσεων ακολουθεί το δερματικό εξάνθημα, ο δερματολόγος είναι ο πρώτος θεράπων ιατρός που μπορεί, πιθανόν, να προλάβει την προσβολή των αρθρώσεων μετά την εμφάνιση της νόσου στο δέρμα.
Ταυτόχρονα, πληθαίνουν οι αναφορές που τη συσχετίζουν με άλλες παθήσεις, όπως η παχυσαρκία, ο σακχαρώδης διαβήτης, τα καρδιαγγειακά νοσήματα και η κατάθλιψη.

Η ψωρίαση επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα ζωής του ασθενούς. Οι κοινωνικές, επαγγελματικές και προσωπικές του εκδηλώσεις και δραστηριότητες επηρεάζονται πολύ, ιδιαίτερα όταν οι βλάβες της ψωρίασης αναπτύσσονται σε εμφανή σημεία, όπως π.χ. στα χέρια ή σε ευαίσθητες περιοχές, όπως τα γεννητικά όργανα. Μάλιστα, μία μεγάλη επιδημιολογική έρευνα που έγινε στη Βρετανία αποκάλυψε ότι η ψωρίαση επηρεάζει πολύ περισσότερο την ποιότητα ζωής του ασθενούς από άλλες σοβαρότερες παθήσεις του οργανισμού, όπως το έμφραγμα, η υπέρταση ή ο καρκίνος του παγκρέατος και των πνευμόνων.
Όπως, άλλωστε, οι ίδιοι οι ασθενείς με ψωρίαση παρατηρούν, είναι υποχρεωμένοι να εξηγούν τη φύση της παθήσεως τους σε άλλους ανθρώπους μία με δύο φορές την εβδομάδα εάν πάσχουν από ήπια ψωρίαση, έως και μία με δύο φορές ημερησίως εάν πάσχουν από κάποια βαριά μορφή της νόσου.
Επειδή η ψωρίαση είναι χρόνια πάθηση, δεν υπάρχει ένα φάρμακο, το οποίο να χορηγείται και να οδηγεί σε μόνιμη υποχώρηση της νόσου. Υπάρχουν, όμως, πολλά σκευάσματα που εφαρμόζονται τοπικά και πολλά φάρμακα που χορηγούνται από το στόμα, όπως η μεθοτρεξάτη, η κυκλοσπορίνη και η ασιτρετίνη.
Τα τελευταία χρόνια έχουν παρασκευασθεί νέα φάρμακα με βιοτεχνολογικές μεθόδους, τα οποία έχουν εξειδικευμένη δράση, δράση δηλαδή έναντι ορισμένων πρωτεϊνών που παίζουν μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο στην παθογένεση της ψωρίασης. Τα φάρμακα αυτά, όπως τα ινφλιξιμάμπη, ετανερσέπτη, ανταλιμουμάμπη, ουστεκινουμάμπη και σεκουκινουμάμπη, χορηγούνται υποδόρια ή ενδοφλέβια, και είναι αποτελεσματικά και ασφαλή.
Οι πλέον πρόσφατες εξελίξεις αφορούν σε νέα μικρά μόρια, που χορηγούνται από του στόματος και στοχεύουν σε ένα πρωιμότερο στάδιο, μέσα στο κύτταρο. Ο πρώτος εκπρόσωπός τους είναι η απρεμιλάστη, η οποία δεσμεύει τη φωσφοδιεστεράση 4 (PDE4), ένα ένζυμο που προκαλεί την αυξημένη παραγωγή ενός δικτύου φλεγμονωδών ουσιών. Μέσω της δράσης αυτής, η απρεμιλάστη αντιμετωπίζει τις δερματικές ψωριασικές βλάβες και άλλες εκδηλώσεις της ψωριασικής νόσου, και χαρακτηρίζεται από ένα ευνοϊκό προφίλ ανεκτικότητας και ασφάλειας.
Επιπρόσθετα, η απρεμιλάστη δεν αλληλεπιδρά με τις συνήθεις συγχορηγούμενες θεραπείες, δεν απαιτεί εργαστηριακή παρακολούθηση, ούτε κατά την έναρξη ούτε κατά τη διάρκεια της αγωγής, και φαίνεται ότι μπορεί να προσφέρει σημαντική ύφεση της νόσου για μακρότερα χρονικά διαστήματα.
Είναι σημαντικό, επίσης, να ενημερώνεται συνεχώς το κοινό για την ψωρίαση και οι ασθενείς μας για τις δυνατότητες που υπάρχουν, πλέον, να αντιμετωπισθούν με επιτυχία τα συμπτώματα της νόσου.