Nίκος Χατζηνικολάου: Κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός. Έτσι πρέπει να είναι και η θεραπεία του

Ygeia_2_BIG

Παράγοντες κινδύνου, πρόληψη, πρώιμη διάγνωση, κόστος και προσφορά των νέων θεραπειών. Αυτά είναι μερικά μόνο από τα σημεία που απασχολούν τους ασθενείς, τους οικείους του, αλλά και γενικά τον σύγχρονο άνθρωπο, ο οποίος βλέπει τον καρκίνο, ως ένα από τους μεγαλύτερους “εχθρούς”, που μπορεί ξαφνικά να “συναντήσει” στη ζωή του

Ο κ. Νίκος Χατζηνικολάου, Διευθυντής του Τμήματος Ογκολογίας της εταιρείας Pfizer Hellas, μας αναλύει όλα τα παραπάνω σημεία, σχολιάζει τις εξελίξεις στον τομέα της Ογκολογίας και μας βοηθά σημαντικά να κατανοήσουμε καλύτερα τη νόσο.

Κύριε Χατζηνικολάου, αυξάνεται η συχνότητα εμφάνισης καρκίνων ή βελτιώνονται τα διαγνωστικά εργαλεία, οπότε ανακαλύπτονται πιο γρήγορα, δηλ. σε πιο πρώιμο στάδιο;

Ισχύουν και τα δύο, η επίπτωση της νόσου έχει αυξηθεί, δηλαδή ο αριθμός των καταγεγραμμένων ανθρώπων που διαγιγνώσκονται με καρκίνο σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Στις αναπτυγμένες χώρες, πλέον υπολογίζεται πως, ένας στους δύο θα αναπτύξει κάποια κακοήθεια στη διάρκεια της ζωής του. Υπάρχουν διάφοροι λόγοι, ο πιο βασικός είναι πως, με τον καλύτερο έλεγχο των λοιμωδών νοσημάτων, καθώς και των καρδιαγγειακών παθήσεων ζούμε περισσότερο, με αποτέλεσμα να φτάνουμε σε ηλικίες, όπου το ρίσκο διάγνωσης με καρκίνο να είναι μεγαλύτερο. Ας μη ξεχνάμε πως, τα τρία τέταρτα των ασθενών που διαγιγνώσκονται με καρκίνο, είναι άνω των 60 ετών. Η καθολική πρόσβαση σε συστήματα υγείας, καθώς και οι εξελίξεις στην απεικονιστική έχουν, επίσης, συμβάλει σε έναν βαθμό στην καλύτερη καταγραφή των νέων περιστατικών. Τέλος, δεν πρέπει να υποτιμάμε τον ρόλο του τρόπου ζωής. Ο “σύγχρονος” τρόπος ζωής έχει αυξήσει την έκθεσή μας σε πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου (κάπνισμα, περιβαλλοντικούς, διατροφικούς κτλ), γεγονός που, επίσης, συμβάλλει καθοριστικά στην αύξηση της επίπτωσης της νόσου.

Όμως, υπάρχουν και καλά νέα: η επιβίωση, πιο συγκριμένα ο αριθμός των ασθενών εν ζωή 10 χρόνια μετά τη διάγνωση τους, έχει διπλασιαστεί τα τελευταία 40 χρόνια, και είναι πλέον της τάξεως του 50%.

Το κάπνισμα είναι, νομίζω, πλήρως αναγνωρισμένο ως παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση κάποιων καρκίνων όπως π.χ. του πνεύμονα ή της ουροδόχου κύστης. Έχουμε άλλους, τόσο ξεκάθαρους παράγοντες κινδύνου;

Έχουν αναγνωριστεί πλέον αρκετοί παράγοντες. O Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υπολογίζει πως, το ένα τρίτο των νέων περιστατικών καρκίνου θα μπορούσαν να αποφευχθούν, μέσω κατάλληλων μέτρων πρόληψης. Για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε, όμως, σε αυτές τις προληπτικές παρεμβάσεις, πρέπει να αποκτήσουμε έγκυρα στοιχεία, που αφορούν τους παράγοντες αυτούς. Καταρχάς, για να θεωρηθεί ότι ένας παράγοντας έχει ειδική καρκινογόνο δράση, δεν αρκεί να δειχθεί πιθανός μηχανισμός καρκινογένεσης, αλλά πρέπει να έχουμε επαρκή στοιχεία από επιδημιολογικές μελέτες στον άνθρωπο. Ας ξεκινήσουμε από παράγοντες που μπορούμε να ελέγξουμε σ’ έναν βαθμό. Το κάπνισμα παραμένει ο πιο σημαντικός παράγοντας κινδύνου, ο οποίος θα μπορούσε να αποφευχθεί, και είναι υπεύθυνο για τους περισσότερους θανάτους λόγω καρκίνου. Περιττό να σας πω πως ο καπνός του τσιγάρου περιέχει μέχρι 70 γνωστές καρκινογόνες ουσίες. Η υπερβολική κατανάλωση αλκοολούχων ποτών έχει συσχετιστεί με αύξηση της πιθανότητας παρουσίασης καρκίνων της στοματικής κοιλότητας, του μαστού και του ήπατος. Η κατανάλωση κόκκινων, καθώς και επεξεργασμένων κρεάτων έχει συσχετιστεί με την αύξηση παρουσίασης καρκίνου παχέος εντέρου. Η παχυσαρκία αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη καρκίνου του οισοφάγου, του μαστού, καθώς και του ενδομητρίου. Η έκθεση στην ηλικιακή ακτινοβολία και πιο συγκεκριμένα στην υπεριώδη ακτινοβολία έχει συσχετιστεί με καρκίνους του δέρματος, συμπεριλαμβανομένου και του μελανώματος.

Υπάρχουν όμως και παράγοντες που δεν άπτονται απολύτως του ελέγχου μας, όπως αναπαραγωγικοί και ορμονικοί παράγοντες. Αναπαραγωγικοί παράγοντες, όπως ο αριθμός των κυήσεων, η ηλικία κατά την πρώτη κύηση, η ηλικία κατά την έναρξης της εμμήνου ρύσεως, καθώς και αυτή της εμμηνόπαυσης, επηρεάζουν τα επίπεδα κάποιων ορμονών που έχουν ενοχοποιηθεί για την εμφάνιση καρκίνου. Στα πλαίσια αυτά υπάρχουν αρκετά στοιχεία που συσχετίζουν την λήψη κάποιων από του στόματος αντισυλληπτικών, καθώς και τη θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης μετά την εμμηνόπαυση με τον καρκίνο του μαστού. Λοιμογόνοι παράγοντες και, πιο συγκεκριμένα, κάποιες ιογενείς λοιμώξεις έχουν συσχετιστεί με την εμφάνιση ορισμένων τύπων καρκίνου του ήπατος και του τραχήλου της μήτρας. Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως υπάρχουν και κάποιοι κληρονομικοί παράγοντες· έχει υπολογιστεί πως κάποιες κληρονομούμενες γενετικές μεταλλάξεις είναι υπεύθυνες για το 5-10% των κακοηθειών.

Πολλοί συγχέουμε την “πρόληψη” με την “πρώιμη διάγνωση”. Μπορείτε να μας αποσαφηνίσετε τη διαφορά;

Πρόληψη, είναι ενέργειες και δράσεις που έχουν ως σκοπό την μείωση του κινδύνου εμφάνισης μίας νόσου. Σαφώς υπάρχει άμεση σύνδεση με τους προαναφερόμενους παράγοντες κινδύνου. Η πρόληψη του καρκίνου βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην επιτυχή μείωση της έκθεσής μας σε παράγοντες κινδύνου. Δυστυχώς, όμως, αυτό δεν είναι πάντα εφικτό. Όπως προανέφερα, οι παράγοντες κινδύνου δεν είναι μόνο “περιβαλλοντικοί”, αλλά υπάρχουν και άλλοι που αυξάνουν την εμφάνιση κακοηθειών, όπως αναπαραγωγικοί ή ορμονικοί παράγοντες. Εφόσον, όμως, τα στοιχεία δείχνουν πως ένας στους τρεις καρκίνους θα μπορούσε να αποφευχθεί μέσω της κατάλληλης πρόληψης, οφείλουμε να θεσπίσουμε προγράμματα ευαισθητοποίησης και εκπαίδευσης, σχετικά με τους παράγοντες κινδύνου (όπως ενέργειες για την διακοπή του καπνίσματος), καθώς και την ενίσχυση δράσεων που προάγουν την καλή διατροφή και την φυσική άσκηση.

Εφόσον μιλάμε για έγκαιρη διάγνωση, αναφερόμαστε σε μία νόσο, η οποία έχει ήδη εκδηλωθεί. Η πρώιμη διάγνωση της νόσου είναι η διάγνωση αυτής, σε πιο πρώιμα στάδια, όπου η νόσος είναι ασυμπτωματική ή, ιδανικά, ακόμη νωρίτερα, δηλαδή σε προκαρκινικά στάδια. Η έγκαιρη διάγνωση είναι εξαιρετικά σημαντική, διότι ο καρκίνος, όταν διαγνωστεί σε πιο πρώιμα στάδια, μπορεί να αντιμετωπιστεί πολύ καλύτερα. Η θέσπιση προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου είναι ένας τομέας εξαιρετικής σημασίας, αλλά και πολυπλοκότητας. Ο καρκίνος δεν είναι μία νόσος, κάθε κακοήθεια έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και συμπτωματολογία και διαφορετικό πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου. Χρειαζόμαστε άλλο πρόγραμμα για τον καρκίνο του μαστού και άλλο για τον καρκίνο του παχέος εντέρου. Οι ενέργειες αυτές θα πρέπει να είναι επιστημονικά τεκμηριωμένες, και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως, ο προληπτικός έλεγχος γίνεται σε ασυμπτωματικούς και ως επί το πλείστον, υγιείς ανθρώπους, το δε όφελος του ελέγχου πρέπει να είναι μεγαλύτερο από τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθενται οι συμμετέχοντες, είτε σε επίπεδο ιατρικής πράξης (έκθεση σε ακτινοβολία, επιπλοκές από πιθανές ιατρικές επεμβάσεις), είτε σε επίπεδο ψυχολογικό. Σχεδόν όλα τα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου έχουν ένα ποσοστό ψευδώς θετικών διαγνώσεων. Το άγχος και η αγωνία που προκαλείται από μία τέτοια διάγνωση είναι ένας παράγοντας που πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη, όταν αξιολογούμε τέτοια προγράμματα.

Με βάση, λοιπόν, το βαθμό έκθεσης του καθενός μας σε παράγοντες κινδύνου, θα πρέπει να αξιολογηθεί ο τύπος και η συχνότητα του προσυμπτωματικού ελέγχου που μπορεί να επιφέρει κλινικό όφελος – ένας φορέας κληρονομούμενης γενετικής μετάλλαξης χρειάζεται πιο συχνό ή πιο “επεμβατικό έλεγχο”. Τέλος, υπάρχει και το θέμα του κόστους. Ιδιαίτερα στη περίοδο που διανύουμε, είναι ένας σημαντικός παράγοντας, που πρέπει να ληφθεί υπόψη στην επιλογή του τρόπου που γίνεται ο έλεγχος αυτός.

Τα τελευταία χρόνια βρίσκεται στο προσκήνιο η “ανοσο-ογκολογία”, η προσπάθεια δηλ. ενίσχυσης της ικανότητας του ανοσοποιητικού συστήματος να μπορεί να αναγνωρίζει ως ξένα τα καρκινικά κύτταρα και να μπορεί να τα καταστρέφει. Ποια είναι η άποψή σας;

Καταρχάς θα πρέπει να ξεκινήσουμε με μία παραδοχή: η ανάπτυξη κακοήθειας είναι αυτή καθαυτή αποτυχία του ανοσοποιητικού μας συστήματος. Το ανοσοποιητικό μας σύστημα έχει μηχανισμούς που αναγνωρίζουν και καταστρέφουν καρκινικά κύτταρα, όμως τα κύτταρα αυτά βρίσκουν ποικίλους τρόπους διαφυγής από την επιτήρηση του ανοσοποιητικού. Αναγνωρίζοντας αυτά τα στοιχεία, είναι λογικό πως, εδώ και αρκετές δεκαετίες, σε ερευνητικό επίπεδο, έχει γίνει μεγάλη επένδυση στην κατανόηση και στοχοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος και του πώς αυτό αλληλοεπιδρά με τα καρκινικά κύτταρα. Φαίνεται πως, τελικά, η επένδυση αυτή απέδωσε καρπούς και ο τομέας της ανοσοογκολογίας έχει εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς πυλώνες στην μάχη κατά του καρκίνου.

Τα στοιχεία από κλινικές μελέτες έχουν δείξει πως ασθενείς μπορούν να επωφεληθούν από την χορήγηση ανοσοογκολογικών παραγόντων και πως οι ανταποκρίσεις στην θεραπεία είναι συχνά μακράς διάρκειας. Αξίζει να σημειωθεί πως, οι ανοσοογκολογικοί παράγοντες έχουν προσφέρει λύσεις σε κακοήθειες, όπου οι θεραπευτικές επιλογές ήταν εξαιρετικά περιορισμένες, όπως στο μεταστατικό μελάνωμα.

Παραμένει ακόμη να βρούμε, ποια θα είναι η βέλτιστη ενσωμάτωση των παραγόντων αυτών στην καθημερινή κλινική πρακτική, ποια θα είναι η ιδανική αλληλουχία θεραπειών και ποιοι είναι οι ιδανικοί συνδυασμοί που μπορούν να επιφέρουν το μεγαλύτερο όφελος για τους ασθενείς.

Λένε πολλοί ειδικοί, εμφατικά ίσως, πως δεν υπάρχουν καρκίνοι, αλλά καρκινοπαθείς. Καθένας έχει τη μοναδική, δική του νόσο, όπως και μοναδικός είναι ως άνθρωπος. Συμφωνείτε; Πώς επηρεάζει αυτό τη σύγχρονη θεραπευτική;

Συμφωνώ απόλυτα. Η κατανόηση της βιολογικής βάσης του καρκίνου έχει προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια, καθώς οι ερευνητές έχουν φτάσει σε σημείο να καταλαβαίνουν σε βάθος τη μοριακή διάσταση της νόσου. Η θεαματική εξέλιξη των τελευταίων ετών στον τομέα της μοριακής βιολογίας και τεχνολογίας έχει επιτρέψει την εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση στην ογκολογία.

Τα νέα φάρμακα που αναπτύσσονται με το σκεπτικό της εξατομικευμένης προσέγγισης, έχουν τη δυναμική να είναι πιο αποτελεσματικά και λιγότερο τοξικά, αφού στοχεύουν με ειδικό τρόπο τα καρκινικά κύτταρα και “σέβονται” τα υγιή. Επίσης, τα φάρμακα αυτά χορηγούνται μόνο στους ασθενείς εκείνους που έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να παρουσιάσουν όφελος. Με τον τρόπο αυτό υπάρχει εξοικονόμηση κλίμακας για τα συστήματα υγείας και τα ασφαλιστικά ταμεία, καθώς τα νέα αυτά φάρμακα χορηγούνται μόνο σε συγκεκριμένες, μικρές ομάδες ασθενών που έχουν βάσιμες πιθανότητες να ωφεληθούν από αυτά (πιο περιορισμένη και πιο αποτελεσματική χρήση). Ο έλεγχος της αποτελεσματικότητας της θεραπείας με μοριακούς δείκτες θα είναι συνεχής, ώστε να διακόπτεται έγκαιρα η χορήγησή τους, όταν η νόσος γίνεται ανθεκτική. Παράλληλα, το κόστος αντιμετώπισης των παρενεργειών της χημειοθεραπείας θα εξαλειφθεί.

Στη Pfizer πιστεύουμε ότι στη μάχη κατά του καρκίνου κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός. Έτσι πρέπει να είναι και η θεραπεία του.

Επενδύοντας στην έρευνα και στην ανάπτυξη εξατομικευμένων θεραπειών, συμβάλλουμε στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του καρκίνου.

Στόχος μας είναι να μετατρέψουμε τον καρκίνο σε μια χρόνια ελεγχόμενη ασθένεια. Η άλλοτε επάρατη νόσος δεν είναι ανίκητη. Η αντιμετώπισή της απαιτεί όραμα, γνώση, στρατηγική και πόρους.

Τα νέα αντικαρκινικά φάρμακα κριτικάρονται ως ακριβά ή πολύ ακριβά. Υπάρχει, ταυτόχρονα, ένας σκεπτικισμός, αν το κόστος δικαιολογείται από την προσφορά τους. Πώς το σχολιάζετε;

Ένα νέο φάρμακο είναι το αποτέλεσμα των τεράστιων προσπαθειών που έχουν καταβληθεί στον τομέα Έρευνας και Ανάπτυξης. Το δε κόστος που απαιτείται για την έρευνα, είναι δυσθεώρητο, ενώ η τιμή του είναι γενικά το αποτέλεσμα εκτενών διαπραγματεύσεων και αλληλεπιδράσεων μεταξύ μιας φαρμακευτικής εταιρείας, των συστημάτων υγείας και των εθνικών αρχών τιμολόγησης.

Ένα νέο φάρμακο τιμολογείται βάσει της αξίας που προσδίδει, λαμβάνοντας υπόψη πολλές παραμέτρους. Σε αυτές τις παραμέτρους περιλαμβάνονται η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου σε σύγκριση με τις υπάρχουσες θεραπείες, η ασφάλεια και οι ανεπιθύμητες ενέργειες που συνδέονται με αυτό, καθώς και τα οφέλη του στην κοινωνία, τους ασθενείς και τις οικογένειές τους. Ένα φάρμακο με λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες οδηγεί, συχνά, σε αυξημένη συμμόρφωση, λιγότερες επανεισαγωγές στο νοσοκομείο και παραγωγικότερη ζωή για τους ασθενείς.

Τα καινοτόμα αντικαρκινικά φάρμακα μπορούν να έχουν τεράστιο αντίκτυπο. Παρατείνουν την παραγωγική ζωή των ασθενών, εξοικονομώντας με τον τρόπο αυτόν χρήματα για τα συστήματα υγείας, ενώ ταυτόχρονα προσφέρουν στους ασθενείς περισσότερο πολύτιμο χρόνο με τα προσφιλή τους πρόσωπα.