«Δάφνες και Πικροδάφνες»: Η παράσταση μέσα από τα μάτια των πρωταγωνιστών της

Οι χαρακτήρες του έργου κυκλοφορούν ανάμεσά μας, κι ας τους έπλασαν οι συγγραφείς Κεχαΐδης και Χαβιαρά πάνω από 40 χρόνια πριν. Ίσως και να είμαστε εμείς οι ίδιοι. Σαστισμένοι, μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα, διεκδικώντας ένα καλύτερο “αύριο”. Σ’ αυτό συμφωνούν οι πρωταγωνιστές της παράστασης, Τάσος Χαλκιάς, Κωνσταντίνος Ασπιώτης και Θανάσης Πατριαρχέας, οι οποίοι συμπρωταγωνιστούν και καθοδηγούνται σκηνοθετικά από τον Πέτρο Φιλιππίδη. Οι τρεις τους μας μιλούν για το τι σημαίνει το ανέβασμα ενός τέτοιου έργου σε μια τόσο “αβέβαιη” συγκυρία, αλλά και για το πόσο πολύ αξίζει, τελικά, ένα τέτοιο εγχείρημα – και να το τολμήσεις ως ηθοποιός, και να το παρακολουθήσεις ως θεατής.

Συνεντεύξεις στη Μαρία Λυσάνδρου 


1__Tάσος Χαλκιάς

Το «Δάφνες και Πικροδάφνες» είναι, κατά βάση, ένα πολιτικό έργο. Με όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας, πόση ανάγκη έχουμε να δούμε και τέτοια έργα;
Θεωρώ ότι έχουμε μεγάλη ανάγκη να δούμε «και τέτοια έργα». Είμαστε «πολιτικά όντα» θέλουμε – δεν θέλουμε. Είμαστε πολίτες ενός κράτους, και ο κάθε πολίτης είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει για το κράτος όπου ζει: τι κυβέρνηση έχει, τι πολίτευμα έχει, ποιοι είναι οι νόμοι του, τι του επιτρέπεται, τι του απαγορεύεται… Θα χαρακτήριζα το έργο ένα «πολιτικό θρίλερ», με την έννοια ότι η εξέλιξή του έχει “θριλερικό” χαρακτήρα, κυριολεκτικά.

Περί τίνος πρόκειται ακριβώς;
Έχουμε να κάνουμε με τέσσερις ανθρώπους, οι οποίοι είναι φίλοι έως εχθροί – διαγράφουν όλη αυτή την γκάμα. Είναι κομματάρχες της επαρχίας, αλλά κομματάρχες του ιδίου κόμματος! Προωθούν ο καθένας τον δικό του υποψήφιο και, μέσα σε αυτή τους την προσπάθεια, έχουν διάφορες διαμάχες.
Νομίζω ότι αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό στην ελληνική πολιτική. Και μας ξεχωρίζω από την υπόλοιπη Ευρώπη, γιατί δεν υπάρχει καμία νοοτροπία ανάλογη με την ελληνική, τουλάχιστον ως προς τα πολιτικά ήθη. Αυτό, λοιπόν, είναι το ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γι’ αυτό πιστεύω ότι είναι και χρήσιμο, και διδακτικό.

Παρόλο που το έργο έχει γραφτεί πάνω από 40 χρόνια πριν, θέτω εδώ το ερώτημα: Έχουν αλλάξει καθόλου τα πράγματα στην ελληνική πολιτική; Εξακολουθεί να ασκείται και το 2020 αυτή η «πολιτική του καφενείου»;
Το έργο έχει γραφτεί στα μέσα της δεκαετίας του ’70 από δύο εξαιρετικούς συγγραφείς, τον Δημήτρη Κεχαΐδη και την Ελένη Χαβιαρά, και παίχτηκε για πρώτη φορά από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν στο γνωστό «Υπόγειο» το 1979.
Θα σου απαντήσω, λοιπόν, πολύ “στεγνά”. Γιατί αυτό που με ρωτάς είναι ένα τεράστιο θέμα, που είτε το απαντάς με δύο λέξεις, είτε απαντάς με τέσσερα βιβλία: Όχι, δεν έχει αλλάξει απολύτως τίποτα! Και όχι μόνο τα 40 τελευταία χρόνια, δυστυχώς από τον καιρό του Καποδίστρια…

Το έργο διαδραματίζεται στην Τρίπολη. Τελικά, μεταξύ επαρχίας και μεγαλούπολης, υπάρχουν διαφορές ως προς την άσκηση της πολιτικής;
Τα ίδια είναι ακριβώς! Και για ποιες μεγάλες πόλεις να μιλάμε; Και η Αθήνα ένα μεγάλο χωριό είναι! Ας μην πάμε μακριά, ας δούμε την πάλαι ποτέ Βασιλεύουσα, την Κωνσταντινούπολη: μια πόλη με 20 εκατομμύρια κατοίκους – δύο Ελλάδες, δηλαδή. Άρα, για ποιες μεγαλουπόλεις μιλάμε; Είναι αστείο… χωριά είμαστε. Σκοτωνόμαστε, 10 εκατομμύρια, ποιος θα βγάλει το μάτι του αλλουνού…

Μιλήστε μου λίγο για τον χαρακτήρα σας στο έργο.
Ο Κώστας, τον οποίο υποδύομαι, είναι ο αρχαιότερος κομματάρχης που υπάρχει στον τόπο. Ο θεσμός του κομματάρχη στην επαρχία είναι πανίσχυρος. Αυτός κάνει κουμάντο, και όχι ο βουλευτής! Ακόμα κι όταν βγει ο βουλευτής, πάλι ο κομματάρχης τον καθοδηγεί: τι πρέπει να κάνει, με ποιον πρέπει «να τα έχει καλά», ποιον πρέπει να έχει “φτυσμένο”…
Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, γνωρίζει πάρα πολύ καλά πώς κινούνται τα νήματα της πολιτικής στην Τρίπολη. Οι άλλοι χαρακτήρες είναι μικρότερης ηλικίας και περισσότερο “μπαγαπόντηδες”, συμφεροντολόγοι. Ενώ ο Κώστας έχει και ένα εθνικό φρόνημα, έχει παραλάβει έναν στρατηγό και προσπαθεί να τον βγάζει πάντα βουλευτή, γιατί τον θεωρεί χρήσιμο για την όποια κυβέρνηση. Αυτός είναι ο ρόλος ο δικός μου, ένας ρόλος μαχητικός, ο οποίος δείχνει να προδίδεται μέσα στο έργο από τους φίλους του.

Παρακολούθησα για λίγο την πρόβα σας και είδα ότι υπάρχει και το γέλιο, και το καλαμπούρι…
Τη χαιρόμαστε την πρόβα μας. Ναι μεν πρέπει να είναι δημιουργική και να βγάζει ένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, αλλά είμαστε και άνθρωποι μεταξύ μας γνωστοί, δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα.
Έχουμε βάλει κάτω το έργο και θέλουμε όλοι να κάνουμε μια ωραία δουλειά. Πιστεύουμε ότι ο κόσμος έχει ανάγκη να ξαναπάει στο θέατρο και θέλουμε, όταν μας υποδεχτεί και πάλι στη σκηνή, να έχουμε κάτι καλό να του πούμε.

Η παράσταση ανεβαίνει σε μια περίοδο πολύ ιδιαίτερη, λόγω και της πανδημίας. Ποια είναι η δική σας αίσθηση; Θα το φοβηθεί ο κόσμος;
Εγώ είμαι εκ της φύσεώς μου άνθρωπος αισιόδοξος. Πιστεύω ότι κάθε μέρα που ξημερώνει, μπορεί να είναι η πιο ευτυχισμένη της ζωής μου. Πιστεύω πάρα πολύ στα παιδιά, στην ελπίδα.
Θεωρώ, λοιπόν, ότι έχει λείψει στον κόσμο το θέατρο. Υπάρχουν, βέβαια, κάποια απαγορευτικά. Διαμαρτυρήθηκαν οι παραγωγοί ότι δεν μπορούν με το 40% πληρότητας ενός χώρου να βγάλουν τα έξοδα της παραγωγής (τουλάχιστον αυτό ισχύει τη στιγμή που μιλάμε). Αυτό το 40% είναι ανεπίτρεπτο για τον παραγωγό. Γι’ αυτό και οι μεγάλες παραγωγές του καλοκαιριού δεν θα γίνουν.

Γι’ αυτό και είναι γενναίο το να ετοιμαστεί και να περιοδεύσει, παρόλα αυτά, μια τέτοια παράσταση…
Είναι γενναίο, ακόμα κι αν αρθούν τα μέτρα αυτά. Διότι είναι και η νοοτροπία του κόσμου: «Καλά, δεν θα έχω έναν δίπλα μου, θα τον έχω παραδίπλα μου. Πόσο πρέπει να προφυλαχθώ; Θα φοράμε εμείς μάσκα; Οι ηθοποιοί εκεί πάνω δεν φοράνε μάσκα. Τι θα κάνουν;». Υπάρχει όλο αυτό το ερωτηματολόγιο…
Αλλά νομίζω ότι η πίστη του καθενός να πάει στο θέατρο θα νικήσει – γιατί στο θέατρο γίνεται μια άλλη μέθεξη, μια άλλη επικοινωνία των ηθοποιών, δεν είναι το ίδιο με την τηλεόραση. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι ο κόσμος θα έρθει. Πραγματικά το πιστεύω.

Και μια και είπαμε για τηλεόραση… Σας είδαμε λίγο πριν την καραντίνα στις «Άγριες Μέλισσες», ως τον πατέρα Σεβαστό. Υπάρχει περίπτωση να σας ξαναδούμε;
Σε αυτό τον ρόλο δεν νομίζω, εκτός κι αν γίνει πάλι κάποιο flashback. Αλλά δεν έχω κάποια τέτοια πληροφορία, προς το παρόν.

Ποια είναι, λοιπόν, η γνώμη σας γι’ αυτή τη “στροφή” που γίνεται στην τηλεόραση; Γιατί δεν ήταν μόνο οι «Άγριες Μέλισσες», ήταν και το «Κόκκινο Ποτάμι»…
Εγώ πιστεύω πολύ στην ελληνική μυθοπλασία. Για μια δεκαετία ολόκληρη, ήρθαμε και χορτάσαμε από μεξικάνικα, τούρκικα, βραζιλιάνικα και δεν ξέρω τι άλλο. Θεωρώ ότι αυτό ήταν λάθος των Ελλήνων καναλαρχών, ήταν λάθος… Δεν μπορεί να αφήνεις στην άκρη τη μυθοπλασία του τόπου σου, δεν μπορεί να μην αφήνεις να βγουν μπροστά νέοι άνθρωποι που είναι κειμενογράφοι, ηθοποιοί, σκηνοθέτες.
Η επιστροφή, ευτυχώς, είναι καλή. Έγιναν δύο πάρα πολύ καλές δουλειές. Και, μάλιστα, το «Κόκκινο Ποτάμι» έγινε με έναν παλιό, σπουδαίο άνθρωπο της τηλεόρασης και του κινηματογράφου, τον Μανούσο Μανουσάκη, σε μια σειρά με ιστορικό περιεχόμενο. Αλλά ήταν και μια δουλειά με μυθοπλασία “φρέσκια”, όσο και αν αναφέρεται στο παρελθόν, με εξαιρετικούς σεναριογράφους. Και πόσος κόσμος εργάζεται σε αυτή την ιστορία, πίσω από τις κάμερες και μπροστά… κάπου 48 ηθοποιοί. Είναι πάρα πολύ σημαντικό αυτό!

– Αυτές οι προσπάθειες έδωσαν βήμα και σε πολλούς νέους ηθοποιούς…
Για μένα το σημαντικότερο είναι ότι, μέσα από την ελληνική μυθοπλασία μιας τηλεοπτικής σειράς, βγαίνουν άνθρωποι νέοι που παίζουν τον ρόλο τους. Στην τηλεόραση δεν είναι εύκολο να παίζεις ρόλους. Συνήθως, με την καθημερινότητα, αναπαράγουμε τους εαυτούς μας. Δεν δίνεται η ευκαιρία στον ηθοποιό να δείξει τα υποκριτικά του προσόντα. Εδώ, όμως, αναδείχθηκαν πολύ αξιόλογοι νέοι συνάδελφοι.

Που τους “έδεσαν”, όμως, και με παλαιότερους σημαντικούς ηθοποιούς.
Κοίταξε τώρα… Άμα συνεργάζεται, ας πούμε, η Κάτια Δανδουλάκη με τις νεότερες γενιές, που είναι ο Κακούρης ή η Διδασκάλου, και τις ακόμα πιο νέες, όπως είναι ο Γάλλος, η Θεοφανία… Όλοι είναι φίλοι αγαπημένοι και συνάδελφοι, δεν θέλω να αφήσω έξω κανέναν. Όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, είναι σπουδαίοι. Και τα νέα παιδιά, όπως είναι η Δανάη ή η Μαρία Κίτσου, που δεν είχε κάνει σχεδόν καθόλου τηλεόραση και είναι μια πολύ σπουδαία ηθοποιός!

Ας ελπίσουμε ότι θα γίνουν και άλλες αντίστοιχες κινήσεις…
Θέλω να το πιστέψω. Αυτό δεν είναι μέσα στα πλαίσια των αισιόδοξων προβλέψεών μου, αλλά, εν πάση περιπτώσει, μπορεί και να προκύψει!

2__Κωνσταντίνος Ασπιώτης

“Δύσκολο” αυτό το καλοκαίρι για τις θεατρικές παραστάσεις… Ποια είναι η δική σου άποψη για όλα αυτά που έχετε να αντιμετωπίσετε φέτος;
Είναι μια δύσκολη, πρωτόγνωρη συνθήκη που όλοι βιώνουμε – όλοι οι επαγγελματίες. Ο δικός μας χώρος έχει μία παραπάνω δυσκολία, λόγω της φύσης του επαγγέλματος, λόγω του “ζωντανού” του επαγγέλματος που χρειάζεται κοινό…
Η πολιτεία δεν έχει δώσει σαφείς ενδείξεις, έχει καθυστερήσει πάρα πολύ να κάνει κάτι γι’ αυτό. Για μένα, το να ανέβει μια παράσταση αυτή την εποχή είναι “θέση”, μια κοινωνικο-πολιτική “θέση”. Δίνει ένα στίγμα ότι ο Πολιτισμός και το Θέατρο είναι “εδώ”. Συνεχίζουμε, προσπαθούμε. Δεν θα το εγκαταλείψουμε, επειδή υπάρχει το πρόβλημα και η απουσία λύσεων. Θεωρώ ότι πρέπει να συνεχίσουμε να λειτουργούμε ως κλάδος, τηρώντας πάντα τα ενδεδειγμένα μέτρα προστασίας.

Το δελτίο Τύπου της παράστασης γράφει ότι έχει διαμορφωθεί με τρόπο που να απευθύνεται σε μια         Ελλάδα, όπου ο Πολιτισμός προβάλλει ως προτεραιότητα. Είναι όντως προτεραιότητα ο Πολιτισμός στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή; Σχετική είναι και η πρωτοβουλία “Support Art Workers” που έχει αναπτυχθεί τους τελευταίους μήνες…
Κατ’ αρχάς, ξεκίνησε από ανάγκη όλο αυτό. Και με το “Support Art Workers”, και με ανθρώπους που δεν ανήκουν σε αυτή την κίνηση, όπως είναι εδώ και η παραγωγή μας. Ο Όμιλος Τάγαρη θέλησε να πει «Όχι, εγώ θα κάνω την κίνησή μου, θα στηρίξω τον Πολιτισμό».
Προέκυψε από ανάγκη, λόγω έλλειψης σοβαρότητας. Όταν, μετά τα όσα έγιναν, βγήκε ΦΕΚ για το πώς θα λειτουργούν τα κομμωτήρια, και ο Πολιτισμός δεν ήταν καν στην κουβέντα… Κατ’ αρχάς, αυτό είναι προσβλητικό. Κατά δεύτερον, δείχνει μία τάση από αυτούς που μας κυβερνούν – χωρίς να τάσσομαι υπέρ ή κατά τους γενικά. Μιλάω για το συγκεκριμένο θέμα.
Η Μελίνα Μερκούρη είχε γράψει στην αυτοβιογραφία της, στο «Γεννήθηκα Ελληνίδα», ότι η Ελλάδα πρέπει να πρωταγωνιστεί για τον Πολιτισμό της. “Αυτό” είναι η Ελλάδα. Κι αν δεν είμαστε “αυτό”, δεν είμαστε κανείς.
Είμαστε μία χώρα, η οποία βγάζει λεφτά από τον Πολιτισμό, από όλον αυτόν τον αρχαίο πλούτο που έχουμε. Όμως αρχαίος πλούτος δεν είναι μόνο τα μάρμαρα. Είναι και όλα αυτά τα έργα…

Ο Πολιτισμός, λοιπόν, θα μπορούσε να είναι μια βιομηχανία.
Ναι. Θα έπρεπε να είναι βιομηχανία για την Ελλάδα. Αλλά είναι βιοτεχνία.

Εσύ σ’ αυτή την παράσταση παίζεις…
Τον Αλέκο. Είναι ο μικρότερος της παρέας, ο μαθητευόμενος του κυρίου Χαλκιά, του “Κώστα”.

Τον “ξέρεις” τον Αλέκο; Τον έχεις δει στην καθημερινότητά σου;
Έχω δει όλους τους ήρωες του έργου στην καθημερινότητά μου! Και τους βλέπω από τη δεκαετία του ’80 που ζω και άρχισα να καταλαβαίνω τους ανθρώπους.
Υπάρχουν ακόμα και τώρα αυτοί οι άνθρωποι που περιγράφουν ο Κεχαΐδης και η Χαβιαρά. Υπάρχουν και στα καλά τους, και στα κακά τους. Τους αντιλαμβανόμαστε κυρίως στα κακά, τα οποία μπορεί να είναι και γραφικά ώρες-ώρες, να έχουν πλάκα… Φέρνουν όλη αυτή την παθογένεια της Ελλάδας της Μεταπολίτευσης, του βολέματος.

Άρα, είναι διαχρονικό το έργο.
Απόλυτα, απόλυτα… Γι’ αυτό είναι και κωμωδία, με έναν τρόπο. Είναι αστείο το ότι βλέπουμε κάτι που ξέρουμε πολύ καλά. Αναγνωρίζουμε μέχρι και τους εαυτούς μας μέσα σε αυτό.

Σε μια περίοδο, όπως η τωρινή, θα έμπαινε ο κόσμος στη διαδικασία να δει ένα πολιτικό έργο;
Νομίζω ότι είναι το ιδανικό. Γιατί, όντως, εγείρει πολύ σοβαρά πολιτικά και κοινωνικά θέματα, αλλά ταυτόχρονα το κάνει με ένα «κλείσιμο ματιού» – με ένα χαμόγελο, εν πάση περιπτώσει. Νομίζω ότι έχει έναν πολύ ωραίο, σωστό σε δόσεις συνδυασμό, που όχι μόνο αποτρεπτικό δεν είναι, αλλά θεωρώ ότι είναι και κάτι που ο θεατής έχει ανάγκη να δει.

Ένας νεότερος θεατής τι θα δει ερχόμενος στην παράσταση; Τον αφορά;
Αφορά όλες τις ηλικίες. Ειδικά οι νεότεροι θα έπρεπε να έρθουν να δουν τι παίρνουμε από τέτοιους χαρακτήρες. Και τι αποφεύγουμε, κυρίως.
Είναι ένα “βαθύ”, ένα ουσιαστικό έργο, το οποίο μιλάει για το «εδώ και τώρα» με έναν άλλον, έμμεσο τρόπο, παίρνοντας μία σημαντική για την Ελλάδα εποχή, την εποχή μετά τη Χούντα. Έτσι διαμορφώθηκε αυτό που ζούμε τώρα, η Ελλάδα τού σήμερα.

Χωρίς να έχουν αλλάξει και πολλά από τότε, όπως συζητούσαμε με τον κ. Χαλκιά. Αυτές οι νοοτροπίες του καφενείου…
…υπάρχουν ακόμα! Βέβαια, οφείλει κανείς να δει ότι ναι μεν υπάρχουν αυτά που λέμε, αλλά είμαστε πια σε μια τελείως άλλη εποχή. Δηλαδή, είναι σαν να μας προλαβαίνει η εποχή αυτή τη στιγμή, και να προσπαθούμε κι εμείς να πατήσουμε στα πόδια μας, όπως και εκείνοι τότε προσπαθούσαν να βρουν τα πατήματά τους μετά από μια επταετία Χούντας!
Τώρα είμαστε σε μια εποχή που ξαφνικά έχουμε κινητά – μιλάω εγώ με τη μάνα μου που είναι στη Θεσσαλονίκη και τη βλέπω, ας πούμε. Μια τελείως διαφορετική συνθήκη, η οποία όμως κεντράρει ακριβώς στο ότι και τότε επρόκειτο για μια πολύ καινούργια συνθήκη. Η ουσία της είναι η ίδια. Είναι ο άνθρωπος στο κέντρο, ο Έλληνας άνθρωπος.

Για την επόμενη σεζόν έχεις καθόλου ιδέα τι θα κάνεις; Ή όλα είναι ακόμα ρευστά;
Είναι και τα δύο μαζί. Δηλαδή και έχω μια ιδέα, αλλά και είναι όλα ρευστά. Το είδαμε στην πράξη πιο περίτρανα από ποτέ. Εμείς παίζαμε τον Μάρτιο στο Θέατρο Βέμπο και, ξαφνικά, μας κλείσανε. Εννοώ ότι δεν ξέρεις πραγματικά τι σου ξημερώνει και, δυστυχώς, κανένας δεν σου δίνει και μια σαφή απάντηση για το τι θα επιτρέπεται να κάνεις.
Κάποια στιγμή, όμως, πρέπει να πάρουν την ευθύνη οι άνθρωποι που είναι υπεύθυνοι γι’ αυτό – η κυβέρνηση, η αντιπολίτευση∙ όλοι! Πρέπει κάποιος να μας πει πώς θα γίνει το πράγμα, τι θα επιτρέπεται, πόση θα είναι η πληρότητα, πόσοι θα επιτρέπονται πάνω στη σκηνή…
Εγώ περιμένω και βλέπω. Από την άλλη, λογαριάζω τα πράγματα σαν… να μην υπήρχε ο ξενοδόχος. Οπότε, ετοιμάζω το μυθιστόρημα του Φιτζέραλντ «Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ». Αυτό θα πάει για τέλη αυτής της χρονιάς, αρχές της άλλης.

Δεν έχει, όμως, να κάνει μόνο με τους θεατές. Είστε κι εσείς εκτεθειμένοι κάθε βράδυ, παίζοντας σε μια αίθουσα με τόσο κόσμο από κάτω…
Έτσι είναι. Είναι πολύ ιδιαίτερο το επάγγελμά μας. Γι’ αυτό λέω ότι χρειάζεται σοβαρή αντιμετώπιση. Και θέλει να το γνωρίσεις, να ενσκύψεις, να δεις τι είναι αυτή η δουλειά και, βάσει αυτού, να προβλέψεις για τα μέτρα προστασίας. Για να κάνουμε μια ερωτική σκηνή, πρέπει να ακουμπήσει ο ένας τον άλλον, να φιληθούμε δύο άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους, με διαφορετικές ζωές και επαφές… Αν δεν μπορεί να γίνει κάτι, τότε πρέπει να εξεταστούν τα επιδόματα… Δεν είναι εμπορικό κέντρο εδώ, είναι θέατρο.

3__Θανάσης Πατριαρχέας

Αυτή είναι η δεύτερη συνεχόμενη συνεργασία σου με τον Πέτρο Φιλιππίδη, μετά το «Ψύλλοι στ’ αυτιά». Έτυχε ή… πέτυχε;
Κατ’ αρχάς, είναι μεγάλη τιμή που συνεργάζομαι πάλι με τον κύριο Φιλιππίδη. Το έχω πει πολλές φορές: Είναι ένα “πανεπιστήμιο” και επί σκηνής, και εκτός σκηνής. Τώρα αν έτυχε… ελπίζω όχι! Τα πάμε πολύ καλά και στις πρόβες, και στη δουλειά.

Είδα ωραία ατμόσφαιρα στην πρόβα…
Αυτό είναι το αποτέλεσμα της δουλειάς μας: Η τόσο καλή συνεργασία. Μακάρι να συνεργάζομαι μαζί του κάθε χρόνο, είναι Επαγγελματίας με Ε κεφαλαίο. Θέλει να βγαίνει η δουλειά σωστά. Άμα έχεις δει παραστάσεις του, καταλαβαίνεις τι γίνεται.

Σε ανησυχεί καθόλου που είναι παράξενα τα πράγματα αυτή την καλοκαιρινή σεζόν;
Όχι, δεν με ανησυχεί. Παρόλο που είναι μια πολύ δύσκολη φάση, και ιδιαίτερα για το θέατρο, δεν με ανησυχεί. Έχω εμπιστοσύνη στον θίασο, στο έργο, στον κύριο Φιλιππίδη… Θα πάμε ανά την Ελλάδα δίνοντας τον καλύτερό μας εαυτό, για να έχουμε το καλύτερο αποτέλεσμα. Ελπίζω ότι θα υπάρξει ανταπόκριση. Λογικό είναι ο κόσμος να φοβάται, κι εγώ φοβάμαι.

– Μας έχει μάθει κάτι η πανδημία;
Αυτή η πανδημία μάς έμαθε ένα πράγμα καλό, που θεωρώ ότι το πετύχαμε ως Έλληνες: την προσωπική ευθύνη. Άρα, λοιπόν, άμα ο καθένας τηρήσει τα απαραίτητα μέτρα, πιστεύω ότι δεν θα έχουμε πρόβλημα. Ο κόσμος πρέπει να έρθει στο θέατρο, πρέπει… Το θέατρο είναι παιδεία.

Είναι και ο θίασος θελκτικός, είναι και το έργο τέτοιο…
Ακριβώς! Είναι ένα διαχρονικό έργο, επίκαιρο, που αφορά την Ελλάδα. Είναι βαθιά πολιτικό και θεωρώ ότι, επειδή είναι ελληνικό έργο και όχι μεταφρασμένο, έχει αποτυπώσει ακριβώς τα αισθήματα και συναισθήματα των Ελλήνων σε διάφορους τομείς. Τσακώνονται τέσσερις άνθρωποι ουσιαστικά για το ίδιο πράγμα. Μπορεί να φτάσουν να βγουν μέχρι και καραμπίνες, παρά το ότι βρίσκονται όλοι στην ίδια πλευρά. Αλλά, στο τέλος, φεύγουν μονοιασμένοι!
Το μήνυμα του έργου είναι ότι δεν πρέπει να “παίζουμε” την Ελλάδα στα ζάρια, την όποια “Ελλάδα”. Δεν πρέπει να βάζουμε το ίδιον όφελος πάνω από το γενικότερο καλό. Πρέπει όλοι μαζί να πασχίσουμε για ένα καλύτερο “αύριο”. Αυτό το νόημα βγαίνει στο τέλος, το οποίο θεωρώ και το πιο σπουδαίο.

Αυτοί που θα έρθουν στην παράσταση, θα μάθουν κάτι από αυτά που θα δουν;
Αρχικά, θα αναγνωρίσουν ένα μέρος του εαυτού τους και θα ταυτιστούν… Στο θέατρο είναι ωραίο να ταυτιζόμαστε με τον χαρακτήρα που βλέπουμε. Νιώθεις ότι έτσι παίρνεις περισσότερα πράγματα.
Το θέατρο μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή, σου ανοίγει μια πορτούλα… Είναι στο χέρι σου αν θα το διαβείς αυτό το κατώφλι και θα προχωρήσεις. Μέσω του θεάτρου μπορείς να δεις τον εαυτό σου από άλλη ματιά, που ίσως μόνος σου δεν θα τολμούσες να δεις.

Πες μου λίγο για τον δικό σου χαρακτήρα.
Ο δικός μου χαρακτήρας είναι ο υποτακτικός του “Βασίλη”, του κ. Φιλιππίδη. Οι δυο τους προσπαθούν να κοροϊδέψουν τους άλλους δύο, τον Κώστα και τον Αλέκο. Γενικά γίνεται ένα παιχνίδι μεταξύ τους, που μία έχει εξάρσεις, μία χαλαρώνει… Είναι πολύ ενδιαφέρον να το δεις στο σύνολό του, να δεις τι πλεκτάνη θα στήσει ο ένας στον άλλον.

Είναι και μια “Νόρα” που αναφέρεται συνέχεια…
Πάντα και παντού υπάρχει μια γυναίκα! Όπως και στην «Μπερνάντα Άλμπα» αναφέρεται ο Πέπε Ρομάνο, αλλά δεν εμφανίζεται ποτέ στο έργο… Έχουμε κι εδώ κάτι αντίστοιχο.

“Υπάρχει” αυτός ο χαρακτήρας που υποδύεσαι;
Αν υπάρχει “ολόκληρος” δεν ξέρω, αλλά κάποια μέρη του σίγουρα. Εγώ, τουλάχιστον, έχω δει στοιχεία του και σε συγγενείς μου. Γιατί είμαι και από χωριό, και το χωριό μου το τιμάω!
Παρόλο που ζούμε σε περίεργες εποχές, η πολιτική υπάρχει. Υπάρχει ακόμα στις πλατείες, στα σπίτια μέσα. Αν και καλυμμένη, η πολιτική είναι εδώ. Γιατί πάντα θέλουμε ένα καλύτερο “αύριο”.

Πριν από λίγες μέρες τελείωσε και το «Γυναίκα χωρίς όνομα», στον ΑΝΤ1. Έχεις καθόλου εικόνα για το τι θα κάνεις από ’δω και πέρα;
Είναι ρευστά τα πράγματα ακόμα. Έχουν γίνει επαφές γενικά, αλλά κάτι συγκεκριμένο δεν έχει γίνει προς το παρόν. Επειδή το «Δάφνες και Πικροδάφνες» δεν είναι απλά ένα δύσκολο έργο, αλλά τιτάνιο, περιμένω να φύγει η πρεμιέρα, που είναι και το μεγάλο μου άγχος, και μετά έχει ο Θεός…

Τελειώνει ποτέ αυτό το άγχος;
Δεν νομίζω ότι θέλω και να τελειώσει. Είναι από τα ωραία άγχη. Είναι σαν το παιδάκι μου∙ έχεις ένα μόνιμο άγχος, που όμως είναι πολύ ωραίο.

Δεν μπορώ, λοιπόν, να μη σε ρωτήσω και γι’ αυτό, μια και είσαι νέος πατέρας… Πώς βίωσες τον ερχομό του παιδιού;
Είναι Ο,ΤΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ έχει συμβεί στη ζωή μου, μακράν! Ίσως να ακουστεί λίγο γραφικό, αλλά βλέπω αυτή τη φατσούλα κάθε πρωί, πριν φύγω για δουλειά, και ηρεμώ. Έχω ένα πολύ απαιτητικό πρόγραμμα, λείπω πολλές ώρες, υπάρχουν μέρες που γυρίζω το βράδυ κι αυτό κοιμάται. Μπορεί να έχουν γίνει πολλά μέσα στη μέρα, να είμαι πιεσμένος… αλλά με το που το βλέπω, αποφορτίζομαι κατευθείαν.
Με το παιδί καταλαβαίνεις ποια είναι τα σημαντικά. Είναι σαν να έχουν μπει όλα σε μια “σκάλα”, να έχουν ιεραρχηθεί και ξέρεις πλέον ποιες είναι οι προτεραιότητές σου.

Άλλαξε, δηλαδή, όλη σου η κοσμοθεωρία…
Δεν άλλαξε τίποτα, και άλλαξαν όλα! Όλα, όμως!

Λένε, βέβαια, ότι έχει σημασία και η ηλικία που γίνεσαι γονιός.
Νομίζω ότι όλα ξεκινάνε από τον σύντροφο, από τον άλλο. Όλα ξεκίνησαν από τη Βίβιαν. Την ευχαριστώ γι’ αυτό το δώρο ζωής που μου έκανε. Είμαι και 33 χρονών, δεν είμαι 25, είχα κι άλλες σχέσεις στη ζωή μου. Η μόνη που μου το “έβγαλε” ήταν η Βίβιαν. Κατευθείαν είπα «Τι γίνεται εδώ;».
Υπέροχο αυτό να συμβαίνει… Αλλά είναι και δύσκολο. Γιατί, ξέρεις τι; Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο στη ζωή, τελικά, από την πίεση, την οποιαδήποτε πίεση – επαγγελματική, χρονική, προσωπική… Σκέψου, τώρα, να σε πιέζουν συνεχώς «Πότε θα κάνεις παιδί;». Υπάρχει τίποτα χειρότερο;
Το παιδί είναι ευλογία. Θε να ’ρθει; Θα έρθει. Δε θε να ’ρθει; Ας μην έρθει. Είναι τεράστιες οι ευθύνες μεν, αλλά σ’ αυτό υπάρχει μόνο χαρά και λαχτάρα για το “αύριο”.

Άρα, αξίζει τον κόπο…
Δεν το συζητάω, ναι!