Σύνδρομο Yπερδραστήριας Kύστης: Ένα πρόβλημα που ζητά… επιτακτικά λύση!

shutterstock_292322879

Νιώθουν ντροπή και αμηχανία. Αυτά ακριβώς τα συναισθήματα έχουν ως αποτέλεσμα μόλις το 40% των ασθενών με επιτακτική ακράτεια να ζητούν τη βοήθεια γιατρού μέσα στον πρώτο χρόνο από την εκδήλωση των συμπτωμάτων της πάθησης. Ωστόσο, τα ίδια συναισθήματα, σε συνδυασμό με τα σοβαρά προβλήματα που προκαλούν τα συμπτώματα στην καθημερινή τους ζωή, θα τους αναγκάσουν -εντός ή εκτός εισαγωγικών- να απευθυνθούν τελικά στον ειδικό.

Το Σύνδρομο της Υπερλειτουργικής Κύστης (OAB) αποτελεί δυσλειτουργία της ουροδόχου κύστης. Το κυρίαρχο σύμπτωμα του Συνδρόμου είναι η επιτακτικότητα, δηλαδή η ξαφνική και έντονη ανάγκη για ούρηση, που δεν μπορεί να αναβληθεί. Η συχνουρία (ούρηση πάνω από 8 φορές κατά τη διάρκεια μιας ημέρας), η νυκτουρία (ούρηση κατά τη διάρκεια της νύχτας), καθώς και η επιτακτική ακράτεια (UUI – απώλεια ούρων μετά ή πριν την έντονη επιθυμία για ούρηση) συνθέτουν το σύνολο των συμπτωμάτων του OAB.

Tο πρόβλημα είναι σύνθετο και αφορά εξίσου γιατρούς και ασθενείς. Η ελλιπής ενημέρωση για την πάθηση, οι μεγάλες προσδοκίες για την άμεση αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, αλλά και τα έντονα συναισθήματα ντροπής και αμηχανίας που βιώνουν οι ασθενείς είναι μερικές από τις μεγάλες προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπιστούν.

Επιπτώσεις στην καθημερινότητα

Το Σύνδρομο της Υπερλειτουργικής Κύστης έχει ποικίλες ψυχολογικές και πρακτικές επιπτώσεις στη ζωή των ασθενών, καθώς δυσχεραίνει την πραγματοποίηση απλών, καθημερινών δραστηριοτήτων. Ένα ταξίδι, η συμμετοχή σε ένα συνέδριο ή ένα απλό εταιρικό meeting, μια βόλτα με φίλους και άλλες κοινωνικές δραστηριότητες έρχονται αντιμέτωπες με τη σκληρή πραγματικότητα, καθώς ο ασθενής χρειάζεται να επισκέπτεται συνεχώς την τουαλέτα, γεγονός που του στερεί την ελευθερία στις κινήσεις και τις επιλογές. Οι πάσχοντες συνήθως συσχετίζουν τα συμπτώματα με κακή υγεία ή φυσική φθορά και, λόγω της άγνοιάς τους, ντρέπονται και δεν αναζητούν ιατρική βοήθεια. Μειώνουν μετακινήσεις και δραστηριότητες, περιορίζουν την πρόσληψη υγρών, χρησιμοποιούν απορροφητικά προϊόντα (πάνες), μέτρα που, ωστόσο, δεν προσφέρουν καμία βελτίωση στη μείωση της έντασης και της συχνότητας των συμπτωμάτων.

Εξίσου δυσάρεστες είναι και οι επιπτώσεις στη γενική εικόνα της υγείας του ασθενούς, καθώς η κακή ποιότητα ύπνου και οι συνεχείς διακοπές του για ούρηση εξασθενούν την απόδοσή του την επόμενη ημέρα και μακροπρόθεσμα προκαλούν σοβαρά προβλήματα υγείας. Ειδικά στα ηλικιωμένα άτομα με Σύνδρομο της Υπερλειτουργικής Κύστης, η ακράτεια μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της ανεξαρτησίας και επιδείνωση της ποιότητας ζωής.

Παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στις καθημερινές τους δραστηριότητες, μόλις το 40% των ασθενών με επιτακτική ακράτεια θα απευθυνθεί στον ειδικό, μέσα στο πρώτο έτος από την εμφάνιση των συμπτωμάτων. Η αμηχανία και η ντροπή που αισθάνονται αποτελούν τους σημαντικότερους ανασταλτικούς παράγοντες, οι οποίοι τους απομακρύνουν από την άμεση επίσκεψη στον γιατρό για την αντιμετώπιση του προβλήματός τους.

Άλλοι λόγοι που καθυστερούν την επίσκεψη στον ειδικό:

α) η πεποίθηση των ασθενών ότι τα συμπτώματα θα υποχωρήσουν μόνα τους

β) το γεγονός ότι τα συμπτώματα δε θεωρήθηκαν ιδιαίτερα ενοχλητικά

γ) οι ασθενείς δοκίμασαν πρώτα κάποιες αλλαγές στον τρόπο ζωής τους, που φαινομενικά βελτίωσαν το πρόβλημα

δ) οι ασθενείς θεωρούσαν πως δεν θα μπορούσε ο γιατρός να τους βοηθήσει σημαντικά στην αντιμετώπιση του προβλήματός τους.

Πώς αντιμετωπίζεται το πρόβλημα;

Αλλαγές στον τρόπο ζωής: περιορισμός της πρόσληψης παραγόντων που πιθανόν ερεθίζουν την ουροδόχο κύστη (καφές, σοκολάτα, καυτερά φαγητά, οινόπνευμα, ανθρακούχα ποτά κ.ά.).

Ασκήσεις πυελικού εδάφους – επανεκπαίδευση της κύστης: Ένας εξειδικευμένος φυσιοθεραπευτής μπορεί να διδάξει στους ασθενείς κάποιες ασκήσεις, οι οποίες γυμνάζουν τους μυς του πυελικού εδάφους που συγκρατούν την ουρήθρα, εμποδίζοντας με αυτόν τον τρόπο την εύκολη απώλεια ούρων.

Φαρμακευτική αγωγή: υπάρχουν διαθέσιμες θεραπείες που έχουν πολύ υψηλή αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση του συνδρόμου.

Θεραπείες 2ης γραμμής: σε μικρό ποσοστό ασθενών, οι παραπάνω παρεμβάσεις αποτυγχάνουν. Σε αυτή την περίπτωση, ο γιατρός μπορεί να σας συστήσει κάποια χειρουργική επέμβαση, ώστε να αντιμετωπιστούν τα πολύ έντονα συμπτώματα. 

Σημαντική η συνεργασία γιατρού – ασθενή

Από τη στιγμή που ένα ή περισσότερα από τα συμπτώματα του Συνδρόμου της Υπερλειτουργικής Κύστης κάνουν την εμφάνισή τους για πρώτη φορά, είναι μάλλον απίθανο να εξαφανιστούν χωρίς φαρμακευτική αντιμετώπιση. Επομένως, η αντιμετώπιση του προβλήματος με τα κατάλληλα θεραπευτικά μέσα αποτελεί μονόδρομο για τον ασθενή.

Η γενικότερη επίδραση του προβλήματος στην ψυχοσύνθεση των ασθενών κάνει το ρόλο των γιατρών ακόμη πιο δύσκολο και σύνθετο. Πρέπει να είναι υποστηρικτικοί προς τους ασθενείς και να τους δείχνουν κατανόηση, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τα συναισθήματα ντροπής και ενοχής που νιώθουν, τα οποία επηρεάζουν τόσο την καθημερινότητά τους, όσο και την απόφασή τους να ζητήσουν ιατρική βοήθεια. Θα πρέπει να συζητούν μαζί τους το πρόβλημα και να τους αφιερώνουν τον απαραίτητο χρόνο για να εκφράσουν όποιες απορίες έχουν. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι να μπορέσουν να τους παράσχουν πλήρη ενημέρωση για την πάθησή τους και να τους καθοδηγήσουν σωστά για την αντιμετώπισή της. Η άποψη των ασθενών ότι ο γιατρός δεν θα μπορέσει να τους βοηθήσει σημαντικά στην επίλυση του προβλήματος που αντιμετωπίζουν είναι ενδεικτική της ελλιπούς ενημέρωσης των πρώτων, που πολλές φορές αγνοούν ακόμη και την ύπαρξη εγκεκριμένων και αποτελεσματικών θεραπειών για την πάθησή τους.

Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι το θέμα των προσδοκιών που έχουν οι ασθενείς, μετά από την πρώτη τους επίσκεψη στον ειδικό. Σύμφωνα με έρευνες, τρεις στους πέντε ασθενείς που επισκέπτονται γιατρό πιστεύουν πως τα συμπτώματα θα μειωθούν σημαντικά, αμέσως μετά την πρώτη επίσκεψη. Ωστόσο, οι προσδοκίες τους δεν επαληθεύονται με αποτέλεσμα να απογοητεύονται εύκολα. Όλα τα παραπάνω καθιστούν σαφή την ανάγκη στενής συνεργασίας γιατρών – ασθενών, ώστε να καθορίσουν από κοινού τους θεραπευτικούς στόχους τους και να διαχειριστούν τις προσδοκίες που έχουν από τη θεραπεία που ακολουθούν.