Γεράσιμος Ευαγγελάτος «Δεν είμαι τής εν θερμώ καταγραφής των καταστάσεων»

Οι στίχοι που έχει γράψει για τα τραγούδια της Νατάσσας Μποφίλιου, και όχι μόνο, τα θεατρικά του έργα και ο μοναδικός τρόπος που εξωτερικεύει τη σιωπή του, καθιστούν οποιοδήποτε εισαγωγικό σημείωμα για την κουβέντα που είχαμε μαζί, περιττό. Ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος χαρακτηρίζεται ως ένας από τους πιο επιτυχημένους δημιουργούς της γενιάς του, και ίσως είναι από τις λίγες φορές που ένας τίτλος σαν τον παραπάνω, έχει ουσία και νόημα.

Συνέντευξη στον Θεόδουλο Παπαβασιλείου

Να ξεκινήσουμε με τα πρόσφατα. Πώς πέρασες την καραντίνα; Ήσουν από αυτούς που πανικοβλήθηκαν, που μάζευαν μάσκες, αντισηπτικά και τρόφιμα ή το είδες πιο ψύχραιμα;
Ας είμαστε ειλικρινείς. Δεν ήταν μια εύκολη συνθήκη. Όπως σε κάθε δύσκολη κατάσταση, όμως, αυτό που κάνω πάντα είναι να ζυγίζω τα δεδομένα και να προσπαθώ να λειτουργώ με σύστημα και ψυχραιμία, διατηρώντας μια εφησυχαστική ρουτίνα.
Απέφυγα τις ακρότητες και κατέφυγα σε οικείες δραστηριότητες: διάβασα πολύ, είδα ταινίες, έγραψα και χρησιμοποίησα τον δοσμένο χρόνο για ενδοσκόπηση. Δεν τα κατάφερα απόλυτα, αλλά μπορώ να πω ότι προσπάθησα γενναία.

Σου άφησε κάποια “κατάλοιπα” όλο αυτό που περάσαμε και περνάμε ακόμη;
Την αίσθηση ότι δεν υπάρχει καμία σταθερότητα στη ζωή μας. Όλα, ανά πάσα στιγμή, ακόμα και τα πιο ακλόνητα, μπορεί να μετατοπιστούν, εκτός από δυο-τρεις σταθερές: τους ανθρώπους μας, κάποιες αξίες και το ένστικτο επιβίωσης. Καμία φορά ξεχνάμε πόσα λίγα πραγματικά αναγκαία μάς χρειάζονται, αλλά και πόσο σημαντική είναι η χαρά που μπορούν να σου προσφέρουν μερικά μικροπράγματα.

Κάτι που σου έλειψε την περίοδο του περιορισμού; Κάτι που επαναπροσδιόρισες ή εκτίμησες περισσότερο;
Καμία πρωτοτυπία: η αίσθηση της ελευθερίας, να μπορώ να βγαίνω από το σπίτι μου όποτε και για όση ώρα επιθυμώ, να τριγυρίζω στην πόλη και να καταλήγω με φίλους σε κάποιο καφέ ή εστιατόριο, προκειμένου να κλείσουμε τη μέρα μας και να αποφορτιστούμε. Είναι σπουδαίο πράγμα η αυτοδιάθεση, και μόνο όταν τη στερηθείς με κάποιο τρόπο την εκτιμάς πραγματικά.

Είσαι απ’ τους δημιουργούς που αυτό που ζήσαμε θα το μετατρέψει σε στίχους, θα το κρατήσει εκτός ή θα το φιλτράρει και θα περάσει μέσα από το έργο του με ανεπαίσθητο τρόπο;
Είμαι από εκείνους που γράφουν για να μπορούν να εξηγήσουν με κάποιο τρόπο τα αλλόκοτα που συνθέτουν τη ζωή τους. Αναπόφευκτα, μια τόσο πρωτόγνωρη κατάσταση θα αποτυπωθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δεν νιώθω όμως πως κάτι τέτοιο θα συμβεί άμεσα.
Πρώτα θα το απωθήσω, μετά θα το αφήσω να ζυμωθεί υποσυνείδητα και, σε ανύποπτο χρόνο, θα το ανασύρω προκειμένου να μου πει αυτό που θέλει να μου πει. Δεν είμαι τής εν θερμώ καταγραφής των καταστάσεων. Η ουσία των πραγμάτων θέλει χρόνο για να αναδυθεί.

Όταν γράφεις, μπαίνεις στη διαδικασία να σκεφτείς τι μπορεί να αγγίξει περισσότερο κόσμο ή θα γράψεις αυτό που θες, αυτό που νιώθεις και «όπου φτάσει»;
Υπάρχει πάντα ένας ιδεατός παραλήπτης σε ό,τι γράφω. Φαντάζομαι τον κόσμο του, τις λέξεις και τις ιδέες που τον συγκινούν, τα χρώματα και τα βιώματά του. Ακόμα κι αν αυτός ο ιδεατός παραλήπτης είναι φάντασμα, ακόμα κι αν αποτελείται από μια σύνθεση στοιχείων δεκάδων διαφορετικών ανθρώπων, γράφω μόνο για εκείνον, κι έτσι δε “χαώνομαι”. Αλλιώς δεν έχει νόημα. Είναι ωραίο να υπάρχουν άνθρωποι που τους χρωστάμε τραγούδια.

Αλήθεια, πώς νιώθεις όταν ακούς ένα τραγούδι σου στο ραδιόφωνο ή σε μια συναυλία; Νιώθεις περήφανος ή κάπως άβολα που οι δικές σου σκέψεις, τα συναισθήματά σου σιγοτραγουδιούνται από χιλιάδες άγνωστους;
Ως κλειστός άνθρωπος, το να οικειοποιούνται τα πιο δικά μου βιώματα και τις λέξεις μου άγνωστοι και να τα προσαρμόζουν στις δικές τους ανάγκες, είναι από τις πιο δυνατές συγκινήσεις που μου έχει προσφέρει η ενασχόλησή μου με το τραγούδι. Χαίρομαι αδιανόητα γι’ αυτό το μοίρασμα. Είναι μια μορφή συγγένειας με αγνώστους που μου δίνει μεγάλη χαρά.

Ήταν η συγγραφή για σένα ένα μέσο εξωστρέφειας, ενδεχομένως και κοινωνικοποίησης;
Είναι ξεκάθαρα ο τρόπος να εξηγήσω στους ανθρώπους τους λόγους που σωπαίνω. Με το γράψιμο μιλάω για πράγματα που κανονικά θα αποσιωπούσα, είτε γιατί θα τα απόδιωχνα, είτε γιατί θα τα άφηνα να σκορπίσουν στη φασαρία του κόσμου. Όταν κάποιος σε ακούει ή σε διαβάζει, είναι σαν να σου χαρίζει τη σιωπή που χρειάζεται ο σπόρος μιας σκέψης για να ανθίσει. Γι’ αυτό κι η ζωή μας γίνεται τόσο πιο όμορφη όταν την περιβάλλουμε από την Τέχνη. Είναι σαν να δημιουργούμε για λίγες στιγμές έναν ιδεατό κόσμο.

Περίμενες ότι αυτή η τυχαία συνάντηση με τον Θέμη Καραμουρατίδη και τη Νατάσσα Μποφίλιου θα έφερνε μια τέτοια πορεία και μια δυνατή φιλία;
Από την πρώτη στιγμή που τους γνώρισα, σε διαφορετικούς χρόνους, ήξερα ότι είναι άνθρωποι με τους οποίους δε βρέθηκα τυχαία. Ο καθένας τους κατέχει ένα κομμάτι στη ζωή μου που ειλικρινά αδυνατώ να φανταστώ μακριά τους. Μεγαλώσαμε μαζί και μάθαμε τον κόσμο παρέα. Δεν είναι λίγο αυτό. Κι είναι αρκετό για να μας δέσει για πάντα.


Με τη Νατάσσα και τον Θέμη είμαστε μαζί, γιατί μπορούμε να είμαστε απόλυτα ελεύθεροι. Δεν γίνεται αλλιώς. Τέχνη χωρίς ελευθερία είναι σχήμα οξύμωρο.


Ποια είναι για σένα η πιο δυνατή στιγμή αυτής της κοινής πορείας;
Με τα παιδιά έχω μοιραστεί αμέτρητες συγκινήσεις, που δεν τις φανταζόμουν καν. Το παράξενο δεν είναι όμως οι δυνατές στιγμές, αλλά το πόσο αυτονόητες φαντάζουν. Κάθε φορά σκέφτομαι πόσο σημαντικό είναι να συναντάμε ανθρώπους ζωής και να χαιρόμαστε τη συνύπαρξη μαζί τους. Μεγάλο πράγμα να είμαστε ανοιχτοί σε αυτό.

Τι είναι αυτό που σε γοητεύει τόσο στη Νατάσσα, όσο και στον Θέμη, και τι είναι που σε ενοχλεί ή που μπορεί να σε φέρει σε “κόντρα”, υγιή αντιπαράθεση καλύτερα, μαζί τους;
Αγαπώ το πόσο πιστοί είναι στα πιστεύω τους και πόσο ειλικρινείς στέκονται απέναντί τους. Μπορεί ακριβώς αυτό και να με εκνευρίζει μερικές φορές. Δεν συμφωνούμε σε όλα, υπάρχουν μάλιστα θέματα στα οποία διαφωνούμε ριζικά, ωστόσο σεβόμαστε απόλυτα ο ένας τις πεποιθήσεις και τις ανάγκες του άλλου.

Πιστεύεις ότι, κάποια στιγμή, η συνεργασία αυτή μπορεί να λειτουργήσει και κάπως περιοριστικά, δεσμευτικά από καλλιτεχνική άποψη για όλους;
Όχι, γιατί έχουμε δώσει απόλυτη ελευθερία ο ένας στον άλλον να εκφράζεται καλλιτεχνικά όπου και όπως επιθυμεί. Είμαστε σαν εκείνα τα απολύτως ειλικρινή με τα πάθη τους ζευγάρια, που δεν κρατούν καμιά ανάγκη μυστική μεταξύ τους, γι’ αυτό και μπορούν να δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό στη σχέση τους. Λέω συχνά, χαριτολογώντας, ότι καλλιτεχνικά ακολουθούμε το γαλλικό μοντέλο σχέσης: είμαστε μαζί γιατί μπορούμε να είμαστε απόλυτα ελεύθεροι. Δεν γίνεται αλλιώς. Τέχνη χωρίς ελευθερία είναι σχήμα οξύμωρο.

«Ασπιρίνη», «Εν λευκώ», «Βαβέλ», «Στην επόμενη ζωή»: Βλέπω έναν κύκλο, που ξεκινά από το πιο εσωτερικό, περνάει στο πιο επιβλητικό, ίσως και πομπώδες, και καταλήγει πάλι στο πιο εσωτερικό, συναισθηματικό. Κι αυτό, νομίζω, αφορά και στους στίχους και στη μουσική και στην ερμηνεία. Βλέπεις εσύ μια «επιστροφή στην αθωότητα»;
Προσπαθούμε με τα τραγούδια μας να καλύψουμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο φάσμα συναισθημάτων. Τα τραγούδια δεν είναι παρά ανύποπτες στιγμές που κωδικοποιούνται με έναν αναγνωρισμό κι άμεσα επιδραστικό τρόπο. Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από ένα προσυμφωνημένο παιχνίδι.
Όπως κι εμείς αλλάζουμε πρόσωπα και διαθέσεις, έτσι συμβαίνει και με το υλικό μας. Συνήθως, όταν δουλεύουμε έναν κύκλο τραγουδιών, αφήνουμε το μέσα μας να εκφραστεί ελεύθερα στη γλώσσα που καταλαβαίνει περισσότερο. Αυτή την περίοδο, για παράδειγμα, που ετοιμάζουμε νέα δουλειά, έχουμε κι οι τρεις μια ανάγκη να επιστρέψουμε προς το φως.

Έχεις δώσει τραγούδια σου και σε άλλους ερμηνευτές – και μάλιστα και σε καλλιτέχνες διαφορετικού ύφους και ρεπερτορίου απ’ ό,τι μας έχεις συνηθίσει, όπως είναι η Άννα Βίσση. Πώς προέκυψε αυτή η συνάντηση και με ποιους άλλους καλλιτέχνες, ανεξαρτήτως μουσικού στιλ, θα ήθελες πολύ να συνεργαστείς;
Αγαπώ τις συναντήσεις με ανθρώπους που μου προκαλούν το ενδιαφέρον. Για μένα αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο που κάνει η Τέχνη. Το μοναδικό κριτήριο για μια συνεργασία είναι να μου κάνει “κλικ” ένας άνθρωπος και να μπορώ να δικαιολογήσω μέσα μου τη συνάντησή μας. Από ’κει και πέρα, βουτάω με τα μούτρα. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι άνθρωποι με τους οποίους θα ήθελα να συνεργαστώ. Είμαι ανοιχτός στην ομορφιά της σύμπραξης – πολύ περισσότερο, δε, αν αυτή η σύμπραξη φαίνεται σε κάποιους εξωτική.

Το θέατρο τι ρόλο παίζει στη ζωή σου;
Είναι η Τέχνη που αγαπώ και κατανοώ, ίσως, περισσότερο. Περικλείει όλη τη φιλοσοφία μου για την καλλιτεχνική δημιουργία, μπορεί και λίγο πιο σφαιρικά από το τραγούδι. Είναι την ίδια στιγμή απόλυτα ατομική και ομαδική εργασία προς την επίτευξη ενός κοινού ανώτερου στόχου.
Νομίζω πως ιδιοσυγκρασιακά αυτό μου ταιριάζει πολύ, εξ ου και εντοπίζω την αφετηρία μου στο Θέατρο. Γι’ αυτό και τα τραγούδια που γράφω, θέλω να θυμίζουν εσωτερικούς μονολόγους. Με ενδιαφέρει πολύ η εναλλαγή χαρακτήρων.

Ξέρω ότι ετοιμάζετε νέα πράγματα με τη Νατάσσα και τον Θέμη. Μπορούμε να πούμε κάτι γι’ αυτό;
Μόλις ολοκληρώσαμε τη δημιουργία του νέου μας δίσκου, πέντε ολόκληρα χρόνια μετά τη «Βαβέλ». Είμαστε τρομερά ενθουσιασμένοι, γιατί μας είχε λείψει η χαρά της γέννησης νέου υλικού. Κάθε φορά που συναντιέμαι δημιουργικά με αυτούς τους δυο, νιώθω να γίνομαι και πάλι είκοσι χρονών στο σπίτι του Θέμη, στην Καλλιθέα – κι ας έχουμε αλλάξει τόσα σπίτια από τότε.
Αυτές τις μέρες μπαίνουμε στο στούντιο για την ηχογράφηση των κομματιών κι, αν όλα πάνε καλά, το album θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο.

Τι άλλο να αναμένουμε από σένα στο μέλλον;
Πάλι εκτός απροόπτου κι αν ξεκαθαρίσει η κατάσταση με τη λειτουργία των θεάτρων, την επόμενη σεζόν είναι προγραμματισμένο να ανέβει η «Επιστροφή του Χουντίνι», ένα καινούργιο έργο που έχω γράψει, σε σκηνοθεσία και πάλι του Γιώργου Σουλεϊμάν.
Δυο χρόνια μετά την «Ουρανία», ένα μονόλογο που αγαπήθηκε και τον αγαπήσαμε πολύ, επιστρέφουμε σε ένα θέμα που μας απασχολεί πολύ: τις οικογενειακές σχέσεις και τα μεταξύ τους τραύματα. Ανυπομονώ για τη νέα μας συνάντηση και εύχομαι κι ελπίζω να μας το επιτρέψουν οι συνθήκες.