Κάτια Δανδουλάκη: “Αν κάνεις τηλεόραση μόνο για τα χρήματα, η τηλεόραση θα σε εκδικηθεί…”

“Post tenebras lux” (Μετά το σκοτάδι, Φως). Tίποτα δεν θα μπορούσε να της ταιριάζει καλύτερα. Ειδικά αν πρόκειται γι’ αυτό το φως που πηγάζει από μέσα σου, σκορπώντας παντού θετική ενέργεια και κάνοντάς σε να ξεχωρίζεις. Κι αυτό διότι είτε παίζει στην τηλεόραση, είτε παίζει στο θέατρο, ένα πράγμα είναι σίγουρο: Η γυναίκα αυτή ακτινοβολεί. Κυρίες και κύριοι, η κυρία Κάτια Δανδουλάκη…

Συνέντευξη στη Μαρία Λυσάνδρου

Διάβασα πρόσφατα το εξής: “Παιδιά, δεν υπάρχει άγχος. Τώρα που μπήκε η Βίρνα στις “Άγριες Μέλισσες”, θα αγοράσει η Giant τα χωράφια και θα λυθεί το πρόβλημα”…
(γέλια) Πάρα πολύ νόστιμο! Λένε μερικά πολύ χαριτωμένα…

Έχετε κάνει τόσα σίριαλ, έχετε παίξει σε τόσες παραστάσεις, κι όμως η “Βίρνα” σάς ακολουθεί ακόμα, μου φαίνεται.
Είναι 3-4 τα ορόσημα για μένα: “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”, “Οι Πανθέοι” και, μετά, “Η Λάμψη”, γιατί με αυτή ξεκίνησα τα καθημερινά. Βέβαια, ήταν και πολλά άλλα – το “Λένη”, ο “Χατζημανουήλ”, η “Δασκάλα με τα χρυσά μάτια”…
Γι’ αυτό λέω, καμιά φορά: “Παιδιά, όταν σας μιλάω εγώ, μιλάνε 50 χρόνια πείρας! Λοιπόν, μη μου λέτε ότι “το τάδε θα μπορούσε να γίνει κι έτσι”, γιατί δεν μπορεί να γίνει έτσι!”.
Εγώ έζησα την άνοδο της τηλεόρασης, την άνθησή της και, μετά, την πτώση της. Και της έχω πολύ μεγάλη αγάπη, γιατί πέρασα και από όλα τα είδη της. Οπότε, μπορούμε να μιλάμε χωρίς φόβο και πάθος για τα διάφορα χαριτωμένα που λένε, γιατί πραγματικά ήταν πολύ σημαντική η περίοδος της “Λάμψης”.
Η τηλεόραση με αντάμειψε με πολλούς τρόπους – χώρια από τον πρακτικό τρόπο, τον οικονομικό, που πάντα όλοι νομίζουν ότι κάνουμε τηλεόραση για τα χρήματα… Αν κάνεις τηλεόραση μόνο για τα χρήματα, η τηλεόραση θα σε εκδικηθεί.

Κι όμως, στη συνείδηση των περισσότερων δεν είστε “καταχωρημένη” ως τηλεοπτική ηθοποιός. Στο δικό μου μυαλό, τουλάχιστον, είστε κυρίως θεατρική…
Αυτό ήταν δική μου επιλογή από την αρχή, και την πλήρωσα πολύ ακριβά στο θέατρο. Όταν έκανα, ας πούμε, τους “Πανθέους”, έπαιζα Γκολντόνι στο θέατρο, ήμουν κλόουν. Όταν έκανα τη “Λάμψη”, έπαιζα Τσέχωφ, τον “Γλάρο”…
Με ποιον τρόπο το πλήρωνα; Ο κόσμος θέλει να “πιπιλάει” μια καραμέλα και δεν θέλει να του τη χαλάσεις. Την αγαπήσαμε σαν “Μάρμω”; Θέλουμε να τη βλέπουμε σαν “Μάρμω”. Σαν “Βίρνα”; Να τη βλέπουμε σαν “Βίρνα”. Όχι! Διότι η Κάτια δεν είναι αυτό· είναι ηθοποιός που έχει άλλες βλέψεις στο θέατρο. Άρα, πρέπει να δεχτείτε την πολλαπλή προσωπικότητά της και στα δύο επίπεδα.
Επομένως, ο κόσμος είχε δύο εικόνες μου ταυτόχρονα: την εικόνα της Κάτιας του θεάτρου και την εικόνα της τηλεόρασης. Γι’ αυτό και ποτέ δεν με φωνάζανε ανάλογα με τον ρόλο που παίζω! Με φωνάζανε πάντα “Κάτια” στον δρόμο!

Θεωρείτε ότι το να χαρακτηριστεί ο ηθοποιός από ένα ρόλο λειτουργεί υπέρ του ή, τελικά, είναι παγίδα;
Είναι παγίδα, αν δεν ξέρεις να το διαχειριστείς. Είναι πολύ ωραίο μεν, γιατί ο κόσμος ταυτίζεται. Αλλά αν δεν το διαχειριστείς σωστά, τότε πολύ δύσκολα ξεφεύγεις από αυτή την εικόνα, εγκλωβίζεσαι. Κι εγώ δεν έγινα ηθοποιός για να παίξω μόνο τη Βίρνα και τη Μάρμω Πανθέου!
Άρα, πρέπει να δώσεις στον άλλον την ταυτότητά σου. Ποια είναι η ταυτότητά μου; Όλα αυτά τα πρόσωπα, που κάνουν ένα πρόσωπο: την Κάτια.

Έχετε πει παλαιότερα ότι “Αυτό που κυνηγάς στη ζωή σου, αυτό σε βρίσκει”. Τι επιθυμούσατε εσείς, ξεκινώντας; Τους μεγάλους ρόλους; Την επιτυχία; Την αναγνωρισιμότητα; Τα χρήματα…;
Ήθελα μεγάλους ρόλους. Το πρώτο μου όνειρο ήταν θέατρο και μεγάλοι ρόλοι – κλασικοί, μεγάλοι ρόλοι… Αγάπησα τον κινηματογράφο, αλλά δεν έκανα πολλές ταινίες. Η πρωταρχική μου αγάπη, όμως, ήταν να μπορώ να μεταφέρω από τη σκηνή τα συναισθήματα, χωρίς να παρεμβάλλεται ανάμεσα μια μηχανή.
Όταν γνώρισα την τηλεόραση, άρχισα να την αγαπάω πάρα πολύ – και τον λόγο τον κατάλαβα μετά από χρόνια. Με βοηθούσε η εικόνα: όταν γυρίζαμε μια σκηνή, είχαμε χρόνο μετά να τη βλέπουμε. Έβλεπα, λοιπόν, τον εαυτό μου και εντόπιζα τα λάθη μου. Στο θέατρο δεν μπορούσα να τα καταλάβω, δεν ήταν και μια Κάτια κάτω, στο κοινό…
Άρχισα, λοιπόν, να εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία που μου έδινε η τηλεόραση, για να καλυτερεύω τα εκφραστικά μου μέσα – το πόσες φορές ανοιγοκλείνω τα μάτια μου, γιατί κάνω με το χέρι μου την ίδια κίνηση συνέχεια, γιατί σηκώνω το φρύδι μου κάθε φορά που γίνεται “αυτό”.
Μπορεί να είχα πέντε σκηνές μεθυσιού στη Βίρνα Δράκου – κάθε φορά σκεφτόμουν πώς θα γίνει διαφορετικά. Με νεύρα; Επειδή είμαι ζαλισμένη; Επειδή είμαι θυμωμένη; Αυτό μου έδινε αυτόματα εργαλεία και για το θέατρο. Με “πλούτισε” η τηλεόραση, της οφείλω πολλά.

Και πώς εξηγείτε το γεγονός ότι πολλοί συνάδελφοί σας την αντιμετωπίζουν κάπως υποτιμητικά;
Πιστέψτε με, καμιά φορά θυμώνω (με την έννοια την παιδική, όχι την επιθετική), όταν λένε οι ηθοποιοί “Αναγκάστηκα να κάνω τηλεόραση για τα χρήματα”. Διότι εγώ δεν αναγκάστηκα ποτέ να κάνω τηλεόραση για τα χρήματα! Μου πρόσφερε τα χρήματα, μαζί με πολλά άλλα…
Και θυμώνω, γιατί η τηλεόραση είναι τεράστιο εργαλείο, που πρέπει να ξέρεις να συνεργάζεσαι μαζί του, όχι να το χρησιμοποιείς.

Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό; Αυτό το “Εγώ κάνω μόνο θέατρο, τηλεόραση όχι”…
Θα σας πω γιατί: Είναι πολύ φυσικό, όταν είσαι νέος, να είσαι κομμουνιστής. Μετά, όταν μεγαλώσεις, αρχίζεις να περιπλανιέσαι σε άλλες περιοχές… για “να τη βρεις” αλλού! (γέλια) Έτσι, λοιπόν, όταν βγάζαμε τις δραματικές σχολές, νομίζαμε ότι το θέατρο είναι “το πρώτο”, ότι το άλλο γίνεται πολύ εύκολα, πολύ γρήγορα.
Δεν χρειάζονται “σταριλίκια”… Το “σταριλίκι” είναι μια υπόθεση με πολλές διαφορετικές έννοιες. Για μένα, “σταρ” είναι ένας δάσκαλος στο πανεπιστήμιο, ουσιαστικός. “Σταρ” μπορεί να είναι και ένας καταπληκτικός τεχνίτης παπουτσιών, στο είδος του. Αυτό είναι: να ξεχωρίζεις για κάποιον λόγο, γιατί έχεις ένα φως μέσα σου.

Αυτός ο διαχωρισμός “εμπορικού” και “ποιοτικού” παρατηρείται και στο θέατρο, όμως…
Αναρωτιέμαι… οι αρχαίοι που έφτιαχναν θέατρα που χωρούσαν 5 χιλιάδες και 10 χιλιάδες κόσμο, τα κάνανε για να βλέπουν τα έργα μόνοι τους; Τα έκαναν, διότι είχαν απόλυτη βλέψη στην εμπορικότητα, να τα δει ο πολύς κόσμος… Ο κόσμος δικαιώνει την επιτυχία! Η εμπορικότητα είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ποιότητα!
Κάποτε είχα ακούσει έναν πολύ καλό μας συγγραφέα να λέει “Κινδυνεύω να θεωρηθώ εμπορικός”. Και λέω “Χριστός και Παναγία!”…
Έχω πάψει να “σνομπάρω” τα είδη από πολύ νέα. Επίσης, δεν σνόμπαρα ποτέ και τη διαφήμιση. Όταν μου λέγανε “Πα, πα, πα… έχεις τελειώσει τη Σχολή του Κουν, έχεις τελειώσει τη Σχολή στο Λονδίνο, και θα κάνεις διαφήμιση;”, εγώ έλεγα “Και γιατί να μην κάνω;”. Η διαφήμιση είναι ένα είδος απολύτως θεμιτό, το σέβομαι, θα σου δώσει χρήματα – και πολύ καλά θα κάνει! Γι’ αυτό την κάνεις!
Άρα, η εμπορικότητα ισχύει για όλους ως στόχος. Δεν μπορείς να την αφαιρέσεις από την ποιότητα, γιατί τότε ακυρώνεις το επάγγελμά σου. Καταλάβατε τι εννοώ; Ξεκάθαρα.


Μπορείς πολύ εύκολα να φθαρείς, αν είσαι φτιαγμένος για να φθαρείς – κάνοντας και μόνο θέατρο. Το να βγάζεις “αποφθέγματα ποιότητας” δεν έχει κανένα νόημα.


Σκέφτομαι μήπως, τελικά, κάποιοι ηθοποιοί αυτο-παγιδεύονται προσπαθώντας να μην…
…να μην φθαρούν; Μπορείς πολύ εύκολα να φθαρείς, αν είσαι φτιαγμένος για να φθαρείς – κάνοντας και μόνο θέατρο. Το να βγάζεις “αποφθέγματα ποιότητας” δεν έχει κανένα νόημα. Η ποιότητα δεν είναι στόχος, είναι κάτι που το κουβαλάς από τη γέννα σου, από την οικογένειά σου, από την παιδεία σου, από την εμπειρία σου στο θέατρο.
Για μένα, ας πούμε, είναι φοβερά ποιοτικές οι ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Ξέρετε ότι τις “φτύνανε” στη δεκαετία του ’60; “Α, πα, πα… φτου, κακά!”. Αυτά είναι σαχλαμάρες. Είναι τα πιο αγνά, τα πιο υπέροχα παραμύθια, που άντε να τα φτιάξεις τώρα αν μπορείς! Και να κρατάνε 60 και 70 χρόνια, και να θες να τα βλέπεις και να τα ξαναβλέπεις… Η διάρκεια, λοιπόν, δικαιώνει την ποιότητα και το αντίστροφο.

Είστε πολλά χρόνια θιασάρχης. Ποια είναι τα κριτήριά σας, όταν πάτε να επιλέξετε ένα έργο;
Με βασανίζει το έργο να είναι μεγάλο, “στέρεο”. Επειδή έχω παίξει πάρα πολλά, πολύ δύσκολα πια μπορώ να επιλέξω έργα. Δεν υπάρχουν πολλοί μεγάλοι ρόλοι πια.
Πάντα τα έργα που διάλεγα ήταν ανάλογα με τη διάθεσή μου. Η κωμωδία είναι και ήταν πάντα, όσο κι αν φανεί περίεργο, η πρώτη μου επιλογή. Και ένας από τους λόγους που ήθελα να ηγηθώ θιάσου ήταν επειδή κανένας δεν θα σκεφτόταν ποτέ “ας δώσω ένα κωμικό ρόλο στην Κάτια, για να πάνε όλοι να σκάσουν στα γέλια” – ποτέ! (γέλια) Όμως ήξερα μέσα μου ότι είμαι 60-70% προς την κωμωδία και 40% προς το υπόλοιπο. Γι’ αυτό και οι μεγάλες μου επιτυχίες ήταν κωμωδίες. Τώρα πια έχει μάθει ο κόσμος ότι είμαι δίφορη.

dandoulaki2

Πάντως, όσο κι αν οι κοντινοί σας άνθρωποι, οι συνάδελφοί σας, σας έχουν στο μυαλό ως “Κάτια”, οι υπόλοιποι νομίζω ότι σας σκεφτόμαστε ως “κυρία Δανδουλάκη”. Κι ας έχετε αυτή την κωμική πλευρά…
Φεύγει πολύ εύκολα αυτό στην καθημερινότητα. Τώρα που δουλεύω και με τα νέα παιδιά στην τηλεόραση, μέσα σε μια βδομάδα το “κυρία Δανδουλάκη” έγινε “Κατιούλι, έλα από εδώ, πήγαινε από εκεί”… (γέλια)
Είμαι πολύ προσιτή ως άνθρωπος. Μου αρέσουν οι μικρές παρέες, να βγούμε σε ταβερνάκι, να έρθουν στο σπίτι μου, να πάω στο σπίτι τους, να κουβεντιάζουμε. Στα μεγάλα γκαλά, κουράζομαι. Δεν είμαι κοσμική, δηλαδή να βγω, να πάω σε δεξιώσεις· εκεί, όταν δεν μπορώ να δω τον άλλο προσωπικά, πλήττω. Αν βρεθούμε τώρα οι δυο μας, θα πούμε χιλιάδες πράγματα. Αν ήταν άλλοι δεκαπέντε μπροστά, τι κουβέντα θα κάνεις; Δεν θα μάθεις τίποτε για τη Μαρία…

Πόσο “Ανέτ” είστε στην πραγματικότητα; Στις “Άγριες μέλισσες”, ο χαρακτήρας σας είναι ο άνθρωπος που κρατάει τις ισορροπίες…
Είμαι εγώ. Ίδια, ίδια! Λες και είχε εμένα στο μυαλό της η Μελίνα (Τσαμπάνη). Μπορεί, βέβαια, και να με είχε… Μα, ίδια; Ο τρόπος που φέρεται η Ανέτ, μια γυναίκα που έχει μεγαλώσει σε έναν πολιτισμό μακριά από τα ήθη και έθιμα του χωριού όπου ήταν γεννημένη, η “μποέμικη” αντίδρασή της στη ζωή, αλλά και αυτή η σταθερότητα των αξιών της… Δεν είναι μια μποέμισσα, η οποία ζει εκκεντρικά έξω από τον κόσμο. Ζει μέσα στον κόσμο και έχει τις αρχές της, αλλά είναι πολύ πιο μπροστά από την εποχή.
Κι εμένα δεν με ενδιέφερε ποτέ τι θα πει ο κόσμος. Με ενδιέφερε τι αισθάνομαι εγώ – και, αν ο κόσμος πει κάτι κακό, δεν πειράζει. Το παρέβλεπα και προχωρούσα.

Δεν επηρεάζεστε καθόλου;
Καθόλου! Αλλά καθόλου! Με έσωσε αυτό, σαν να είχα ένα αδιάβροχο επάνω μου. Δεν με απασχόλησε ποτέ η γνώμη των άλλων, γιατί δεν ήθελα να χάσω χρόνο. Είχα τόσο συγκεκριμένους και δύσκολους στόχους, που απαιτούσαν πολλή δουλειά, και δεν προλάβαινα να πείσω κάποιον που δεν με ενδιαφέρει. Ήξερα ότι θα τον πείσει η δουλειά μου. Και δεν έκανα ποτέ λάθος…
Γι’ αυτό και ο Τύπος δεν ασχολήθηκε ποτέ μαζί μου, παρά μονάχα ουσιαστικά. Παράπλευρα ασχολήθηκαν, αλλά έπεσαν στο κενό, ήταν φούσκες. Με τον Τύπο, λοιπόν, είχα πάντα πολύ ουσιαστική σχέση. Καταλαβαίνω αμέσως αν πρόκειται για κάτι που θέλει να ειπωθεί από το τηλέφωνο ή κάτι που να είναι “κατάθεση” κάποιας άλλης υφής. Όπως μιλάμε τώρα μαζί…
Όταν συναντάς τον άλλον, είναι διαφορετικό. Η ζωή μας τώρα κυλάει μέσα από τα mail. Χάνουμε ουσιαστικά… ζωή, αγκαλιά, συναίσθημα! Και τι έχουμε; Εικόνες, γρηγοράδα, κουμπιά, τίποτα προσωπικό δεν γίνεται. Όλα είναι απρόσωπα και τα γένη καταργούνται, γίνονται “it”. Αυτό το “it”, το ουδέτερο, το βλέπω πια πάρα πολύ.
Κι αυτό μπορεί να είναι μια χαρά για τα παιδιά που γεννιούνται τώρα και θα μεγαλώσουν έτσι. Για εμάς που έχουμε ζήσει την αγκαλιά, εμ… δεν αντικαθίσταται η αγκαλιά από τη μηχανή…

Όμως όταν κάποιος έχει μάθει με την αγκαλιά, δυστυχεί με τον τρόπο που λειτουργούν σήμερα τα πράγματα…
Ε, είπατε αυτό που μου συμβαίνει τώρα, ακριβώς αυτό! Βρίσκομαι στη νοσταλγία της αγκαλιάς – ευτυχώς την έχω από τους φίλους μου. Αυτήν επιζητώ συνέχεια. Και την έχω και στη δουλειά μου. Αλλά η αγκαλιά η προσωπική μου λείπει… Γιατί μεγάλωσα μέσα σε αγκαλιά. Εκεί οφείλω και την ισορροπία μου.

Σκέφτομαι, παρακολουθώντας τις “Άγριες Μέλισσες”, αυτή την αγάπη Ασημίνας και Νικηφόρου. Ο Νικηφόρος έχει απαρνηθεί τα πάντα γι’ αυτή την αγάπη. Δεδομένων των σημερινών διαδικτυακών σχέσεων, θα μπορούσε να κάνει εύκολα κανείς το ίδιο; Δεν είμαι σίγουρη…
Κανείς δεν είναι σίγουρος. Αλλά η αγάπη αυτού του είδους ξέρω ότι υπάρχει, επειδή την έχω ζήσει. Με συγκινούν αφάνταστα τα ηλικιωμένα ζευγάρια που περπατάνε χέρι-χέρι, σπαράζει η ψυχή μου με αυτό. Γιατί βλέπω πώς αγκαλιάζει ο άντρας τη γυναίκα του, και είναι μεγάλοι πια, έχουν ζήσει μαζί 50 – 60 χρόνια… Είναι ο άνθρωπός του. Μόνο που πλέον είναι πάρα πολύ σπάνιο.
Στη ζωή μας, λοιπόν, οι χαρές είναι σπάνιες, το απόλυτο “σμίξιμο” με τον άνθρωπό σου είναι πολύ σπάνιο να το βρεις, οι λύπες είναι πολλές, οι απογοητεύσεις είναι πολλές… Αλλά αυτές τις σπάνιες μικρές χαρές, όταν τις βρεις, σου καλύπτουν τις αμέτρητες λύπες και τις απογοητεύσεις. Γιατί, έτσι, έχεις μία βάση, μπορείς να αντέξεις. Όταν δεν έχεις τον βράχο της αγάπης από πίσω να σε κρατάει, είναι δύσκολο να αντέξεις στα δύσκολα.

Για μια τόσο μεγάλη αγάπη, εσείς θα μπορούσατε να εγκαταλείψετε τα πάντα; Αν και δεν χρειάστηκε στην περίπτωσή σας…
Μπράβο, δεν χρειάστηκε! Ήταν κάτι που είχα πει στον Μάριο. Ήταν τέτοια η σχέση μας… “Αν μου έλεγες ότι θέλεις να πάμε να απομονωθούμε κάπου, ναι, θα ερχόμουνα”. Και τι μου απάντησε; “Δεν θα ήσουν ολοκληρωμένη όμως! Εγώ θέλω να είσαι μαζί μου και να είσαι αυτή που είσαι!”. Γι’ αυτό και δεν το έκανε. Γι’ αυτό και είπε “Εγώ έχω μπροστά μου αυτό το πακέτο. Εγώ θέλω η Κάτια να είναι ευτυχισμένη. Δεν θέλω να την έχω και να της λείπει ένα μεγάλο κομμάτι. Τη θέλω “ολόκληρη””.
Αυτή ήταν η σοφία και η τύχη μου η μεγάλη. Η μεγάλη μου τύχη… Ότι είχα αυτή τη σφαιρική αγάπη, την άδολη αγάπη… Διότι οι έρωτες έρχονται και παρέρχονται. Ερωτευτήκαμε, ξε-ερωτευτήκαμε, μας έπιασε μια τρέλα, μας έφυγε μετά! Ο έρωτας, όμως, που συμπεριλαμβάνει την αγάπη ή, μάλλον, η αγάπη που έχει μέσα και τον έρωτα, είναι μεγάλη ευλογία…

Σας έχει συμβουλευτεί ποτέ κανένας νεότερος για τέτοια θέματα; Όπως και στη σειρά…
Ναι, ναι… Έχω πολύ καλές σχέσεις με τα νέα παιδιά και με συμβουλεύονται. Και ξέρετε τι λέω πάντα; Αυτό που λέει η Ανέτ: “Κάνε αυτό που λέει η ψυχή σου!”.
Μπορεί, δηλαδή, ένα παιδί να πει στη μάνα του ότι θέλει να γίνει ζωγράφος. Η μάνα ξέρει ότι το παιδί αυτό θα δυστυχήσει από την άποψη την οικονομική και της ασφάλειας. Υπάρχουν μάνες που λένε “Όχι, πήγαινε στο πανεπιστήμιο, να έχεις κάτι σταθερό στη ζωή σου…”. Εγώ τι συμβουλή θα έδινα; “Όπου συντονίζεται η ψυχή σου… Αν είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου να ζωγραφίζεις, να ζωγραφίσεις. Αυτό είναι το κάρμα, είναι η ευλογία που σου έδωσε ο Θεός. Αλλά πρέπει να είσαι σίγουρος…”.
Γιατί τα βλέπω τα νέα παιδιά σήμερα, που είναι όπως οι μέλισσες: κάνουν λίγο αυτό το επάγγελμα, μετά κάνουν λίγο και δημοσιογραφία, μετά τραγουδάνε σε ένα μπαρ, και φτάνουν 35-37 και δεν ξέρουν τι να κάνουν! Έχουν πολλές εμπειρίες, χωρίς μια συγκεκριμένη στόχευση.

Εσείς είχατε κλονιστεί καθόλου, όταν θα επιλέγατε τι θα κάνετε στη ζωή σας;
Πήγα κι εγώ στα Νομικά, για να ηρεμήσουν οι δικοί μου. Ε, έφυγα τους πρώτους μήνες! Τα ’φερνα, τα πήγαινα, τα ’φερνα… Τελικά είπα ότι δεν γίνεται αυτό, πήγα στη Σχολή του Κουν και ησύχασα! Το πήραν και οι γονείς μου απόφαση, και μετά ήταν μια χαρά και πανευτυχείς!

Το καστ της σειράς περιλαμβάνει και πολλούς νέους ηθοποιούς, κάποιους τους βλέπουμε για πρώτη φορά στην τηλεόραση…
Και με πολύ καλή παιδεία θεατρική – αυτό είναι πολύ σημαντικό! Γι’ αυτό και βλέπετε αυτό το επίπεδο: υπάρχουν οι βάσεις. Δεν είναι ότι “έχω μια ευκολία και βγήκα”. Είναι παιδιά εξαιρετικά, σωστά διαλεγμένα.

Θεωρείτε ότι αυτό είναι και ένα από τα συστατικά της επιτυχίας των “Μελισσών”;
Πολύ μεγάλο! Η ποιότητα της εκκίνησης του παιξίματος. Τα παιδιά “πατάνε” γερά, είναι πολύ ταλαντούχα, έχουν παιδεία! Δεν σημαίνει ότι κάποιος που δεν έχει πάει σε σχολή, δεν μπορεί να “επιπλεύσει” κάποια στιγμή. Αλλά είναι σπανιότερο. Αλλιώς είναι όταν έχεις παιδέψει την ψυχή σου μέσα από Σχολή και ξέρεις τι σημαίνει, και αλλιώς να πας ενστικτωδώς και να διαγράψεις μία σύντομη πορεία κάπου, και μετά να ξεχαστεί… Ξεκινάμε από ένα επίπεδο και πάνω. Γι’ αυτό και έχει αυτή την άμεση ανταπόκριση η σειρά.
Μην ξεχάσω να σας πω και για τον Λευτέρη Χαρίτο, γιατί αυτός έκανε τις επιλογές – ένας νέος άνθρωπος, που έχει δώσει ξεκάθαρα το στίγμα του στο καθημερινό.

Ποια άλλα στοιχεία θεωρείτε ότι κάνουν αυτή τη σειρά τόσο επιτυχημένη;
Νομίζω ότι είναι το εξαιρετικό σενάριο. Το σενάριο είναι πάρα πολύ μεγάλη υπόθεση… Διότι έχει πάρει τους σοφούς, απλούς κανόνες της καθημερινότητας, αυτό που ενδιαφέρει τον κόσμο, ώστε να “συμπλεύσει” με αυτό που βλέπει. Να αναγνωρίζει τα πάθη του, τις ελλείψεις του, τη χαρά του… Και, παράλληλα, να έχει και ένα μυστήριο συναισθηματικό – σαν θρίλερ αστυνομικό. Τελειώνει το κάθε επεισόδιο και δεν ξέρεις τι θα γίνει στο επόμενο.
Λοιπόν, η Μελίνα έχει κάνει ένα εξαιρετικό δομημένο σενάριο, με πολύ σωστούς χαρακτήρες και το έχει τοποθετήσει σε μια εποχή που είναι ενδιαφέρουσα για τον Έλληνα. Γιατί είναι αυτά τα πάθη και τα μίση της επαρχίας, των γαιοκτημόνων κ.λπ., που υπάρχουν ακόμα και σήμερα, σε άλλη μορφή.
Η Ανέτ τι είναι; Είναι αυτή που βγάζει το καπάκι της κατσαρόλας και αφήνει τον ατμό να φύγει – είτε είναι κακός, είτε είναι καλός. Είναι αυτή που έρχεται και λέει “Συντονίσου με την ψυχή σου και άσε τι θα πει ο κόσμος”. Κι εγώ, όσο και να μου αρέσει να παριστάνω ρόλους στο θέατρο, σιχαίνομαι να παριστάνω ρόλους στη ζωή μου…


Έχω πολύ καλές σχέσεις με τα νέα παιδιά και με συμβουλεύονται. Και ξέρετε τι λέω πάντα; Αυτό που λέει η Ανέτ: “Κάνε αυτό που λέει η ψυχή σου!”


Πέρα από την αγάπη που λέγαμε πριν, για την οποία αξίζει να αφήσεις τα πάντα, υπάρχει και η αγάπη που μπορεί να γεννήσει αισθήματα εκδικητικά…
Βέβαια! Πάθη, εμπάθειες, μίση! Ξέρετε κάτι; Το ακραίο είναι ο καθρέφτης του ίδιου πράγματος. Η αγάπη θα γεννήσει το μίσος, το φως γεννάει το σκοτάδι, το σκοτάδι γεννάει το φως. Είναι τα δύο άκρα. Είναι στην ίδια ευθεία. Δεν μπορεί να υπάρξει το ένα χωρίς το άλλο. Αν δεν υπήρχε το φως, δεν θα υπήρχε το σκοτάδι. Έτσι δεν είναι; Αυτό είναι η ζωή…

Δεν ρώτησα τυχαία… Μιλάω για το “Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές”. Μιλήστε μου λίγο γι’ αυτή την παράσταση, που ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά στο “Κάτια Δανδουλάκη”.
Σε αυτή την παράσταση ξεκινάνε όλοι με το ίδιο συναισθηματικό κίνητρο, και είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε έναν Πουαρό που αντιμετωπίζει τον νόμο με μεγάλο προβληματισμό.
Αυτό είναι το γοητευτικό σε αυτό το έργο, ότι μπορούν να γίνουν τα πάντα. Και για ποιον λόγο γίνονται τα πάντα; Όταν αγαπάς, τα πάντα μπορείς να κάνεις!
Να σας πω και κάτι άλλο. Από πόνο ξεκινάει η “κακία”, η επιθετικότητα. Ο “κακός” είναι ένας πονεμένος άνθρωπος, δεν είναι τρελός. Υπάρχουν, βέβαια, και οι ανισόρροποι. Αλλά εδώ ο βαθύς πόνος σε κάνει και “δαγκώνεις”. Όλα έχουν σχέση με το συναίσθημα· το θετικό και το αρνητικό είναι στην ίδια ευθεία. Αυτό είναι το πολύ ενδιαφέρον στο έργο.

Στον θίασο, πάντως, είστε όλοι ένας κι ένας…
Έτσι πρέπει. Έτσι είναι γραμμένο το έργο. Ήταν μεγάλος κόπος να μπορέσουμε να συντονιστούμε. Ο ένας έτρεχε από εδώ, ο άλλος από εκεί, ο άλλος δεν μπορούσε… Μπορεί να δυσκολευτήκαμε λιγάκι, αλλά από τη στιγμή που έγινε το έργο, “πέταξε”! Φέτος είμαστε ακόμη πιο ενδυναμωμένοι από πέρυσι, έχουμε και τη Μάρω Κοντού!

Μια και είστε η επικεφαλής, πόσο εύκολο είναι να κρατήσετε ισορροπίες σε έναν θίασο, όπου όλοι είναι “μεγάλα ονόματα”;
Έχει την προσωπικότητά του ο καθένας. Εμένα πρώτη μου έννοια ήταν πάντα οι ισορροπίες και το “ντάντεμα”. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ανθρώπων, ευτυχώς όλοι είναι και πολύ καλοί χαρακτήρες. Γιατί θα μπορούσαμε να έχουμε πολλά με ηθοποιούς τέτοιας προσωπικότητος – προβλήματα χρόνου, παραξενιές… Δεν υπάρχουν ευτυχώς!

Πόσο μεγάλη ευθύνη είναι να αποφασίσει κανείς να ανεβάσει ένα τόσο χαρακτηριστικό και γνωστό έργο;
Στο θέατρο τα πάντα είναι ένα τεράστιο ρίσκο. Κάποτε λέγανε “Αυτό το έργο 70% είναι επιτυχία”. Σήμερα, με τον τρόπο που αλλάζουν τα πράγματα και μας ξεπερνάει πια ο ρυθμός των αλλαγών, αν με ρωτήσεις, εγώ θα σου πω “αυτό το έργο 50% είναι και 50% δεν είναι”.
Είναι αυτό που γίνεται και στη ζωή. Όταν θέλουμε κάτι πάρα πολύ, έχουμε 50% πιθανότητες. Λες “50%; Ναι, αλλά εγώ το θέλω πάρα πολύ!”. Όσες φορές εγώ είπα “Εγώ το θέλω πάρα πολύ!”, αυτό και έγινε.

Είστε, δηλαδή, ο άνθρωπος που πιστεύει το γνωστό “Όταν θες κάτι πολύ, συνωμοτεί το σύμπαν για να γίνει” ή το “Όταν θες κάτι πολύ, το προσπαθείς”;
Το προσπαθείς! Αλλά αν δεν συνωμοτήσει και το σύμπαν μαζί σου, ό,τι και να προσπαθήσεις…
Απλώς εκπέμπεις το σήμα στο σύμπαν, αυτό συντονίζεται μαζί σου και σου φέρνει πίσω αυτό που θες. Γι’ αυτό λένε για “wishful thinking”…
Να ξέρεις ότι οι άνθρωποι που έχουν καλή ενέργεια, εκπέμπουν ένα σήμα και το σύμπαν τους ανταποδίδει το ίδιο. Αν εκπέμπεις FM, FM θα σου φέρει. Αν εκπέμπεις γκρίνια, “Πάρε να ’χεις!”, θα σου πει! Όταν εκπέμπουμε τόσο έντονη ενέργεια, αποκλείεται να μην “καθίσει” κάπου. Αποκλείεται!

Είστε, λοιπόν, φύσει αισιόδοξη;
Δεν μπορώ να σκεφτώ τον εαυτό μου απαισιόδοξο. Δεν είμαι αιθεροβάμων, αλλά είμαι άνθρωπος που του αρέσει να βλέπει μόνο το φως μπροστά. Δεν θέλω να ζω στο σκοτάδι. Και ξέρω ότι, επειδή το βλέπω πολύ, το φως πολλές φορές μού κλείνει το μάτι. Κάποιες φορές ξεχνιέται, αλλά… μου το ξανακλείνει αργότερα! (γέλια)