Το ελπιδοφόρο atezolizumab

atezolizumab

Το atezolizumab αποτελεί πλέον μια σημαντική θεραπευτική επιλογή για ακόμη περισσότερους ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εγκρίνει τη χρήση του σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία για δύο μορφές της νόσου, με αποτέλεσμα το θεραπευτικό τοπίο να αλλάζει πλέον σημαντικά. 

της Μαρίας Λυσάνδρου

Η πρώτη νέα ένδειξη αφορά στον συνδυασμό ανοσοθεραπείας με atezolizumab και χημειοθεραπεία (καρβοπλατίνη και ετοποσίδη) σε ασθενείς με εκτεταμένου σταδίου μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (ΜΚΠ), οι οποίοι δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία. Ο ΜΚΠ, που ευθύνεται περίπου για το 15% όλων των περιπτώσεων καρκίνου του πνεύμονα, ξεχωρίζει συγκριτικά με άλλους υπότυπους της νόσου, εξαιτίας της επιθετικής φύσης του, της ραγδαίας αύξησής του και της πρώιμης μεταστατικής ανάπτυξής του.
Η έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής βασίστηκε στα αποτελέσματα της μελέτης Φάσης III IMpower133, που έδειξε ότι περισσότεροι από τους μισούς ασθενείς που έλαβαν τον συνδυασμό με atezolizumab ήταν εν ζωή τον πρώτο χρόνο (51,7 vs 38,2% στο σκέλος της χημειοθεραπείας μόνο), ενώ ταυτόχρονα μειώθηκε στατιστικά σημαντικά, κατά 30%, ο κίνδυνος επιδείνωσης της νόσου ή θανάτου, σε σύγκριση με τη χημειοθεραπεία μόνο.
Η μελέτη IMpower133 αποτελεί την πρώτη θετική μελέτη Φάσης ΙΙΙ μετά από 20 χρόνια που αποδεικνύει ότι η θεραπεία του μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα που βασίζεται στο συνδυασμό του atezolizumab και χημειοθεραπείας βελτιώνει σημαντικά τη διάμεση συνολική επιβίωση των ασθενών στην πρώτη γραμμή θεραπείας. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική ανακοίνωση, ειδικά αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι ο καρκίνος του πνεύμονα είναι η κύρια αιτία θανάτου από καρκίνο παγκοσμίως, στοιχίζοντας τη ζωή σε περίπου 1,76 εκατομμύρια άτομα κάθε χρόνο.
“Οι ανοσοθεραπείες αλλάζουν τελείως τον αλγόριθμο του καρκίνου και ένα από τα πολλά καλά μηνύματα προς τους ασθενείς είναι ότι έχουμε ένα νέο συνδυασμό για μικροκυτταρικό καρκίνο, όπου δεν υπήρχαν διαθέσιμες λύσεις τα τελευταία 20 χρόνια. Η μόνη λύση στην οποία καταφεύγαμε ήταν η χημειοθεραπεία.
Με τον συνδυασμό χημειοθεραπείας με atezolizumab, έχουν υπάρξει ξεκάθαρα αποτελέσματα για τους ασθενείς. Μάλιστα, πρόκειται για ένα συνδυασμό που έχει εγκριθεί και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, άρα είναι κάτι που εισάγεται άμεσα στην καθημερινή νοσοκομειακή κλινική πρακτική, το οποίο μπορούν να λάβουν οι ενδεδειγμένοι ασθενείς”, σημειώνει ο Δρ. Martin Reck, πνευμονολόγος – ογκολόγος στο Thoracic Oncology Lung Clinic, Grosshansdorf, στο περιθώριο του πρόσφατου Ευρωπαϊκού Ογκολογικού Συνεδρίου ESMO 2019, στη Βαρκελώνη.
“Νομίζω ότι οι ογκολόγοι θα πρέπει να το καθιερώσουν αυτό αύριο κιόλας, αν τους δώσει τη δυνατότητα το σύστημα”, σχολίασε ο Δρ. Κώστας Συρίγος, καθηγητής Παθολογίας και Ογκολογίας στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ, μιλώντας για τον συνδυασμό atezolizumab και χημειοθεραπείας. “Ο μικροκυτταρικός είναι ένας καρκίνος με πολύ λίγες θεραπείες. Γι’ αυτό και οι ογκολόγοι θα πρέπει να το υιοθετήσουν όσο πιο γρήγορα γίνεται. Και παρόλο που η σχετική μελέτη ήταν για ασθενείς με μεταστατική νόσο, πραγματοποιούνται ήδη μελέτες και για περιορισμένη νόσο που, όπως φαίνεται, θα είναι κι αυτές θετικές”.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε, παράλληλα, τον συνδυασμό atezolizumab και χημειοθεραπείας (καρβοπλατίνη και nab-πακλιταξέλη) ως αρχική θεραπεία για ασθενείς με μεταστατικό μη πλακώδη μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (MMKΠ), χωρίς μεταλλάξεις του υποδοχέα του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα (EGFR) ή αναδιατάξεις της κινάσης αναπλαστικού λεμφώματος (ALK). Σύμφωνα με τη μελέτη Φάσης ΙΙΙ IMpower130, στην οποία στηρίχθηκε η απόφαση, ο συνδυασμός atezolizumab και χημειοθεραπείας αυξάνει τη διάμεση συνολική επιβίωση σε 18,6 μήνες, από 13,9 μήνες (p=0.033) που ήταν μέχρι τώρα.
“Οι ασθενείς με καρκίνο πνεύμονα που επιβίωναν στην πενταετία δεν ξεπερνούσαν το 10%. Τώρα δεν αποκλείεται να έχουμε ξεπεράσει και το 18%, δηλαδή να έχουν σχεδόν διπλασιαστεί. Και αν συνεχιστούν οι μελέτες, δεν αποκλείεται αυτό το 18% να είναι ίδιο και στην επιβίωση δεκαετίας – αν ακολουθήσουμε το μοντέλο του μελανώματος. Δεν είναι μόνο, δηλαδή, το ότι έχουμε καλές ανταποκρίσεις. Με την ανοσοθεραπεία, έχουν και διάρκεια”, προσθέτει ο Δρ. Συρίγος.
Ο καρκίνος του πνεύμονα είναι μια πολύπλοκη νόσος, η οποία απαιτεί ένα εύρος θεραπευτικών επιλογών. Η έγκριση νέων ανοσοθεραπευτικών σχημάτων, που βοηθούν το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς να καταπολεμήσει τον καρκίνο, αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της εξατομικευμένης προσέγγισης του κάθε ασθενή.

Οι εξελίξεις στον ουροθηλιακό καρκίνο
Καλά νέα για τους ασθενείς, ωστόσο, υπήρξαν και στον τομέα του ουροθηλιακού καρκίνου. Ο ουροθηλιακός καρκίνος μπορεί να προσβάλει όλο το σύστημα που έχει ως στόχο την απέκκριση των ούρων, δηλαδή από τους νεφρούς, μέχρι την κύστη και την ουρήθρα. Αν και πρόκειται για ένα συχνό καρκίνο, στο 70% των περιπτώσεων διαγιγνώσκεται ως επιφανειακός, δηλαδή δεν δίνει μεταστάσεις και αντιμετωπίζεται στην πλειονότητα των περιπτώσεων με θεραπευτικές προσεγγίσεις, όπως π.χ. χειρουργική αφαίρεση του όγκου.
“Οι εξελίξεις είναι ραγδαίες, και όχι μόνο στο κομμάτι του μεταστατικού καρκίνου. Γενικότερα, υπάρχει μία εξέλιξη από τις πιο πρώιμες μορφές μέχρι τον μεταστατικό, και αυτό επιτυγχάνεται μέσω της μοντέρνας ανοσοθεραπείας”, υπογραμμίζει ο Δρ. Αριστοτέλης Μπάμιας, καθηγητής Θεραπευτικής Παθολογίας/Ογκολογίας ΕΚΠΑ. Και συνεχίζει:
“Η διεθνής μελέτη (IMvigor130), στην οποία συμμετείχε και το νοσοκομείο “Αλεξάνδρα” και παρουσιάστηκε στο Presidential Symposium του συνεδρίου ESMO στη Βαρκελώνη, αφορούσε ασθενείς που είχαν διαγνωστεί με μεταστατικό καρκίνο και δεν είχαν λάβει κάποια προηγούμενη θεραπεία. Μέχρι σήμερα, η θεραπεία εκλογής ήταν η χημειοθεραπεία με πλατίνα. Η εν λόγω μελέτη έδειξε ότι η προσθήκη μιας μοντέρνας ανοσοθεραπείας, της ατεζολιζουμάμπης, μιας ουσίας που ενισχύει την ανοσολογική απάντηση του οργανισμού έναντι του όγκου, στη χημειοθεραπεία με πλατίνα επιμήκυνε σημαντικά το διάστημα μέχρι να χειροτερέψει η νόσος, σε σύγκριση με τη χορήγηση μόνο χημειοθεραπείας με πλατίνα. Είναι η πρώτη φορά, μετά από 30 χρόνια, που έχουμε μια θεραπεία στον ουροθηλιακό καρκίνο, η οποία να βελτιώνει τα πράγματα. Με τη θεραπεία αυτή φαίνεται να αλλάζει σημαντικά το θεραπευτικό τοπίο”.
“Κάτι πολύ σημαντικό, ωστόσο, είναι ότι όλα αυτά τα φάρμακα που εξετάστηκαν στις μελέτες, πριν βγουν στην καθημερινή πρακτική, ήταν και θα είναι διαθέσιμα στους Έλληνες ασθενείς, καθώς και η IMvigor 130, αλλά και όλες σχεδόν οι σημαντικές μελέτες των τελευταίων πέντε χρόνων, “έτρεξαν” και στην Ελλάδα. Έρχονται πλέον μόνοι τους οι ασθενείς, αλλά και οι γιατροί τους, ζητώντας να τους εντάξουν σ’ αυτές τις μελέτες, ακόμα κι αν αυτές δεν πραγματοποιούνται στο δικό τους ιατρικό κέντρο. Είναι σημαντικό, λοιπόν, να ενθαρρύνουμε την ένταξη των Ελλήνων ασθενών στις κλινικές μελέτες, διότι αυτό είναι προς όφελός τους”, καταλήγει ο Δρ. Μπάμιας.