Το παιδί μου δεν πεινάει και είναι κακόφαγο, τι του συμβαίνει;

Τι συμβαίνει όταν ένα παιδί περιορίζει και αποφεύγει επίμονα την κατανάλωση τροφών, εκφράζοντας συστηματικά δυσφορία, άγχος, φόβο, θυμό και ένταση;

της Μαρίας Τσιάκα

Είναι γνωστό ότι τα περισσότερα παιδιά ηλικίας από 3 έως 8 ετών περνάνε μια φάση επιλεκτικότητας σε σχέση με την τροφή, καθώς αρνούνται να δοκιμάσουν νέες τροφές, είτε αποκλείουν κάποιες που προτιμούσαν στο παρελθόν, είτε κλείνουν τη μύτη τους, εκφράζοντας αηδία γι’ αυτό που έχουν μέσα στο πιάτο τους. Οι γονείς καλούνται να διαχειριστούν αυτές τις “μάχες” που αναπόφευκτα δυσκολεύουν τη διαδικασία του ταΐσματος, η οποία μόνο ευχάριστη δεν είναι. Όμως πρόκειται για κάτι αναμενόμενα φυσιολογικό και δεν διαρκεί για πολύ…

Τι συμβαίνει, όμως, όταν ένα παιδί αποφεύγει επίμονα να φάει, εκφράζοντας συστηματικά δυσφορία, άγχος, φόβο, θυμό και ένταση, αλλά και όταν επί σειρά ετών παρουσιάζει αντιδράσεις και συμπεριφορές όπως:
Έχει σχετικά μια ανοιχτή γκάμα τροφών, αλλά καταναλώνει λιγότερη ποσότητα από αυτή που χρειάζεται για να αυξηθεί το βάρος του.
• Δυσκολεύεται να αναγνωρίσει πότε και αν πεινάει.
• Νιώθει γρήγορα κορεσμό ύστερα από λίγες μπουκιές και, φυσικά, δυσκολεύεται να φάει περισσότερο.
• Χρειάζεται πολύ χρόνο κατά τη διάρκεια των γευμάτων (συνήθως πάνω από 45 λεπτά). Συχνά, μάλιστα, καταναλώνει νερό σε κάθε μπουκιά και αποσπάται μονίμως από κάτι άλλο.
• Μπορεί να χάσει και γεύματα, ειδικά όταν ασχολείται με κάτι άλλο.
• Εκδηλώνει ευαισθησία στην οσμή, υφή, γεύση ή θερμοκρασία των τροφών.
• Λειτουργεί επιλεκτικά σε σχέση με την τροφή.
• Κάνει συνεχώς τα ίδια γεύματα, και η διατροφή του περιλαμβάνει περίπου 20-30 επιλογές από όλη την γκάμα των τροφών.
• Δεν δείχνει καμία επιθυμία να δοκιμάσει κάτι καινούριο.
• Αντιδρά αρνητικά σε κάθε παρότρυνση για δοκιμή νέας τροφής.
• Στην εισαγωγή κάποια νέας τροφής στο τραπέζι, αντιδρά συνήθως με άγχος, απέχθεια και θυμό.
• Σχεδόν πάντα τρώει “το δικό του” γεύμα, το οποίο συνήθως είναι διαφορετικό από αυτό της οικογένειας.
• Καταναλώνει τροφές συγκεκριμένου χρώματος, όπως λευκό, μπεζ, χρυσαφί ή κίτρινο.
• Καταναλώνει με μεγάλη ευκολία γάλα και γλυκά, ιδίως σοκολάτα.
• Αποφεύγει ή και αποκλείει από τη διατροφή του τα λαχανικά, τα φρούτα, τα όσπρια, καθώς και πρωτεΐνες, όπως τυρί και κρέας.
• Επιλέγει και καταναλώνει μόνο συγκεκριμένες μάρκες τροφών και αμέσως το αντιλαμβάνεται όταν το προϊόν είναι άλλης μάρκας.
• Δυσκολεύεται ή και αποφεύγει βόλτες και εξόδους με την οικογένεια και φίλους, οι οποίες συνδέονται με το γεύμα, όπως πάρτι παιδικά, εστιατόρια κ.λπ., με συνέπεια και η οικογένεια να αποφεύγει συστηματικά τις εξόδους, καθώς το άγχος και το στρες του παιδιού αυξάνεται κατακόρυφα στη θέα των τροφών.
• Νιώθει συχνά άγχος κατά τη διάρκεια του γεύματος, μασάει αργά, κόβοντας τα πάντα σε μικρές μπουκιές. Αποφεύγει τις τροφές που είναι σύνθετες, γεμιστές ή έχουν σάλτσα (εκτός από πίτσα μαργαρίτα, από όπου συχνά αφαιρεί το τυρί).
• Μειώνεται το σωματικό του βάρος ή παραμένει σταθερό σε νηπιακή και παιδική ηλικία.
• Παρουσιάζει ελλιπή θρέψη και ανεπάρκεια σε μέταλλα και ιχνοστοιχεία, όπως σίδηρο, βιταμίνη D, ψευδάργυρο, μαγνήσιο κ.λπ.
• Η χρήση συμπληρωμάτων διατροφής ή ενεργειακών σκευασμάτων είναι αναπόφευκτη.

ΑRFID
Αν παρατηρείτε κάποιες από τις παραπάνω συμπεριφορές, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα το παιδί να πάσχει από Αποφευκτική Περιοριστική Πρόσληψη Τροφής (Avoidant Restrictive Food Intake Disorder, ARFID). Πρόκειται για μια νέα διατροφική διαταραχή που μαστίζει το 5% των παιδιών νηπιακής, προσχολικής και σχολικής ηλικίας, αλλά και άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.
Τα συμπτώματα της νόσου αφορούν τρεις βασικούς άξονες, οι οποίοι συσχετίζονται με: α) χαμηλό ενδιαφέρον για φαγητό, έλλειψη όρεξης και απόλαυσης, καθώς συχνά το γεύμα βιώνεται ως κάτι βασανιστικό, β) αισθητηριακή ευαισθησία και αποφυγή ή περιορισμό τροφών, με βάση την εμφάνιση (συσκευασία) της τροφής, τη γεύση, την όψη, την υφή (μαλακά-κριτσανιστά) και το χρώμα, γ) μια ασφαλή γκάμα 10-30 τροφών που επαναλαμβάνεται συνεχώς, καθώς με αυτό τον τρόπο το παιδί διασφαλίζει ότι δεν θα πνιγεί και δεν θα νιώσει αηδία μέχρι εμετού ή πονόκοιλο.
Παρ’ όλα αυτά, επειδή κάθε παιδί είναι διαφορετικό, οι παραπάνω συμπεριφορές μπορεί να διαφοροποιούνται, αλλά πάντα σηματοδοτούνται από δυσκολίες γύρω από τη σίτιση. Φανταστείτε τη νόσο ως μια “ομπρέλα” που καλύπτει όλο το εύρος επισιτιστικών δυσκολιών.

Οι κίνδυνοι της νόσου ARFID
Η συμπτωματολογία της ARFID, καθώς και η χρονιότητά της, έχουν επιπτώσεις στη σωματική και ψυχοκοινωνική εξέλιξη, αλλά και στην υγεία του παιδιού και του εφήβου. Λόγω του αρνητικού ισοζυγίου ενέργειας, δηλαδή όταν δεν καλύπτονται επαρκώς οι ενεργειακές του ανάγκες, αναπόφευκτα το παιδί χάνει βάρος ή δεν παίρνει το αναμενόμενο, ενώ επηρεάζεται και επιβραδύνεται ο ρυθμός ανάπτυξης του ύψους.
Συνεπώς, η υγεία των παιδιού με ARFID κινδυνεύει από:
– Καρδιακές επιπλοκές
– Καρδιακά προβλήματα
– Νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια
– Απώλεια οστικής πυκνότητας / οστεοπόρωση
– Αναιμία
– Ηλεκτρολυτικές διαταραχές
– Χαμηλή γλυκόζη / υπογλυκαιμίες

Ταυτόχρονα, οι συμπεριφορές και τα συναισθήματα που συσχετίζονται με τη νόσο προκαλούν αλυσιδωτές αντιδράσεις (δυσκολίες) στο σχολείο, στο σπίτι, αλλά και στις κοινωνικές συναναστροφές του παιδιού. Γενικότερα, η καθημερινότητα επηρεάζεται αρνητικά σε τέτοιο σημείο, που τα άτομα με ARFID δυσφορούν σε κάθε συνθήκη που συνδέεται με τροφή, όπως στις διακοπές, στις εξόδους κ.λπ. Η διαδικασία της κοινωνικοποίησης μέσω της τροφής καθίσταται αδύνατη, καθώς η νόσος απαιτεί μια συγκεκριμένη ρουτίνα, η οποία πλήττει τις διαπροσωπικές σχέσεις.

Αν σε αυτό το άρθρο αναγνωρίζετε κάποια σημάδια και συμπτώματα του παιδιού σας, τότε θα πρέπει να ζητήσετε άμεσα βοήθεια από τον παιδίατρό σας και από εξειδικευμένο ειδικό στην ARFID και τις διατροφικές διαταραχές. Η θεραπεία της ARFID βασίζεται στην άμεση εμπλοκή και συνεργασία της οικογένειας, μέσω της σταδιακής έκθεσης και κατανάλωσης νέων τροφών. Η διαδικασία γίνεται στο τραπέζι με την παρουσία της οικογένειας και του ειδικού στις ARFID. Τα ποσοστά επιτυχίας είναι πολύ υψηλά και η ανάρρωση εφικτή.

H Δρ. Μαρία Τσιάκα είναι πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών και διδάκτωρ στο Τμήμα Ψυχολογικής Ιατρικής και Ψυχιατρικής του Institute of Psychiatry, King’s College London. Οικογενειακή θεραπεύτρια, εξειδικευμένη στις διατροφικές διαταραχές. Μέλος διαφόρων Συλλόγων και Οργανισμών, όπως EFTA (European Family Therapy Association), ECED (European Council on Eating Disorders), AED (Academy of Eating Disorders) και IAEAP (International Association for Eating Disorders Professionals).