Γρηγόρης Βαλτινός: “Σε αυτή την περίοδο της “ξηρασίας”, μόνο το θέατρο μπορεί να δώσει στον άνθρωπο “νερό””

valtinos_big

“Θέλετε ένα σοκολατάκι;”, μου λέει με το που κάθομαι. “Όχι, σας ευχαριστώ, προσπαθώ να περιοριστώ λιγάκι”. “Τότε πάρτε απ’ αυτά”, μου λέει, βγάζοντας ένα άλλο κουτί με παρόμοια σοκολατάκια. “Είναι διαίτης!” Γελάει. Γελάνε τα μάτια του. Κι ενώ έχουμε συναντηθεί πολλές φορές τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να μου μιλά στον πληθυντικό. Ένας ιδιαίτερος άνθρωπος: αρχοντικός, ευγενής, με χιούμορ – όπως ακριβώς τον βλέπεις στη σκηνή, όπως ακριβώς θα τον φανταζόσουν. Γιατί, τελικά, πέρα από την αξιοζήλευτη καριέρα του, αυτή η ιδιαιτερότητα κάνει τον Γρηγόρη Βαλτινό και τόσο ενδιαφέροντα συνεντευξιαζόμενο. 

Συνέντευξη στη Μαρία Λυσάνδρου

Δεν μπορώ να μην ξεκινήσω από αυτή τη φοβερή παράσταση στην οποία πρωταγωνιστούσατε όλο τον χειμώνα, το “Κάθε Τρίτη με τον Μόρι”. Από τις λίγες που συνεχίστηκαν και μετά το Πάσχα…
Έχει πάρει τρεις παρατάσεις! Είναι ένα έργο που μας έχει χαρίσει μεγάλη ευτυχία. Και όχι μόνο λόγω εισπρακτικής επιτυχίας ή λόγω του ότι δικαιώθηκαν όλες μας οι επιλογές στο έργο, στην απόδοση, στη σκηνοθεσία, στην επιλογή των ηθοποιών…
Όταν βλέπεις ότι ένα έργο έχει μεγάλη ανταπόκριση, νιώθεις ευλογημένος. Νιώθεις ότι έχεις διαλέξει αυτή τη δουλειά και ότι επιτελείς έναν σκοπό. Όταν μπαίνει ο κόσμος μέσα, θέλει να σε αγκαλιάσει, να σε αγγίξει. Και δεν το λέω από ματαιοδοξία ή από ναρκισσισμό· το λέω γιατί αυτοί οι άνθρωποι έρχονται μέσα συγκινημένοι, λένε ότι το έργο τούς άλλαξε τη ζωή, ότι βλέπουν με άλλα μάτια τον κόσμο, με άλλα μάτια τους δικούς τους ανθρώπους, τη ζωή, τον θάνατο…
Ε, είναι όλα αυτά, για τα οποία επιλέγει κανείς αυτή την Τέχνη. Βλέπεις τον κόσμο να ανταποκρίνεται και λες “Τι ευτυχία είναι αυτή!”. Γιατί το θέατρο απαιτεί συμμετοχή. Το κοινό είναι ο δεύτερος υποκριτής, αν υποθέσουμε ότι ο ένας υποκριτής είναι οι ηθοποιοί ως σύνολο. Πρέπει να υπάρχει διάδραση, να υπάρχει ροή ενέργειας. Όταν αυτό δεν υπάρχει, νιώθεις φρικτή απογοήτευση και ως θεατής, αλλά και ως καλλιτέχνης. Λες “Έκανα λάθος…”.

Το “Ιλίσια-Βολανάκης”, στο οποίο παίζατε τον χειμώνα, είναι ένα θέατρο στο οποίο οι θεατές είναι πάρα πολύ κοντά στη σκηνή. Κι επειδή το συγκεκριμένο έργο σε φόρτιζε πολύ συναισθηματικά, θέλω να μου πείτε πώς εισπράττατε –γιατί αποκλείεται να μην την εισπράττατε– αυτή τη συναισθηματική φόρτιση των θεατών.
Νόμιζα ότι ήμουν μέσα στον φακό της κάμερας. Έπαιζα εντελώς κινηματογραφικά. Νόμιζα ότι παίζω στην αγκαλιά των θεατών, ότι κάθομαι στα πόδια τους και παίζω. Και είναι τόσο “επικίνδυνο” αυτό το πράγμα…

Γιατί επικίνδυνο;
Το κοινό είναι σε απόσταση μισού μέτρου, δεν σηκώνει τερτίπια, ούτε υποκριτικές “ψευταδούρες”, ούτε εξαπάτηση του θεατή, ούτε θεατρινισμούς· πρέπει να είσαι αληθινός.
Εάν θέλεις να πεις αυτή την ιστορία, κάθε βράδυ (που για τον θεατή είναι το μοναδικό βράδυ, ενώ για σένα μπορεί να είναι το 30ό) πρέπει ο θεατής να βλέπει την αλήθεια, πρέπει να δει αυτό για το οποίο ήρθε, αυτό για το οποίο εσύ διάλεξες το έργο. Δεν σε καλύπτει καμία απόσταση.


Το θέατρο δεν σου λέει τι να κάνεις. Σου λέει πού να βρεις αυτό που πρέπει να κάνεις. Έχει διαφορά.


Εσείς, λοιπόν, για ποιον λόγο διαλέξατε το συγκεκριμένο έργο;
Αυτή η Τέχνη μιλάει για την αγάπη, τον έρωτα, το δίκαιο, το άδικο, το σωστό, το λάθος, τη ζωή, τον θάνατο, τις ανθρώπινες σχέσεις, τη συλλογική ευθύνη. Όλα τα έργα που διαλέγουμε, μιλάνε γι’ αυτά τα θέματα, τα μεγαλειώδη, τα αναπάντητα…
Το “Κάθε Τρίτη με τον Μόρι” τα συνδυάζει όλα αυτά ταυτόχρονα. Σε ένα έργο μπορεί να βρεις κάποιες επιμέρους “αναλύσεις” γι’ αυτού του είδους τα θέματα, με αποτέλεσμα να “σποτάρει” εκεί μια παράσταση και ο θεατής να πάρει ένα μήνυμα. Εδώ, πρέπει να μπει στον κόπο να πάρει πάρα πολλά μηνύματα. Και όλο αυτό ήταν εξαιρετικά προκλητικό, γιατί έπρεπε να γίνει με έναν τρόπο φυσικό, καθόλου διδακτικό, από σκηνής.
Δεν πρέπει να φανεί ότι λέμε αποφθέγματα και “τσιτάτα” της ζωής, είτε εμείς, είτε ο συγγραφέας, είτε ο σκηνοθέτης. Πρέπει να γίνει μια συζήτηση, πρέπει να βγουν αβίαστα, σαν να συζητούν δυο άνθρωποι σε ένα δωμάτιο. Τότε μόνο θα πειστεί ο θεατής ότι αυτό που βλέπει δεν έχει μέσα θεατρινισμούς, δεν έχει διδακτισμό.
Όλα αυτά, λοιπόν, με έκαναν να διαλέξω τον “Μόρι”. Και ευτυχήσαμε σε καταπληκτικούς συνεργάτες. Είμαι δυστυχής που δεν μπορώ να το συνεχίσω δεύτερη χρονιά…

Θα έπρεπε… Γιατί, όμως, δεν το συνεχίζετε;
Έχουμε ήδη αναγγείλει τον “Αρχιμάστορα Σόλνες”, έχουμε κλείσει τον θίασο, δεν γίνεται να μην πάω με τον “Σόλνες” την επόμενη χρονιά.
Όμως ο “Μόρι” θα είναι στο καμαρίνι και θα περιμένει, θα το ξανακάνουμε. Αυτό είναι ίσως η πιο πρώιμη αναγγελία έργου που έχω κάνει ποτέ! (γέλια)

Επειδή έχω δει το έργο, νιώθω ότι το χρειαζόμαστε λιγάκι αυτό το κλάμα που προκαλεί η συγκεκριμένη παράσταση. Είναι λυτρωτικό, κατά κάποιον τρόπο…
Είναι, είναι… Ξέρετε, δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία τη στιγμή του θανάτου, είναι λίγο οξύμωρο αυτό, από το να νιώθει κανείς ότι το πέρασμά του από τη ζωή ευεργέτησε ανθρώπους, έδωσε αγάπη. Γιατί η αγάπη αθροίζεται, πολλαπλασιάζεται, κληροδοτείται. Το να νιώσει κανείς ότι έκανε ό,τι μπορούσε για την προσωπική του πρόοδο, την ψυχική του πρόοδο, αλλά και για τους άλλους. Αυτή είναι μία υπέρτατη στιγμή. Ή, τουλάχιστον, αυτός πρέπει να είναι ο στόχος. Γιατί, όπως λέει και ο Μόρι, “Δεν υπάρχει τίποτα, το μόνο σίγουρο στη ζωή είναι ο θάνατος”. Πείτε μου αν ξέρετε κάτι πιο σίγουρο από αυτό.

Και, παρόλα αυτά, δεν είμαστε ποτέ προετοιμασμένοι… Σε αντίθεση με τον Μόρι, ο οποίος φαίνεται να το έχει κάπως φιλοσοφήσει το πράγμα.
Εντάξει, το “πειράξαμε” λίγο το έργο, γι’ αυτό και γινόταν λόγος περί “απόδοσης”. Εγώ, σε τέτοιου είδους έργα, βρίσκω την ευκαιρία και βάζω όλα μου τα απωθημένα, ό,τι έχω μέσα στην ψυχή μου το φορτώνω εκεί πέρα! Αρκεί να νιώθω ότι είναι συμβατό με το έργο.

Να πούμε ότι, ουσιαστικά, ο Μόρι μαθαίνει σε έναν πρώην φοιτητή του, ο οποίος έχει “χάσει τον εαυτό του”, έναν άλλο τρόπο αντιμετώπισης της ζωής – τον αφυπνίζει πνευματικά.
Τον μαθαίνει πώς να ζει καλύτερα.

Θεωρείτε ότι ίσως αυτό έχουμε περισσότερο ανάγκη, ειδικά αυτές τις εποχές; Πόσο πολύ χρειαζόμαστε μια πνευματική αφύπνιση;
Εκείνο που βασικά έχει ανάγκη ο Έλληνας είναι εκπαίδευση. Και όταν καμιά φορά λέμε ότι το θέατρο είναι σχολείο, εννοούμε αυτό: ότι μπορεί να έρθει και να πάρει πράγματα, τα οποία είτε δεν έχει τον χρόνο να κάτσει να τα διαβάσει, είτε αδιαφορεί γι’ αυτά. Όμως, μέσα από μια γλαφυρή ιστορία, διανθισμένη ενδεχομένως με μια μυθοπλασία, μπορεί να δει αξίες, ιδέες, θέσεις ζωής, πολιτικές διεξόδους, αν θέλεις…
Το θέατρο δεν σου λέει τι να κάνεις. Σου λέει πού να βρεις αυτό που πρέπει να κάνεις. Έχει διαφορά. Γι’ αυτό λέμε πάντα ότι το θέατρο είναι μια πολιτική πράξη.
Τώρα, στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, στη δυστυχία που περνάει η πατρίδα μας, δεν είναι τυχαίο που ο κόσμος τρέχει στο θέατρο. Γιατί κατάλαβε ότι δεν μπορεί να βρει πουθενά αλλού “νερό”, το πιο αναγκαίο υλικό για τον άνθρωπο. Σε αυτή την περίοδο της “ξηρασίας”, μόνο το θέατρο τού προσφέρει “νερό”. Όλα τα άλλα έχουν στρατευθεί στην υπηρεσία του εμπορίου, της κατανάλωσης, των μεγάλων συμφερόντων, του ψέματος, της αυταπάτης και της εικονικής πραγματικότητας.
Το θέατρο είναι ο ναός της αλήθειας – κι ας είναι κάτι επίπλαστο. Πρόκειται για μια αναπαράσταση, ένα σχόλιο στη ζωή, άρα ένα ψέμα, μια συνθήκη. Κι όμως, δεν υπάρχει τίποτα που να πλησιάζει πιο πολύ στην αλήθεια από αυτό το ψεύτικο κουτί.


Δεν μπορεί το κριτήριο να είναι πόσα likes έχεις… Αυτή είναι, λοιπόν, η αξία του 21ου αιώνα πια; Εγώ αυτό δεν μπορώ να το δεχτώ. Και το πολεμώ – είτε μέσα από μια συνέντευξη, είτε με τη στάση μου.


valtinos2

Σε μια τέτοια δύσκολη περίοδο, πιστεύετε ότι η αλήθεια είναι συνυφασμένη μόνο με τον προβληματισμό ή, ενδεχομένως, είναι συνυφασμένη και με το γέλιο; Μήπως το έχουμε κι αυτό ανάγκη ως θεατές;
Μα το γέλιο και η συγκίνηση, και το κλάμα, όλα τα συναισθήματα που μπορεί να σου εκμαιεύσει το θέατρο, είναι εργαλεία που θα αγγίξουν την ψυχή σου. Και το γέλιο, σαφώς! Γιατί το γέλιο εμπεριέχει σάτιρα, εμπεριέχει κοινωνική κριτική, αυτοσαρκασμό… Πολλές φορές, εμπεριέχει αισθητική, ποιότητα, επίπεδο. Γέλιο με γέλιο, όμως, υπάρχουν τεράστιες διαφορές. Από μια αίθουσα που γελάει, μπορείς να δεις την ποιότητα του κοινού.

Πώς;
Βλέποντας το αστείο με το οποίο επιλέγει να γελάσει. Υπάρχουν αστεία που πιάνουν το 20%, αστεία που πιάνουν το 50%, το 70% ή το 100% του κοινού. Είναι τεράστια μελέτη αυτό για εμάς, τους ανθρώπους του θεάτρου.

Ποια είναι, λοιπόν, μεγαλύτερη επιτυχία για έναν ηθοποιό: να καταφέρει να “πιάσει” εκείνο το 20% σε ένα “δύσκολο” αστείο ή να καταφέρει να “πιάσει” το 90% του θεάτρου, κι ας είναι πιο επιφανειακό το αστείο του;
Δυστυχώς, ο ηθοποιός πρέπει να τα κάνει όλα. Η μεγαλύτερη επιτυχία είναι το 20% να το κάνει 100%. Να μην ισχύσουν τα νούμερα, να ανατρέψει τα προγνωστικά!

Εγώ, πάντως, στο μυαλό μου σας έχω συνυφασμένο περισσότερο με δραματικούς ρόλους. Αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι αυτό όντως ισχύει…
Κανείς δεν είναι σίγουρος, ούτε εγώ ο ίδιος! Είτε στο σύνολο των έργων μου, είτε στα ποσοστά μέσα στην κάθε παράσταση, νομίζω ότι είμαι μισό-μισό.
Δεν μου λείπει ποτέ το χιούμορ, ούτε στις δραματικές στιγμές. Όπως δεν λείπει και από τη ζωή. Εγώ δεν μπορώ χωρίς αυτό ούτε στη ζωή μου και, κυρίως, πάνω στη σκηνή. Θεωρώ το χιούμορ πάνω στη σκηνή δείγμα ευφυΐας και από τις δύο πλευρές – και από το κοινό, και από τους θεατρίνους. Το θεωρώ εργαλείο στην Τέχνη μου, γιατί, όταν το κοινό γελάσει, σημαίνει ότι κατάλαβε αυτό που θέλεις να εκθέσεις, να προβάλεις, να καταδικάσεις, να σατιρίσεις.
Επίσης, τον έχεις πιο χαλαρό για τη δραματική σκηνή που ακολουθεί – είναι “ανοιχτός”. Για να μπει μέσα στην ψυχή του θεατή και του κάθε ανθρώπου το συναίσθημα, πρέπει να τη βρει “ανοιχτή”. Και το γέλιο βοηθάει.

Εμείς από κάτω δεν το αντιλαμβανόμαστε αυτό. Προφανώς, είναι ένας δικός σας μηχανισμός…
Όπως ο χειρουργός έχει τα δικά του εργαλεία όταν κάνει μια επέμβαση, τις δικές του λαβίδες, έχει καμιά 50αριά μεταλλικά αντικείμενα, σωλήνες, οξυγόνα… έτσι αυτά είναι τα δικά μας εργαλεία. Και είναι άυλα, είναι της ψυχής εργαλεία αυτά. Αλλά το καθένα έχει διαφορετικό σχήμα. “Το άυλο να έχει σχήμα”, τι ωραίο!

Το αντιλαμβάνεστε όταν το κοινό είναι “ανοιχτό”;
Όλα τα καταλαβαίνουμε!

Πώς;
Ε, τα καταλαβαίνουμε! Ξέρετε, υπάρχει μια θεϊκή στιγμή στο θέατρο, όταν σταματάει η ανάσα της πλατείας, της αίθουσας· δεν ακούγεται ούτε ανάσα. Και ο “Μόρι” είχε αρκετές τέτοιες στιγμές. Αρκετά, όμως, μιλήσαμε για τον “Μόρι”…

Για πείτε μου, λοιπόν, για τον “Αρχιμάστορα Σόλνες”. Θα ανεβεί την επόμενη θεατρική σεζόν, έτσι;
Ναι, μιλάμε για τον Οκτώβρη.

Και πάλι στο “Ιλίσια-Βολανάκης”;
Όχι, αυτή τη φορά θα είναι στο “Ιλίσια”, το κεντρικό.
Ο “Σόλνες” είναι ένα από τα έργα που περίμενα να μεγαλώσω για να το κάνω. Είναι έργο της νιότης μου, θα έλεγα, ένα έργο της δραματικής σχολής, με σκηνές από τον “Σόλνες”, με διαβάσματα για τον Ίψεν. Και λες “Κάποια στιγμή, να μπορέσω να φτάσω σε μια υποκριτική ωριμότητα ή σε μια ηλικία, να μπορέσω επιτέλους να παίξω αυτούς τους ρόλους”. Αυτοί είναι ρόλοι-τοτέμ, είναι ρόλοι επικοί, γιατί μιλάνε για πράγματα που βασανίζουν τις κοινωνίες και τις ανθρώπινες ψυχές εις τους αιώνας των αιώνων.

Πάντως, επιλέγετε πάντα έργα που έχουν αυτό το στοιχείο του κοινωνικού προβληματισμού. Δεν ξέρω αν το κάνετε επί τούτου ή αν απλά σας προκύπτει…
Όχι, δεν είμαι αντίθετος σε δύο ώρες χαλαρής διασκέδασης και “ξεσκάσματος” της καρδιάς.
Αλλά, καμιά φορά, βλέπεις ότι ο χρόνος είναι τόσο λίγος και αυτά που θες να πεις τόσα πολλά… Δεν έχεις περιθώριο να κάνεις ελαφρύτερες επιλογές. Έπειτα, φτάνεις και σε μια ηλικία που είναι “κατάλληλη”, είναι “χρυσή”, για να παίξεις κάποια πράγματα. Λες “Πρέπει να τα παίξω τώρα, που έχω και την ηλικία και την ενέργεια, γιατί σε λίγο μπορεί να μην την έχω!”.
Ο “Σόλνες”, λοιπόν, είναι το έργο που επεξεργάζεται το αιώνιο πρόβλημα της ανθρωπότητας, που είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Ο Σόλνες δεν εννοεί να παραιτηθεί από τη ζωή, από τον έρωτα, από τα κεκτημένα, από το επάγγελμα. Δεν εννοεί να κάνει χώρο σε κανέναν, δεν σηκώνεται από την καρέκλα του για να κάτσει άλλος. Βλέπει τη νέα γενιά σαν απειλή και όχι σαν συνέχεια. Και όλα αυτά, βέβαια, εκφράζονται μέσα από μία απλοϊκή μυθοπλασία, η οποία έχει σαν βάση τον έρωτα. Γιατί αυτό που φοβάται, αυτό και ερωτεύεται.
Είναι ένα εμβληματικό έργο, το οποίο έχει τα χαρακτηριστικά που εμένα με συγκινούν και με κάνουν να το διαλέξω.


Θεωρώ το χιούμορ πάνω στη σκηνή δείγμα ευφυΐας και από τις δύο πλευρές – και από το κοινό, και από τους θεατρίνους.


valtinos3

Τα οποία είναι;
Το χαρακτηριστικό είναι ένα και μοναδικό: το να τελειώσει η παράσταση και να μπορείς να μιλάς μήνες, χρόνια για το περιεχόμενο του έργου! Αυτό είναι εκείνο που εμένα με ερεθίζει πάρα πολύ στα έργα. Έτσι, μόλις το συναντήσω, λέω “Αυτό θα το κάνω!”. Το ερωτεύομαι.
Αυτό είναι για μένα νίκη του θεάτρου, μια επιβράβευση, αν θέλεις, της συγκεκριμένης Τέχνης. Το να συναντάω ανθρώπους και να μου λένε “Ακόμα συζητάμε για εκείνο το έργο”. Αυτό είναι για μένα το ανώτερο σημείο αναγνώρισης. Ούτε η ομορφιά, ούτε οι ρετουσαρισμένες φωτογραφίες, ούτε τα βρεγμένα μπλουζάκια, ούτε οι κοιλιακοί, ούτε τα ωραία ρούχα, ούτε η Μύκονος, ούτε τα σεξουαλικά σκάνδαλα, ούτε “παντρεύτηκα”, ούτε “χώρισα”, ούτε τίποτα.
Ούτε τα μαγιό στο Ιnstagram. Εδώ φτάσαμε να συναγωνίζονται χιλιάδες οπίσθια στο Ιnstagram! Ποια θα ανεβάσει τα περισσότερα! Είναι φοβερός ξεπεσμός αυτός. Και εκνευρίζομαι όταν το κάνουν και “άνθρωποι του θεάτρου”. Γιατί αυτό είναι θέατρο εντός εισαγωγικών. Είναι θέατρο, αλλά λίγο… οπισθο-δρομικό! (γέλια)

Πολύς κόσμος, πλέον, αντιλαμβάνεται το Ιnstagram ως μέσο προώθησης της δουλειάς του. Βέβαια, το τι θέλει να προωθήσει ο καθένας ή το πώς αντιλαμβάνεται την προώθηση, είναι άλλη υπόθεση…
Κοίταξε, για κάποια συγκεκριμένη δουλειά που έχω στο μυαλό μου, όλα αυτά τα μαγιό και τα οπίσθια ανεβάζουν πολύ το κασέ, είναι η αλήθεια. Αλλά δεν έχουν σχέση με την ιδιότητα του φωτογραφιζόμενου. Εντάξει, μπορεί να ξέρουν οι ίδιοι καλύτερα…
Αν, τώρα, κάτι τέτοιο μπορεί να σου εξασφαλίσει είτε σε μια θέση στο δημοτικό συμβούλιο, είτε στη δημαρχία, είτε στην περιφέρεια… αυτό είναι ξεπεσμός όλων αυτών των θεσμών!

Βλέπετε να πάσχουμε ως κοινωνία από αυτό;
Εντελώς! Είναι ξεπεσμός των αξιών! Δεν μπορεί, δηλαδή, το κριτήριο να είναι πόσα likes έχεις… Αυτή είναι, λοιπόν, η αξία του 21ου αιώνα πια; Εγώ αυτό δεν μπορώ να το δεχτώ. Και το πολεμώ – είτε μέσα από μια συνέντευξη, είτε με τη στάση μου.

Είστε απόλυτα αρνητικός ως προς το θέμα των κοινωνικών δικτύων; Ή μήπως η χρήση τους είναι το πρόβλημα, και όχι τα κοινωνικά δίκτυα αυτά καθ’ εαυτά;
Η χρήση τους! Αλλά ουδέν… καλόν αμιγές κακού. Δεν μπορείς να έχεις μόνο τη μία πλευρά, θα έχεις και την άλλη.
Γι’ αυτό και όλες οι συζητήσεις μας καταλήγουν στην παιδεία. Εάν αυτός ο… κώλος στο Ιnstagram είχε λίγη περισσότερη παιδεία, ουσιαστική παιδεία, και λίγη αντίληψη της θεοποίησης της κατανάλωσης και του εξευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, δεν θα το έκανε.
Εντάξει, εγώ τα χαίρομαι πολύ όλα αυτά που βλέπω στο Ιnstagram σαν αγοράκι, αλλά…

Εσείς έχετε Ιnstagram;
Όχι δεν έχω, αλλά δεν χρειάζεται κιόλας. Τα αναδημοσιεύουν όλα! Δεν έχω ούτε Ιnstagram, ούτε προσωπικό προφίλ στο Facebook. Στο Facebook έχω μόνο μια σελίδα επαγγελματική, για να ανεβάζω τα των παραστάσεων.

Εντάξει, εδώ μπαίνει και η διαχείριση της χρήσης των social media, που λέγαμε…
Εκείνο που χαίρομαι, πάντως, με τα social media είναι ότι, εκτός από το καλό ή κακό που έκαναν, εκθέτουν και το επίπεδο κάποιων κοινωνικών ομάδων, μέσα από τον τρόπο που απαντάνε ή συμμετέχουν σε μια συνομιλία. Ακόμη και από το πού επιλέγουν να κάνουν likes φαίνεται το πνευματικό και το κοινωνικό τους επίπεδο, η αισθητική τους.
Δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο, υπάρχει και ένα καλό: τα social media εκθέτουν, ξεγυμνώνουν, αν θέλετε, το πνευματικό επίπεδο των χρηστών.

Πείτε μου κι άλλα για τον “Αρχιμάστορα Σόλνες”…
Ο θίασος είναι ιδανικός. Είναι ό,τι είχα ονειρευτεί, γι’ αυτό και αργήσαμε να τον ολοκληρώσουμε, περιμέναμε κάποιες απαντήσεις από συγκεκριμένους ηθοποιούς. Αν δεν είχα αυτόν τον θίασο, δεν θα το ανεβάζαμε.

Σκηνοθετείτε κιόλας;
Όχι, όχι. Η Αθανασία Καραγιαννοπούλου κάνει τη σκηνοθεσία και την απόδοση. Ο Γιάννης Μουρίκης κάνει τα σκηνικά, ο Γιώργος Σεγρεδάκης τα κοστούμια, ο Λευτέρης Παυλόπουλος τους φωτισμούς… Και από πλευράς ηθοποιών είναι η Κατερίνα Λέχου, ο Κώστας Καστανάς, ο Αντίνοος Αλμπάνης, ο Μιχάλης Αεράκης, η Ιώβη Φραγκάτου, η Κατερίνα Κρέπη… Είναι ένας ιδανικός θίασος, και αυτό μου δίνει μεγάλη χαρά και αισιοδοξία για την πορεία της παράστασης.

Τα “σηκώνουμε” αυτά τα πιο βαριά έργα, πιστεύετε;
Ναι. Πιστεύω ότι ο κόσμος έχει ανάγκη, από ένστικτο, από διαίσθηση, να πάει σε αξίες που έχει εγκαταλείψει και που τον οδήγησαν σε αυτή την καταστροφή.

Θα σας κάνω, λοιπόν, μια ερώτηση, στην οποία μέχρι στιγμής έχω πάρει ιδιαίτερες απαντήσεις: Αν ο “Αρχιμάστορας Σόλνες” ήταν τραγούδι, ποιο θα ήταν;
Γυρνάνε πολλά τραγούδια στο κεφάλι μου… (το σκέφτεται)
Θα ήταν η “Αθανασία” του Γκάτσου και του Χατζηδάκι – “Τι ζητάς, Αθανασία, στο κατώφλι μου μπροστά / ποια παράξενη θυσία η ζωή να σου χρωστά”…

Αν ήταν τραγούδι ο “Μόρι”;
Για τον “Μόρι” θα χρησιμοποιήσω μια έκφραση ποδοσφαιρική: “Τα πάντα όλα”!