Λαυρέντης Μαχαιρίτσας: “Η ζωή είναι έρωτας και αγώνας. Δεν γίνεται το ένα χωρίς το άλλο!”

lavrentis_big

Χειμαρρώδης. Αυτή είναι η πρώτη λέξη που σου έρχεται στο μυαλό, συζητώντας με τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα. Αυθεντικός και ακομπλεξάριστος, μιλάει για καλλιτεχνικούς κύκλους που ολοκληρώνονται, για στίχους που απογειώνουν τραγούδια, για την αυθεντικότητα που ενώνει τα ανόμοια, για το καινούργιο cd “Άλλαξαν πολλά”, αλλά και για το “δικό του ροκ”, στο οποίο επιστρέφει αυτόν τον χειμώνα…


Συνέντευξη στη Μαρία Λυσάνδρου 


Είστε ένας άνθρωπος που λέει πάντα αυτό που σκέφτεται, δεν στρογγυλεύει τα πράγματα. Πόσο εύκολο είναι να βρει κάποιος τον μπελά του από κάτι που θα πει σε μια συνέντευξη;
Μα συνέχεια βρίσκω τον μπελά μου! Κοίταξε… όταν λες κάτι, το λες έχοντας γνώση των συνεπειών.

Ε, τότε, τι να μη ρωτήσω για να μη βρούμε τον μπελά μας;
Η αλήθεια είναι ότι, μερικές φορές, ήθελα να μην έχω πει κάποια πράγματα. Γιατί, ξέρω ’γω, μπορεί να ήμουν στα μαύρα μου, μπορεί να μην είχα κοιμηθεί καλά το βράδυ… Αλλά ζητάω και συγνώμη στους ανθρώπους.
Σήμερα, τον περισσότερο κόσμο, αν τον πιάσεις απ’ τη μύτη, θα σκάσει. Θέλει να ξεσκάσει και δεν μπορεί. Εμείς, λοιπόν, που έχουμε τη δυνατότητα να εκφραστούμε ακόμα και δημόσια, να μην τα λέμε, μην τυχόν θιχτεί ο ένας και ο άλλος; Δεν μπορώ να σκέφτομαι αυτό το πράγμα, θα τρελαθώ!

Καλά, φαντάζομαι ότι εξαρτάται και από τον τρόπο με τον οποίο τίθεται μια ερώτηση…
Mιλάμε για απλά πράγματα. Ειδικά τώρα με το Διαδίκτυο, ο καθένας έχει και από μία γνώμη. Βρήκαν όλοι έναν τρόπο να γίνουν “διάσημοι για ένα τέταρτο”, κατάλαβες; Και πώς γίνεσαι διάσημος; Άμα πεις μια μαλακία πάνω σ’ αυτά που λέει ο άλλος, που είναι λίγο γνωστός – παίρνεις κι εσύ από κοντά. Ε, είναι φοβερό…

Το καινούργιο σας τραγούδι, ο “Υπνοβάτης”, είναι ένα τραγούδι ερωτικό. Έχω απομονώσει, λοιπόν, το εξής τετράστιχο: “Μα το πρώτο σου βλέμμα / ένας γυάλινος θόλος / με τυλίγει σαν δέρμα / και συντρίβομαι όλος”…
Και είναι μια πολύ ωραία εικόνα αυτή…

Μια εικόνα, όμως, η οποία προϋποθέτει φυσική επαφή, συνάντηση. Σε μια εποχή που οι περισσότεροι έχουν μάθει να αναπτύσσουν σχέσεις μέσω Διαδικτύου, να ερωτεύονται φωτογραφίες, πόσο εύκολα μπορεί ένας τέτοιος στίχος να μιλήσει στην καρδιά ενός ανθρώπου;
Τεράστια μοναξιά είναι αυτό… Ένας άνθρωπος ίσως λειτουργεί έτσι, γιατί δεν του έχει δοθεί η δυνατότητα ή δεν έχει το κουράγιο να λειτουργήσει αλλιώς.
Ήμουν σε μια συναυλία το καλοκαίρι, γινόταν πανικός και είχε έρθει κι ένα σχολείο, 50 άτομα. Παίζαμε επί 2,5 ώρες με τον Ζουγανέλη. Όλος ο υπόλοιπος κόσμος παρακολουθούσε, τα παιδάκια του σχολείου ήταν συνέχεια με το κινητό – επί 2,5 ώρες με ένα κινητό! Με τον άλλο δίπλα τους, εντωμεταξύ… Δηλαδή ο πιτσιρικάς με την γκόμενα δίπλα, και να είναι με το κινητό; Είναι τρελό!
Εμείς κάνουμε προτροπή. Το λέω συνέχεια: “Κλείστε τα κινητά και τις τηλεοράσεις! Αφήστε τα Survivor και βγείτε έξω, ρε γαμώτο! Βγείτε στις πλατείες, πηγαίνετε σε μια καφετέρια και μιλήστε! Ερωτευτείτε!”.

Αφήστε που πολλοί βγαίνουν έξω, για να βγάλουν φωτογραφία και να την ποστάρουν.
Δεν μπορώ να καταλάβω… Δηλαδή τόσο πολύ τσιμπήσαμε σ’ αυτό το πράγμα;

Το νέο σας cd έχει τίτλο “Άλλαξαν πολλά”. Σηματοδοτεί κάτι αυτό; Μοιάζει λίγο σαν απολογισμός…
Για μένα σηματοδοτεί πολλά. Μια δεκαετία πριν, για μένα είχε κλείσει ένας κύκλος. Είχα κάνει εκείνες τις δύο βραδιές στον Λυκαβηττό, το 2008 – ο δίσκος και οι συναυλίες αυτές λέγονταν “Τόσα χρόνια μια ανάσα”. Και πραγματικά ήταν σαν μια ανάσα, από τότε που διάλυσαν οι Τερμίτες και ξεκίνησα μόνος μου, μέχρι εκείνες τις συναυλίες. Χαμός είχε γίνει, δυο βραδιές 15.000 κόσμος. Σηματοδοτούσαν το τέλος μιας πορείας.
Τότε έβγαλα εκείνο το ιστορικό best (ήταν απάνω που οι πωλήσεις των δίσκων είχαν αρχίσει να πέφτουν. Και ξαφνικά κάνω εγώ ένα best με 30 τραγούδια, συν το “Τόσα χρόνια μια ανάσα” και συν ένα DVD, και πούλησε κάτι τρελά νούμερα). Και λέω, “Κοίτα, ρε παιδί μου, έκλεισε ένας κύκλος… Τι κάνουμε τώρα;”. Βρέθηκα σε ένα μεταίχμιο.
Από εκείνη την ημέρα πάτησα ένα δυνατό γκάζι, όταν μου ήρθε η ιδέα να κάνω το “Οι άγγελοι ζουν ακόμη στη Μεσόγειο”, στο οποίο συμμετείχαν σημαντικοί Έλληνες και ξένοι καλλιτέχνες. Έκανα τις περιοδείες στο εξωτερικό, έγινε και μια μοναδική συναυλία και, εκείνο το βράδυ πια (5 χρόνια ακριβώς μετά τον Λυκαβηττό), είπα “Εδώ κλείνεις το μαγαζί και ξεκινάς από την αρχή”. Έτσι, άρχισα πάλι να ψάχνω τον εαυτό μου, σε συνάρτηση με τα γεγονότα: με την κρίση, με την κόρη μου που, από 13 ετών, έγινε 23 και είναι πια μια γυναίκα κανονική, με μένα που κουβαλάω 10 χρόνια στην πλάτη μου…
Όλα αλλάζουν από μόνα τους, αλλά εγώ μες στην ψυχή μου προσπαθώ να κρατηθώ ίδιος. Οπότε, φτου κι απ’ την αρχή!

Κι όμως, οι περισσότεροι άνθρωποι, όταν περνούν τα χρόνια, εφησυχάζουν.
Δεν είχα να κάνω κάτι άλλο, βάρεσα τελικές!
Έκανα ένα σχήμα καινούργιο με τρία άτομα (κιθάρα, μπάσο, τύμπανα) και ξαναγύρισα στον πυρήνα, αυτό που κάναμε όταν ήμασταν πιτσιρικάδες. Βρέθηκα να πηγαίνω σε μικρά μπαράκια στην επαρχία, που δεν το έκανα πριν. Άρχισα να παίζω ξανά για 300 άτομα – με τα μισά λεφτά, δεν έχει σημασία.

Είδατε διαφορά στον κόσμο των μεγάλων αστικών κέντρων, σε σχέση με τον κόσμο στην επαρχία;
Κοίταξε, τα πράγματα είναι παντού δύσκολα. Οι συνθήκες σε οδηγούν από μόνες τους και σου βγαίνουν και οι εσωτερικές σου ανάγκες. Ξαφνικά, δεν μπορούσα συνέχεια να βγαίνω και να κάνω 30 μεγάλες συναυλίες κάθε χρόνο. Εγώ π.χ. θέλω να πάω να παίξω στις Σέρρες. Στις Σέρρες δεν υπάρχει χώρος μεγάλος, πρέπει να πάω στο γήπεδο. Ε, δεν μπορώ κάθε φορά αυτό το αγχωτικό πράγμα “Θα έρθουν, άραγε, 3.000 άνθρωποι; Κι αν δεν έρθουν;”.
Έτσι, βρίσκω μικρούς χώρους που χωράνε 250-300 άτομα, πάω παίζω και γίνεται πανικός. Το ευχαριστιέμαι κι εγώ. Πήρα και μια καταπληκτική τραγουδίστρια, την Παυλίνα Βουλγαράκη, ένα εξαιρετικό πλάσμα με πολύ ήθος πάνω στη μουσική και ωραία αισθητική. Τον χειμώνα, βέβαια, παίζω σε μεγάλα μαγαζιά, με μεγάλα σχήματα – μια συνταγή πετυχημένη, εντάξει…
Πάντως, σε γενικές γραμμές, όλο το πράγμα είναι διαφορετικό από ό,τι ήταν. Βέβαια, το τραγούδι “Άλλαξαν πολλά” έχει έναν χαρακτηριστικό στίχο, που λέει στο τέλος ότι έσβησαν τα είδωλά μας, αλλάξαν όλα στο μυαλό μας, φτάνουμε στο τέλος του δρόμου. Αλλά το τέλος του δρόμου βγάζει πάντα σε μια καινούργια διαδρομή.

Είναι αισιόδοξο, δηλαδή…
Είναι και αισιόδοξο. Καταλήγει σε μια καινούργια διαδρομή, αν και κανείς δεν ξέρει πώς θα είναι αυτή. Εγώ δεν πιστεύω και στον θάνατο, και μπορώ αυτό να σου το τεκμηριώσω και λίγο πιο επιστημονικά: ο άνθρωπος είναι ενέργεια, και η ενέργεια δεν εξαφανίζεται ποτέ. Αλλάζει μορφές, αλλά δεν χάνεται! Με αυτή τη λογική, πιστεύω ότι εξακολουθείς να υπάρχεις.
Συνεπώς; Το τέλος βγάζει πάντα σε μια καινούργια διαδρομή!

lavrentis2

Πώς μπαίνετε στη διαδικασία να γράψετε ένα τραγούδι; Γιατί γράφετε τα δικά σας, γράφετε κι άλλα.
Ναι, κάνω κι άλλα πράγματα συγχρόνως. Κάνω μουσικές για θέατρο, μουσικές για κινηματογράφο, κάνω δίσκους σε άλλους ανθρώπους. Τώρα, ας πούμε, κάνω ένα δίσκο στη Δήμητρα Παπίου, την οποία θεωρώ κορυφαία τραγουδίστρια…

Άρα, η δημιουργία είναι για σας θέμα στιγμής, είναι θέμα καλού υλικού που έρχεται στα χέρια σας, είναι θέμα προγραμματισμού…;
Όχι, όχι… μόνο προγραμματισμός δεν υπάρχει. Πλέον. Δεν μου “κολλάει” κανείς, ούτε για το τι θα πω, ούτε για το πότε.
Εντάξει, όταν περνάει κάποιος καιρός κι έχω ανάγκη να γράψω, το κάνω. Η στιγμή της δημιουργίας είναι πολύ ωραίο πράγμα. Και η στιγμή που φτιάχνεις ένα τραγούδι, η στιγμή που είσαι στο στούντιο και αρχίζεις να το βλέπεις να παίρνει σάρκα και οστά. Αυτά είναι τα δύο πράγματα που αξίζουν στη δουλειά. Τώρα, τα λεφτά… είναι ένα μέσο για να βιοπορίζεσαι.
Η διασημότητα δεν με ενδιέφερε ποτέ, αλλά και που ήρθε δεν έχασα και τίποτα, ούτε κέρδισα. Εντάξει, κέρδισα το να θέλω να μου βγει το διαβατήριο σε τρεις μέρες, και να μου το στέλνουν οι άνθρωποι την επομένη… Από την άλλη, πας να φας σε ένα εστιατόριο, σε ένα νησάκι, και είναι άνθρωποι που σε καρφώνουν και σου μετράνε τις μπουκιές. Και είναι πολλές οι μπουκιές οι δικές μου και φρικάρω, κατάλαβες;

Υπάρχει κάποιο τραγούδι σας για το οποίο καμαρώνετε πιο πολύ;
Ναι, πολλά. Υπάρχουν και τραγούδια για τα οποία είμαι περήφανος, που δεν έγιναν μεγάλες επιτυχίες. Ενώ ήταν συγκλονιστικά.

Όπως;
Ας πούμε, είχα κάνει ένα τραγούδι μαζί με τον Ισαάκ Σούση, επηρεασμένος τότε από τα γεγονότα με την Τζούλια Αλεξανδράτου. Είχα γράψει το “Τζούλια, το κορίτσι στη ζούγκλα”, ένα συγκλονιστικό τραγούδι – πολύ πικρό και στενάχωρο… Ή ένα τραγούδι που είχε γράψει ο Ισαάκ σε μια μεγάλη του στιγμή απογοήτευσης, το οποίο λέγεται “Παράτα μας”.
Εντάξει, από τα πολύ γνωστά τραγούδια, το “Πόσο σε θέλω” το θεωρώ αξεπέραστο.
Τώρα, βέβαια, υπάρχει ένας παροξυσμός με το “Πεθαίνω για σένα”. Ήταν ένα τραγούδι που γράφτηκε για μια ταινία, το τραγούδησα κι εγώ μετά, και ξαφνικά πήρε μορφή χιονοστιβάδας.

Το “Πεθαίνω για σένα”, ας πούμε, το είπε ο Γιώργος Μαργαρίτης. Υπάρχει κάποιο τραγούδι που δώσατε σε άλλον, αλλά εκ των υστέρων είπατε “Όχι, έπρεπε να το πω εγώ αυτό…”;
Ε όχι, αυτό είναι τρελό. Ο Μαργαρίτης το είπε για τις ανάγκες της ταινίας και το έβγαλε στον δίσκο, θα του το αρνιόμουν του ανθρώπου; Και το έκανε και επιτυχία!
Από εκεί και πέρα, έβλεπα ότι το τραγούδι αυτό έχει μια άλλη δυναμική, ότι δεν είναι μόνο μια ρούμπα λαϊκή, όπως την είπε ο Μαργαρίτης. Μπορούσε να γίνει μια μπαλάντα πιο σοφιστικέ, που να είναι επίσης λαϊκή. Ε, το είπα κι εγώ, και πήρε μια άλλη έκταση…

Τραγουδιστής ή συνθέτης; Τι νιώθετε πιο κοντά στην ψυχή σας;
Όταν με πιάνει ο οίστρος να γράφω τραγούδια, εκείνη την ώρα είμαι σε έξαρση! Εκ των υστέρων, να, κάναμε κάποιες συναυλίες με την Ορχήστρα “Μίκης Θεοδωράκης”, με τα κινηματογραφικά του Θεοδωράκη, και συνειδητοποιώ ότι τα καταφέρνω καλά και ως τραγουδιστής. Ας πούμε ότι είμαι ένας τραγουδιστής που γράφει τα τραγούδια του – αλλά τραγουδιστής!

Κοινωνικού προβληματισμού τραγουδιστής ή ερωτικός τραγουδιστής;
Τραγουδιστής γενικά. Μου αρέσει να τραγουδάω. Το τραγούδι είναι η τελευταία μορφή της έκφρασης, είναι το κερασάκι στην τούρτα.
Είμαι λίγο θεατρικός εγώ τώρα, οπότε αν λέω ερωτικά τραγούδια, τα λέω ερωτικά· αν λέω επαναστατικά, τα λέω επαναστατικά! Ανάλογα τη στιγμή!

Εσείς πώς πιστεύετε ότι έχετε περάσει στη συνείδηση του κόσμου;
Δεν με απασχολεί καθόλου. Πάνε αυτά, τα έχω ξεπεράσει… Το ότι υπάρχω στο μυαλό και στην ψυχή κάποιων ανθρώπων είναι αρκετό.

Έλεγα μήπως κάτι είναι πιο κοντά σ’ εσάς, μήπως νιώθετε πιο πολύ ο εαυτός σας όταν τραγουδάτε π.χ. ένα ερωτικό τραγούδι…
Δεν ξέρω… Όταν έλεγα, ας πούμε, αυτό το συγκλονιστικό τραγούδι του Θεοδωράκη, το “Στα περβόλια, μες στους ανθισμένους κήπους” (ένα τραγούδι σκέτος θάνατος…), αισθανόμουν φοβερά. Έλεγα και το “Μαργαρίτα Μαγιοπούλα”, ένα ερωτικό τραγούδι – και μ’ αυτό αισθανόμουν φοβερά. Αν το τραγούδι δεν μου “λέει” κάτι, δεν με ενδιαφέρει.
Εξάλλου, για μένα, ο έρωτας και το κοινωνικό τραγούδι συνυπάρχουν. Και συνυπάρχουν σε δύο παράλληλες ευθείες, πάνε μαζί. Η ζωή είναι έρωτας και αγώνας. Δεν γίνεται το ένα χωρίς το άλλο. Άμα δεν έχεις ερωτευτεί ποτέ στη ζωή σου, νομίζω ότι είσαι μισός άνθρωπος.

Πιστεύετε ότι υπάρχει άνθρωπος που δεν έχει ερωτευτεί στη ζωή του;
Ξέρω ’γω; Μπορεί. Υπάρχουν και άνθρωποι που είναι ερωτευμένοι με τον εαυτό τους – αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο…
Αλλά και χωρίς αγώνα δεν γίνεται. Και δεν μιλάω για αγώνα “Εμπρός, παιδιά, για την Ελλάδα!”. Μιλάω για έναν αγώνα για την καθημερινότητα, παράλληλα με τον έρωτα. Το ένα συμπληρώνει το άλλο.

Και ο έρωτας, όμως, δεν είναι ένα είδος αγώνα;
Ο έρωτας μπορεί να είναι πολλά πράγματα. Περιέχει αγάπη, περιέχει μίσος, έχει όλα τα συναισθήματα σε ακραίες μορφές – ζήλια, πάθη… Χωρίς πάθος δεν γίνεται, έτσι δεν είναι;

Έχετε πει ότι, ουσιαστικά, ο στίχος είναι αυτός που καθορίζει ένα “καλό” τραγούδι. Τι είδους στίχο θεωρείτε εσείς άξιο προς μελοποίηση: τον απλό στίχο, τον πολύπλοκο, τον συναισθηματικό;
Το απλό είναι μεγάλη υπόθεση. Το απλό, όμως, όχι το απλοϊκό.
“Συννεφιασμένη Κυριακή, μοιάζεις με την καρδιά μου”: δεν υπάρχει πιο απλός στίχος, αλλά είναι το σπουδαιότερο τραγούδι που έχει γραφτεί στην Ελλάδα! “Πόσο σε θέλω”: μια φράση τα λέει όλα, απόλυτα ερωτικός στίχος. “Σ’ ακολουθώ, στην τσέπη σου γλιστράω σα διφραγκάκι τόσο δα μικρό”. Καταλαβαίνεις; Δεν θέλει πολλά πράγματα, είναι συγκλονιστικό από μόνο του…

Σας ρωτάω γιατί και η Λίνα Νικολακοπούλου έχει γράψει στίχους που έγιναν τεράστιες επιτυχίες, αλλά κάθε τραγούδι σηκώνει ολόκληρη πραγματολογική ανάλυση.
Είναι συγκλονιστικοί οι στίχοι της. Κάποιοι είναι πιο πολύπλοκοι, αλλά δεν έχει να κάνει…
Εγώ είμαι φαν του Μάνου Ελευθερίου. Ο Μάνος τα έχει πει όλα και έτσι, και αλλιώς. Έχουμε συζητήσει, έχουμε κάνει και δίσκους μαζί. Από τη μία λέει “Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα, και τους καημούς που σκέπασε καπνός, η ξενιτιά τα βρήκε αδελφωμένα”: ορυμαγδός. Άμα ακούσεις αυτό το τραγούδι, χίλια συμπεράσματα βγάζεις! Στο άλλο, ο ίδιος άνθρωπος λέει “Το σεργιάνι μας στον κόσμο ήταν δέκα μέτρα γης, όσο πιάνει ένα σπίτι και ο τοίχος μιας αυλής…”: πιο απλό από αυτό δεν υπάρχει. Και οι δύο περιπτώσεις, όμως, συγκλονιστικές. Οπότε, δεν υπάρχει μανιέρα. Ένα καλό πράγμα είναι ένα καλό πράγμα!
Βγαίνουν τώρα διάφορα ποπ τραγουδάκια, κάποια με πολύ καλές μουσικές. Και μόλις ανοίγουν το στόμα τους και ξεφουρνίζουν αυτές τις μπαλαφάρες, τρελαίνεσαι! Λες “Τι έγινε;”.

Στα πιο σύγχρονα ποπ τραγούδια, πάντως, επικρατεί γενικώς ο πολύ απλός στίχος.
Κοίταξε, άλλο απλός κι άλλο ηλίθιος. “Και μου ’ρχεται ζαλάδα, να ξέρω πως γυρίζεις γυμνός μες στην Ελλάδα και να με βασανίζεις”! Εντάξει, τι να κάνουμε τώρα;
Λέγανε, ας πούμε, για τη Βίσση. Η Βίσση είναι σπουδαία τραγουδίστρια. Το “Δώδεκα, κι ούτε ένα τηλεφώνημα” είναι ένας ωραίος στίχος, δεν είναι κακός επειδή και καλά είναι του commercial τραγουδιού. Εγώ τα έχω καταργήσει αυτά στο μυαλό μου – έντεχνα, άτεχνα, εμπορικά, μη εμπορικά… τι είναι αυτά;
Άμα καθίσεις και σκεφτείς ότι έχει φτάσει η ώρα δώδεκα και περιμένω ένα τηλέφωνο, κι αυτό δεν χτυπάει ποτέ… ε, είναι ζόρικη κατάσταση. Δεν χρειάζεται να το πεις με πολλά λόγια αυτό.

Πέρα από τον στίχο, πόσο ρόλο παίζει το ποιος θα πει ένα τραγούδι; Μπορεί, δηλαδή, ένα τραγούδι να είναι μέτριο, αλλά να το πει κάποιος που θα το αναδείξει (και το ανάποδο);
Αυτό παίζει τεράστιο ρόλο, τεράστιο! Διότι το θέμα είναι το σερβίρισμα. Αν είναι καλός ο σερβιτόρος…

Μπορεί ένας τραγουδιστής να γίνει αιτία να χαρακτηριστεί ένα τραγούδι;
Το έχω ξαναπεί και έχει παρεξηγηθεί: Η Άντζελα έχει πει ένα φοβερό τραγούδι, το “Φωτιά στα σαββατόβραδα” – πολύ μεγάλο τραγούδι, και το είπε και καταπληκτικά.
Αν αυτό το τραγούδι δεν το είχε πρωτοβγάλει η Άντζελα (αν και το concept που εκπροσωπεί η Δημητρίου εγώ το σέβομαι απόλυτα), αλλά το είχε πει η Γαλάνη ευθύς εξαρχής, θα είχε μπει σε μια άλλη κατηγορία και θα το λέγανε “υπερ-τραγούδι”, σαν τη “Διαθήκη” του Μάνου που έλεγε η Αλεξίου. Κατάλαβες τι γίνεται;

Παρόλα αυτά, εξακολουθεί να θεωρείται μεγάλο τραγούδι…
Μα είναι μεγάλη τραγουδάρα!
Εμένα το πρόβλημά μου, λοιπόν, και με τους τραγουδιστές και με το lifestyle είναι ο τρόπος που παρουσιάζονται στα μαγαζιά – πιπίνια στο τραπέζι, πολύ λουλούδι, οι μισοί από κάτω μεθυσμένοι, “ημιθανείς” από το πιώμα…

Κι εσείς, όμως, τραγουδάτε σε μεγάλα νυχτερινά μαγαζιά. Δεν έχετε παρατηρήσει εκεί τέτοια φαινόμενα;
Έλα ντε… όχι! Γιατί ο κόσμος που έρχεται είναι ο ίδιος. Ο κόσμος απλά μεταφέρεται. Μπορεί να φύγει από εμάς, να πάει μετά στον Ρέμο, μετά στο σκυλάδικο και να φύγει από εκεί το πρωί, στην κατάσταση που λέγαμε…
Ξέρεις πού έκανα μια φοβερή κοινή συναυλία; Φέτος, στο αφιέρωμα στον Βασίλη Καρρά. Στην Αθήνα είχε πιάσει μια απίστευτη βροχή και, παρ’ όλη τη νεροποντή, ήταν 10.000 κόσμος από κάτω με τις ομπρέλες! Έπρεπε να πέσει χαλάζι για να κοπεί η συναυλία στη μέση!
Στην ίδια συναυλία, στη Θεσσαλονίκη, που ήταν 20.000 λαός από κάτω, είδα το εξής φοβερό: ένα 20% ήταν ο κόσμος που πάει στα μαγαζιά αυτά το βράδυ, οι γκόμενες με τα τακούνια, οι άνθρωποι της νύχτας από πίσω κ.λπ. Το υπόλοιπο 80%, όμως, ήταν το ίδιο με εκείνο που ήταν και στη συναυλία του Σαββόπουλου, στο Καλλιμάρμαρο.

Άρα, η κατάρριψη του διαχωρισμού “έντεχνο-άτεχνο” στην πράξη…

Ξέρεις τι μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση; Έπαιζα μια φορά στον “Μύλο”, στη Θεσσαλονίκη. Κατά τις 9:30, ενώ πήγαινα, σε ένα μαγαζί δίπλα από τον “Μύλο” που μαζεύονται οι τσοπεράδες, με πέτσινα μπουφάν, hell angels και τέτοια, είχαν κάτι βαρέλια με φωτιές και άκουγαν AC/DC. Άκουγα, λοιπόν, τις κιθαριές και σκεφτόμουν “Πωπω, τους κερατάδες, στον Λευκό Πύργο ακούγονται!” – τόσο δυνατά!
Πάμε στη συναυλία, τελειώνουμε και ξαναπερνάω από τους τσοπεράδες στην επιστροφή. Και ακούω: “Αν αισθάνεσαι μόνη και δεν έχεις κανέναν”… Βασίλης Καρράς – πάλι στη διαπασών! “Τι έγινε, ρε παιδιά;”, λέω. “Βασιλάρας, χέβι μέταλ!”. Κατάλαβες;

Ποιο θα λέγατε ότι είναι το μεγαλύτερο μάθημα που σας έχει δώσει αυτή η δουλειά;
Μάθημα; Κάθε μέρα συμβαίνει αυτό. Κατ’ αρχάς, έχω κάνει συνεργασίες σχεδόν με όλους. Από τον καθένα μαθαίνω και κάτι άλλο.

Πότε θεωρείτε, λοιπόν, ότι είναι πιο ενδιαφέρον ένα πρόγραμμα: όταν ταιριάζουν ρεπερτοριακά τα χνώτα των καλλιτεχνών ή όταν είναι διαφορετικοί;
Δεν έχει να κάνει με το αν ταιριάζουν τα χνώτα τους ή όχι.
Από τις καλύτερες συνεργασίες που έχω κάνει ποτέ (κι έχω παίξει με όλους, έτσι;) ήταν με τον Μητροπάνο. Μέχρι τότε, δεν θυμάμαι να είχα παίξει ποτέ και να υπάρχει μπουζουξής από πίσω. Όταν ήταν να παίξω με τον Μητροπάνο, σκεφτόμουν “Τι πάμε να κάνουμε τώρα με λαϊκό τραγουδιστή;”. Κι όμως, ταιριάξαμε τόσο πολύ, γιατί ήταν αυθεντικό! Η αυθεντικότητα είναι εκείνη που κάνει τους καλλιτέχνες να ταιριάζουν ή όχι. Και η αλήθεια. Όλα τα άλλα…

Είστε από τους ανθρώπους που έχουν φίλους στον χώρο;
Ε, βέβαια, πολλούς! Ελπίζω να μην διαψευστώ…

Υπάρχει κάποιος με τον οποίο θα θέλατε να συνεργαστείτε και δεν το έχετε κάνει ακόμα;
Δεν έχω κάνει τραγούδια στην Αλεξίου. Με την Αλεξίου παίξαμε μαζί ένα χειμώνα και ήταν συγκλονιστική εμπειρία για μένα να είμαι στη σκηνή μαζί της. Δεν πίστευα ότι άκουγα τη γυναίκα αυτή δίπλα μου, να τραγουδάει. Δεν υπάρχει Αλεξίου άλλη!
Με τη Βιτάλη, επίσης, δεν συνεργάστηκα και θα ήθελα να συνεργαστώ. Είναι σπουδαία τραγουδίστρια και την πάω και σαν άνθρωπο.
Μέχρι φέτος, δεν είχαμε παίξει ζωντανά ούτε με τον Νταλάρα, αν και είχαμε κάνει δίσκους μαζί. Τελικά ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και παίξαμε φέτος, τον χειμώνα που μας πέρασε. Το καλοκαίρι είχα τις συναυλίες με τον Ζουγανέλη και με την Ορχήστρα “Μίκης Θεοδωράκης”, με τα κινηματογραφικά τραγούδια.
Τώρα η σεζόν κλείνει με τέσσερις μεγάλες συναυλίες με τον Νταλάρα: “25 χρόνια Διδυμότειχο Μπλουζ”. Είναι αυτό το κλείσιμο του κύκλου που αρχίσαμε κάνοντας τραγούδια 25 χρόνια πριν.

Για τον χειμώνα που μας έρχεται ποια είναι τα σχέδιά σας;
Για τον χειμώνα ετοιμάζουμε πράγματα. Θέλω να κάνω μία επιστροφή στο ροκ (κι ας μας λένε κάποιοι… “ροκάδες του γλυκού νερού”). Αλλά όχι στο ροκ γενικά: μιλάω για μια επιστροφή στο “δικό μας ροκ”.

Πώς το ορίζετε εσείς αυτό το “δικό σας ροκ”;
Εγώ λέω “δικό μας ροκ” αυτό που κάποια στιγμή είχε γίνει mainstream, με τους Κατσιμίχες, τον Γερμανό, τον Παπακωνσταντίνου, τα παιδιά του Σαββόπουλου, αλλά και με γκρουπάκια όπως οι Φατμέ, οι Τερμίτες…
Θα παίξουμε με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου μετά από πάρα πολλά χρόνια και μετά από απαίτηση πολλών ανθρώπων. Θα παίξουμε ηλεκτρικά πάλι! Έχω ανάγκη τώρα να το κάνω αυτό. Ίσως είναι το τελευταίο ραντεβού μας, όσο κρατάνε τα κότσια μας, να παίξουμε και να γκαζώσουμε λίγο – καλά να είμαστε…

Η στιγμή που φτιάχνεις ένα τραγούδι και η στιγμή που το βλέπεις στο στούντιο να παίρνει σάρκα και οστά. Αυτά είναι τα δύο πράγματα που αξίζουν στη δουλειά.