Ζώα με και άνθρωποι χωρίς…

animals

Ενδεχομένως, το –ρητορικό– ερώτημα “κατά πόσον τα ζώα έχουν συναισθήματα” να πηγάζει από το γεγονός ότι το ανθρώπινο είδος θεωρεί αναφαίρετο “δικαίωμά” του να επιβάλλεται σε οτιδήποτε αδύναμο και ανυπεράσπιστο, συμπεριλαμβανομένων και των υπόλοιπων συνανθρώπων μας. Με άλλα λόγια, ο homo sapiens sapiens, εκτός από επικίνδυνος, είναι και… τσάμπα μάγκας.

των Ραζμίκ και Βισάπ Αγαμπατιάν

Κοιτάξτε τις μουσούδες, τις ουρές και, το σημαντικότερο, τα μάτια τους. Αυτό που βλέπουμε μας λέει πολλά και κρύβει ακόμα περισσότερα για το τι τελικά συμβαίνει στο μυαλό και, κυρίως, στην ψυχή των υπέροχων πλασμάτων που αποκαλούμε “ζώα”.
Ο Πυθαγόρας υποστήριζε ότι τα ζώα αισθάνονται ακριβώς τα ίδια συναισθήματα με τους ανθρώπους, ενώ ο Δαρβίνος, στηριζόμενος στις εντυπωσιακές ομοιότητες ανάμεσα στην ανθρώπινη και ζωική συμπεριφορά, θεωρούσε ότι διαθέτουν ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων που περιλαμβάνει τον θυμό, την ευτυχία, τη λύπη, την αηδία, τον φόβο και την έκπληξη. Φαίνεται, δε, πως τα ζώα όχι μόνο σε επίπεδο είδους, αλλά και ατομικά, εκφράζουν διαφορετικά τα συναισθήματά τους, όπως συμβαίνει με τον καθένα μας που έχει τη δική του προσωπικότητα.
Ωστόσο, χρειάστηκαν να περάσουν αιώνες από τότε που φιλόσοφοι, όπως ο Καρτέσιος, θεωρούσαν ότι τα ζώα είναι όπως οι μηχανές –σώματα, δηλαδή, που επιτελούν ορισμένες λειτουργίες, χωρίς τη δυνατότητα να σκέφτονται ή να έχουν αισθήματα–, για να φτάσουμε στους επιστήμονες του σήμερα που, φευ, ισχυρίζονται ότι ειδικά τα πρωτεύοντα θηλαστικά διαθέτουν όλη την γκάμα των τυπικά ανθρώπινων συναισθημάτων, όπως αγάπη, μίσος, φόβο, αλτρουισμό και ενσυναίσθηση.
Αναζητώντας, λοιπόν, το αυτονόητο, μήπως έχει περισσότερη σημασία να αναρωτηθούμε αν τελικά οι άνθρωποι έχουν “αισθήματα” και, κυρίως, ποιας ποιότητας; Διότι η νοσηρή τάση για ανωτερότητα μέσω της επιβολής έχει “γεννήσει” πολέμους, καταστροφές, διαστροφές και κάθε είδους φρικαλεότητες.

Άκου… ανθρωπάκο
Πρόσφατα, στη Μ. Βρετανία, η “διορατική” πρωθυπουργός Τερέζα Μέι ενσωμάτωσε στον νόμο για το Brexit μια διάταξη που καταργεί τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία τα ζώα χαρακτηρίζονται “αισθαντικά” πλάσματα (δηλαδή όντα που έχουν συναισθήματα). Άρα, κατά τους Βρετανούς, τα ζώα “δεν μπορούν να αισθανθούν πόνο”.
Ενάντια στα πιο στοιχειώδη συμπεράσματα της επιστήμης, αλλά και της κοινής εμπειρίας δισεκατομμυρίων ανθρώπων, ανοίγει ο δρόμος για ακόμα μεγαλύτερη και ακόμα πιο νομιμοποιημένη εκμετάλλευση και βασανισμό των ζώων στα πειραματικά εργαστήρια της καλλυντικής βιομηχανίας ή στις φάρμες-κολαστήρια της βιομηχανίας κρέατος.
Και ενώ όλα αυτά τα “προοδευτικά” και άκρως “ανθρώπινα” λαμβάνουν χώρα στη Γηραιά Αλβιόνα, στον αντίποδα, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν ορισμένα είδη πτηνών, αλλά και οι ελέφαντες, που αν πεθάνει το ταίρι τους, μαραζώνουν από τη στενοχώρια τους.
Οι ερευνητές έχουν παρατηρήσει πως, γύρω από ένα ελεφαντάκι που γεννιέται νεκρό, συγκεντρώνονται τα ζώα της αγέλης και το αγγίζουν συνεχώς με τις προβοσκίδες τους, σαν να θέλουν να το κάνουν να σηκωθεί. Κατόπιν, για μέρες, στέκονται άγρυπνοι με κατεβασμένα αυτιά. Άλλες φορές, όταν ένα μέλος της ομάδας τους πληγωθεί από κάποιον κυνηγό ή αρρωστήσει, το χαϊδεύουν, του προσφέρουν στήριξη και το προσέχουν έως ότου γίνει καλά ή φύγει από τη ζωή.
Παράλληλα, ορισμένα είδη ζώων δείχνουν να έχουν έναν αρκετά ανεπτυγμένο κώδικα ηθικής συμπεριφοράς. Μια μελέτη που τάραξε τα νερά το 1964, ήταν όταν η ομάδα του Stanley Wechlin στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Northwestern του Illinois ανακοίνωσε ότι, μετά από έρευνες και πειράματα, ένας πίθηκος Rhesus έπαυσε να δέχεται νερό και τροφή, όταν συνειδητοποίησε ότι κάθε φορά που εκείνος έτρωγε, ένας άλλος πίθηκος δεχόταν ηλεκτρική εκκένωση (τι “ωραίο” πείραμα). Ανάλογα συμπεριφέρθηκαν ποντικοί που γνώριζαν ότι οι πράξεις τους προκαλούσαν πόνο σε άλλους ποντικούς.
Πριν από λίγο καιρό, στην έγκριτη εκπομπή Blue Planet II, προβλήθηκαν πλάνα μιας φάλαινας που φέρει το νεκρό μωρό της, θρηνώντας εμφανώς για τον θάνατό του. Μελέτες έχουν δείξει ότι τα πρόβατα είναι σε θέση να αναγνωρίσουν τα πρόσωπα των φίλων-προβάτων τους, ακόμη και αν χωριστούν για δύο χρόνια. Οι δε χιμπατζήδες επιθυμούν να διατηρήσουν την ειρήνη μεταξύ τους, ανακατανέμοντας τις μπανάνες, όταν κάποιος παραπονιέται ότι το μερίδιό του τον αδικεί, ενώ ακόμη και οι αρουραίοι αποδείχτηκε ότι δείχνουν σημάδια ενσυναίσθησης, αφήνοντας το αγαπημένο τους σνακ για να σώσουν έναν φίλο τους που πνίγεται.


Αγάπη πέρα από τον θάνατο
Ανάμεσα σε τόσες ιστορίες, συγκλονιστική είναι εκείνη του Χάτσικο (που στα Ιαπωνικά σημαίνει “ο όγδοος ευοίωνος πρίγκιπας”, δηλαδή αυτός που φέρνει καλή τύχη). Ο Χάτσικο ήταν ένας λευκός σκύλος ράτσας Ακίτα, ο οποίος γεννήθηκε το 1923, στην πόλη Οντάτε της Ιαπωνίας. Το κουταβάκι βρήκε ο καθηγητής Χιντεσάμπουρο Ουένο, ο οποίος δίδασκε στο Πανεπιστήμιο του Τόκυο, και έκτοτε έγιναν πραγματικά αχώριστοι. Καθημερινά περπατούσαν μαζί μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό της Σιμπούγια, από όπου ο καθηγητής έπαιρνε το τρένο για να πάει στο πανεπιστήμιο. Κατόπιν ο Χάτσικο επέστρεφε σπίτι, αλλά το απόγευμα, την ίδια ώρα κάθε ημέρα, ξαναγύριζε στον σταθμό, όπου περίμενε την επιστροφή του κυρίου του. Μέχρι που ο καθηγητής πέθανε και δεν ξαναεπέστρεψε ποτέ.
Ο σκύλος, όμως, εξακολούθησε να περιμένει τον κύριό του στο ίδιο ακριβώς σημείο, καθημερινά, για τα εννιά επόμενα χρόνια. Όταν ο Χάτσικο έφυγε από τη ζωή, οι Ιάπωνες συγκλονίστηκαν και πλήθος ανθρώπων τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία, εκεί, παραδίπλα στον τάφο του αφεντικού του.
Έκτοτε, έγινε διεθνώς γνωστός ως σύμβολο αφοσίωσης. Χαρακτηρίστηκε ως ένας ζωντανός θρύλος, με αποτέλεσμα ένας διάσημος γλύπτης να φιλοτεχνήσει το μπρούτζινο άγαλμά του, το οποίο τον απεικονίζει καθιστό, να περιμένει το αφεντικό του.
Η έξοδος του σταθμού της Σιμπούγια, όπου βρίσκεται το άγαλμα, πήρε το όνομα του “Χάτσικο” και κάθε χρόνο, στην επέτειο του θανάτου του (8 Απριλίου του 1935), πραγματοποιείται μια σεμνή τελετή, με εκατοντάδες Ιάπωνες να προσέρχονται για να τιμήσουν τη μνήμη του και την ειλικρινή αγάπη που επέδειξε στο αφεντικό του σε όλη του τη ζωή.


Γιατί αγαπώ ή δεν αγαπώ τα ζώα
Τα κατοικίδια ζώα μπορούν να ανταποδώσουν με συγκινητικό τρόπο την αγάπη που δέχονται από το αφεντικό τους – μια διαπίστωση εμπειρική, βιωματική, αλλά και επιστημονική. Επίσης, έχει αποδειχθεί ότι το να φροντίζουμε ένα ζωάκι μειώνει τον κίνδυνο καρδιακών νόσων, συμβάλλει στην καταπολέμηση της μοναξιάς και της κατάθλιψης, και δύναται να βελτιώσει τα συμπτώματα της άνοιας και του Αλτσχάιμερ.
Υπάρχουν, λοιπόν, εκείνοι που λατρεύουν τα ζώα, άλλοι που απλά αδιαφορούν ή δείχνουν απέχθεια προς αυτά, ενώ στη χειρότερη περίπτωση τα κακομεταχειρίζονται και τα βασανίζουν.
Αν και η αγάπη και ο σεβασμός για τα ζώα είναι κάτι που το μαθαίνουμε μέσα στην οικογένεια, πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι πιθανότατα αυτό να έχει και μία γενετική βάση. Οι ειδικοί κατέληξαν ότι τα γονίδια που οδήγησαν τους πρώτους αγρότες να αναλάβουν την ευθύνη μιας γάτας ή ενός σκύλου, πριν από περίπου 5.000 με 15.000 χρόνια, στα τέλη της Παλαιολιθικής και στις αρχές της Νεολιθικής Περιόδου, είναι τα ίδια με εκείνα που έχουν κάποιοι άνθρωποι σήμερα. Ωστόσο, κάποιοι που είναι εμπαθείς με τα ζώα ενδεχομένως να είχαν προγόνους που δεν εξέτρεφαν, αλλά συνέχιζαν να κυνηγούν ζώα, με απώτερο σκοπό να εξασφαλίσουν το κρέας τους. Ίσως αυτό να εξηγεί το γιατί κάποιοι άνθρωποι, ανεξάρτητα από την ανατροφή τους, φαίνονται προδιατεθειμένοι να αναζητήσουν τη συντροφιά των ζώων περισσότερο από κάποιους άλλους.
Επιπρόσθετα, άλλες διεθνείς μελέτες έδειξαν ότι και η αγάπη για τα ζώα –και κυρίως τα κατοικίδια– έχει άμεση σχέση με την ανάγκη μας να έρθουμε πιο κοντά στο φυσικό μας περιβάλλον.
Όμως, όπως πολύ εύστοχα έγραψε ένας συνάδελφος: “Θυμάστε κάποιους από τους μεσότιτλους στα βιβλία Φυσικής Ιστορίας του Δημοτικού: “Σε τι μας χρησιμεύει το πρόβατο;”, “Τι μας δίνει η αγελάδα;”. Ωφελιμισμό και χρησιμοθηρία μας μάθανε για τη Φύση και τα πλάσματά της. Καιρός να της αναγνωρίσουμε την –αυτονόητη– αυτονομία της και τα δικαιώματά της (τους)!”. Ίσως τότε μόνο να έχει νόημα να κομπάζουμε ότι είμαστε άνθρωποι.


Τα άλογα ξέρουν πώς νιώθεις…
Τα άλογα μπορούν να διαβάσουν τις εκφράσεις του προσώπου μας και να διακρίνουν αν είμαστε χαρούμενοι και χαλαροί, ή επιθετικοί και θυμωμένοι. Οι ψυχολόγοι του Πανεπιστημίου του Σάσεξ μελέτησαν τον τρόπο με τον οποίο αντέδρασαν 28 άλογα, όταν έβλεπαν φωτογραφίες ιδιαίτερα θετικών και αρνητικών εκφράσεων διαφορετικών ανθρώπων. Τα θυμωμένα πρόσωπα, τα άλογα έτειναν να τα κοιτούν με το αριστερό μάτι (μια αντίδραση που συνδέεται με την αντίληψη αρνητικών ερεθισμάτων), ενώ ο καρδιακός ρυθμός τους αυξανόταν και έδειχναν αγχωμένα.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, πολλά είδη παρατηρούν αρνητικά γεγονότα με το αριστερό μάτι τους, λόγω της εξειδίκευσης του δεξιού ημισφαιρίου του εγκεφάλου (που δίνει το “σήμα στην αριστερή πλευρά) να επεξεργάζεται απειλητικά ερεθίσματα. Τα ευρήματα αυτά πιθανώς να συνδέονται με την κοινή εξελικτική πορεία αλόγων και ανθρώπων τα τελευταία 6.000 έτη.
Από την άλλη, τα άλογα αντιδρούσαν σε μικρότερο βαθμό στις θετικές εκφράσεις. Αυτό, σύμφωνα με τους ερευνητές, μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι είναι πολύ πιο σημαντικό για τα ζώα να αναγνωρίζουν τους κίνδυνους στο περιβάλλον τους. Στο πλαίσιο αυτό, η αναγνώριση θυμωμένων προσώπων μπορεί να ενεργεί ως ένα σύστημα προειδοποίησης, που επιτρέπει στα άλογα να προβλέπουν την αρνητική ανθρώπινη συμπεριφορά, όπως η κακομεταχείριση.


Άντε ρε… ζώο
Ένας πιθανός λόγος, για τον οποίο δεν μας ευχαριστεί ιδιαίτερα η σκέψη περί ευαισθησίας των ζώων, είναι ίσως το ότι αρεσκόμαστε στο να τα σκοτώνουμε για ποικίλους σκοπούς (φαγητό, κέρδος, ευχαρίστηση). Είναι πολύ πιο εύκολο να υποκρινόμαστε –ή, πράγματι, να θεωρούμε– ότι τα ζώα δεν έχουν συναισθήματα. Έτσι έχουμε μια “ηθική δικαιολογία”, ώστε να τα βλάπτουμε χωρίς ενοχές.
Τελικά, η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε ανθρώπους και ζώα δεν είναι τα συναισθήματα, αλλά η γλώσσα, που δίνει τη δυνατότητα στους πρώτους να τα εκφράσουν (χωρίς αυτό να σημαίνει πως αποτυπώνουν με ακρίβεια τον αληθινό εαυτό τους), ενώ τα ζώα έχουν άλλους κώδικες επικοινωνίας, πολύ πιο ανεπιτήδευτους και φυσικά διαφορετικούς. Ίσως γι’ αυτό να δυσκολευόμαστε ή δεν μας ενδιαφέρει να τα κατανοήσουμε. Το ίδιο συμβαίνει με τα βρέφη και τα παιδιά. Μήπως θα έπρεπε να αναρωτηθούμε και γι’ αυτά, αν έχουν συναισθήματα; (Χμ, δυστυχώς έχουμε αναρωτηθεί και γι’ αυτό…).