Παναγιώτης Λάμπουρας: “Το μέλλον ανήκει στην αλήθεια και στη διαφορετικότητα”

lampouras_big

Ξεκίνησε αγκαλιά μ’ ένα βιολί για να ανακαλύψει τον κόσμο. Μελετά, ταξιδεύει, ψάχνει, γνωρίζει, βελτιώνεται, διαμορφώνει και διαμορφώνεται. Ο Παναγιώτης Λάμπουρας είναι ένας καλλιτέχνης που δεν επαναπαύεται, δεν “αντέχει” τα καλούπια και αναζητά το αληθινό και το διαφορετικό μέσα από την αθάνατη Tέχνη της Mουσικής. Είναι ένας ταλαντούχος δημιουργός, που νιώθει την ανάγκη να ντύσει με νότες, λόγια και συναίσθημα την κάθε στιγμή που περνάει…

Συνεντεύξη στον Θεόδουλο Παπαβασιλείου

Συνήθως, όταν ένα παιδί στην ηλικία των 5-6 ετών στολίζει το χριστουγεννιάτικο δέντρο, οι γονείς του το ρωτούν “τι θέλεις να σου φέρει ο Άγιος Βασίλης” ή κάτι σχετικό. Εσένα ο πατέρας σου σε ρώτησε αν θες να μάθεις βιολί. Πώς προέκυψε τόσο το ερώτημα αυτό, όσο και η άμεση θετική σου απάντηση;
Μάλλον ο Άγιος Βασίλης έμελλε να έρθει με αυτόν τον τρόπο εκείνη τη χρονιά για εμένα! Στη γειτονιά υπήρχε ένας Σύλλογος Μουσικής δίπλα από το σπίτι μας, ο αδερφός μου είχε ήδη ξεκινήσει να μαθαίνει βιολί, οπότε μάλλον ήταν πολύ λογικό να με ρωτήσει κάτι τέτοιο. Δηλαδή ήταν πολύ πιο αναμενόμενο να με ρωτήσει γι’ αυτό το όργανο και όχι για κάποιο άλλο, αφού υπήρχε ήδη η επαφή. Ίσως για να μη μείνω παραπονεμένος, ίσως μπορεί και να γκρίνιαζα. Ποιος ξέρει!
Πάντως, η απάντηση προέρχεται από τον αθώο και αυθόρμητο τρόπο που έχουν όλα τα πράγματα σε εκείνη την ηλικία. Όλα τότε μοιάζουν να είναι παιχνίδι και ευκαιρία να ανακαλύψεις τον κόσμο. Έτσι μου ακούστηκε και εμένα το βιολί. Μια αφορμή για παιχνίδι.

Και μετά; Πώς εξελίχθηκε το θέμα των μουσικών σπουδών;
Ξεκίνησα σε αυτόν τον Σύλλογο Μουσικής, έπειτα στο Ιόνιο Ωδείο της Κέρκυρας και, όταν ήρθα στην Αθήνα για να σπουδάσω στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, γράφτηκα και στον Πειραϊκό Σύνδεσμο, όπου συνέχισα τα μαθήματα κλασικού βιολιού. Εκεί ασχολήθηκα πιο σοβαρά, μελέτησα πάρα πολύ, διότι είχα βάλει στόχο να πάρω το δίπλωμα του οργάνου. Πολλές ώρες, πολλές δυσκολίες, αλλά στο τέλος η προσπάθεια ανταμείφθηκε. Κάθε μέρα μελετούσα τουλάχιστον 5 ώρες για χρόνια.
Έτσι συνεχίστηκαν οι σπουδές, απέκτησα το δίπλωμα κλασικού βιολιού και αργότερα έφυγα για το εξωτερικό. Ένιωθα πως ένα δίπλωμα δεν μου αρκούσε, αλλά υπήρχε μια μεγάλη ανάγκη για πιο ουσιαστική επαφή με άλλα πράγματα, με νέους μουσικούς και δασκάλους. Ίσως έψαχνα και τη φόρμα αυτού που θέλω να κάνω και να ανακαλύψω καινούργια πράγματα μέσω αυτής της κίνησης. Νιώθω μια μεγάλη ανάγκη για γνώση, κάθε μέρα που περνάει.

Η Ολλανδία πώς προέκυψε ως επιλογή και τι μουσικές εμπειρίες σου πρόσφερε η παραμονή σου εκεί;
Όταν ήρθε η στιγμή να πάω φαντάρος, ήταν η περίοδος που η κρίση στη χώρα μας ήταν σε έξαρση. Τα νέα πολύ δυσάρεστα, οι άνθρωποι πληγωμένοι, και έβλεπα πως εκείνο το χρονικό διάστημα, εάν καθόμουν εδώ, δεν θα μπορούσα να κάνω τα πράγματα που επιθυμούσα. Καταλάβαινα, επίσης, πως υστερούσα σε πολλά πράγματα, ένιωθα πως ήθελα να βελτιώσω την τεχνική μου κι άλλο πάνω στο όργανο, να ακούσω άλλες μουσικές, να συναναστραφώ με άλλο κόσμο.
Όταν μπήκα λοιπόν στρατό, είχα ήδη πάρει την απόφαση να δώσω ακροάσεις έξω. Μελετούσα παντού στον ελεύθερο χρόνο που είχα. Όταν ήταν η ώρα να κοιμηθώ, έπαιρνα το βιολί και μελετούσα ακόμα και στο μαγειρείο του στρατού. Έδωσα ακροάσεις, με δέχτηκαν, έκατσα δύο χρόνια στην Ολλανδία, παρακολούθησα μαθήματα στο Κονσερβατόριο της Ουτρέχτης και του Ρότερνταμ. Πήρα πολύ όμορφα πράγματα, γνώρισα φοβερούς μουσικούς και ανθρώπους, αλλά κατάλαβα πως η κλασική μουσική πολύ στένευε τα όριά μου. Οι ανάγκες μου δεν μπορούσαν να μπουν σε ένα καλούπι ή σε ένα είδος, όπως και το τραγούδι που ήθελα να ασχοληθώ επίσης. Ένιωθα πως αυτό που επιθυμούσα να κάνω δεν σπουδάζεται μόνο του, αλλά έπρεπε να το διαμορφώσω μόνος. Έτσι, όταν γύρισα, ήξερα περισσότερο τι θέλω να κάνω, με όμορφες εμπειρίες και εφόδια, πιο απενοχοποιημένος και πιο σίγουρος για τον δρόμο που θέλω να πάρω.

Ωστόσο, αυτό το ταξίδι δεν σε απομάκρυνε από το ελληνικό ηχόχρωμα. Τι είναι αυτό που σε κάνει να δηλώνεις λατρεία στην ελληνική μουσική;
Δεν με απομάκρυνε καθόλου, ίσα-ίσα μπορώ να πω πως εκεί ξεκίνησα να μελετάω πιο σοβαρά και σε βάθος την ελληνική μουσική. Άρχισα να έχω επαφή με τα παραδοσιακά τραγούδια, με την ποίηση του λαού μας και τους Μεγάλους Σύγχρονους Δημιουργούς. Πάντα, προσπαθώντας να μην απομονωθώ μουσικά –που είναι και μεγάλη μου αγωνία–, επιχειρούσα να προσεγγίσω τη μουσική της χώρας μας, να αποκτήσω μια ισχυρή βάση. Θεωρώ πως είμαστε πολύ τυχεροί ως Έλληνες που έχουν περάσει αυτές οι μουσικές, αυτοί οι ήχοι, αυτοί οι καλλιτέχνες…
Είμαστε ένας λαός που η τέχνη είναι ανεξάντλητη και άρρηκτα συνδεδεμένη με το αίσθημά μας. Τα ρεύματα που υπήρξαν ήταν πολύ ισχυρά, καθώς και οι φωνές που τα εκπροσώπησαν. Ο κάθε τόπος φέρει τραγούδια βαθιά ριζωμένα που έχουν αντέξει στον χρόνο και έχουν μεταφερθεί μέχρι και σε εμάς, στο παρόν. Από εκεί και πέρα, θεωρώ πως, μαζί με την ελληνική μουσική, προσπαθώ να δω και τις υπόλοιπες μουσικές του κόσμου, να ανοίξω τα όρια και να παρατηρώ τι σημαντικό έχει συμβεί στις γειτονικές χώρες, αλλά και παραπέρα. Προσπαθώντας να εκτιμήσεις και να κατανοήσεις τις ρίζες σου, οφείλεις πάντα να ψάχνεις τις συνδέσεις της Τέχνης.


Μπορεί να εξελιχθούμε, μπορεί και όχι, σημασία έχει όμως να αναγνωρίσουμε πως ‘Τα Μεσάνυχτα’ είναι εκεί για να μας υπενθυμίζουν πως πάντα, όσο μπαίνει μια καινούργια μέρα χρονικά, φέρει μαζί της και την αλλαγή μας.


Από αυτήν την αγάπη και τον σεβασμό που έχεις προς τους διαχρονικούς δημιουργούς, πηγάζει και η ανάγκη σου για διασκευές παλιών και αγαπημένων τραγουδιών; Έχεις διασκευάσει τουλάχιστον τρία κομμάτια μέχρι τώρα, απ’ όσο γνωρίζω…
Και από αυτήν την αγάπη, αλλά και από μια ανάγκη να αναπροσαρμόσω τα τραγούδια που έχω ακούσει και αγαπήσει μέσα από τα δικά μου φίλτρα και τα διαφορετικά μου ακούσματα. Θέλω να τα αναδείξω μέσα από μια νέα ενορχήστρωση, αλλά ίσως και να φωτίσω μια τους πλευρά, η οποία μέχρι τώρα βρισκόταν αθέατη.
Για παράδειγμα, τα ‘Χίλια Περιστέρια’ είναι ένα λαϊκά χαρακτηρισμένο κομμάτι, αλλά στα δικά μου μάτια βαθιά ερωτικό, ρομαντικό, όπου προσπάθησα να του δώσω λυρικά στοιχεία, καθώς και φίλτρα από την κλασική μουσική, με πολλά βιολιά. Ήθελα να είναι μια σύγχρονη γλυκιά καντάδα, ίσως γιατί ήταν μια πρόκληση και για μένα αυτό. Επίσης, το σπουδαίο τραγούδι ‘Σαν τον μετανάστη’, που πρωτοτραγούδησε η Μαρία Φαραντούρη το 1982, και διασκεύασα για τον Μελωδία 99.2, έχει επίκαιρο πυρήνα και στίχο. Ήθελα, όμως, να το επαναφέρω με έναν τρόπο που να είναι άμεσος για τον σύγχρονο άνθρωπο, μέσα από ένα ευγενικό αίσθημα. Αυτά ελπίζω να είναι ορατά και, αν δεν είναι, ελπίζω τουλάχιστον να ξυπνούν κάτι μοναδικό στον καθένα.

lampouras2

Οι διασκευές γιατί πιστεύεις ότι είναι τόσο πολύ στη “μόδα” τα τελευταία χρόνια; Τόσο από συγκροτήματα, όσο και από μεμονωμένους καλλιτέχνες;
Ίσως γιατί υπάρχει ανάγκη να ξανακουστούν σημαντικά έργα μέσα σ΄ αυτήν τη γενικότερη καλλιτεχνική ζύμωση που υπάρχει. Γιατί πιστεύω πως είναι ζύμωση και όχι φτώχεια. Αυτήν τη στιγμή, δημιουργείται ένα ρεύμα, το οποίο δεν είναι σαφές ακόμα, αλλά η γενιά μας το σχηματοποιεί, η οποία κατακτά πλέον ουσιαστικό λόγο στην Τέχνη, μέσα σε πιο ανεξάρτητες συνθήκες. Επιλέγω να βλέπω αυτήν τη πλευρά της πραγματικότητας. Ίσως πάλι γιατί υπάρχει μια αίσθηση πως με κάτι ήδη οικείο και γνώριμο, η πόρτα θα ανοίξει πιο εύκολα σε κάποιον που σε ακούει.
Σε προσωπικό επίπεδο, θέλω αυτό να γίνεται με ουσία και πραγματική ανάγκη. Πιστεύω πως οι διασκευές είναι ικανές να φέρουν έναν τελείως διαφορετικό κόσμο, ίσως και πρωτόγνωρο, γιατί ο καλλιτέχνης που επανεκτελεί ένα ήδη γνωστό κομμάτι, το σμιλεύει με τα δικά του μοναδικά μέσα. Με τον εαυτό του. Πιστεύω πολύ στη μοναδικότητα που φέρει ο κάθε άνθρωπος. Το μέλλον ανήκει στην αλήθεια και στη διαφορετικότητα των καλλιτεχνών, στη διαφορετικότητα των ανθρώπων.

Έγινες ευρύτερα γνωστός από τους Αγώνες Δημιουργίας Ελληνικού Τραγουδιού της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. Πώς ήταν αυτή σου η εμπειρία;
Ήταν μια πολύ σημαντική εμπειρία για μένα, που μου άνοιξε τον δρόμο να κάνω αυτό που αγαπώ. Γνώρισα κόσμο, παρουσίασα κάτι που έχω δημιουργήσει, και αυτό ήταν από μόνο του κάτι πολύ όμορφο. Το Ελληνικό Σχέδιο και ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, μέσα από αυτούς τους Αγώνες, προσφέρουν βήμα στους νέους δημιουργούς.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το ‘The Drill Project’. Τι ακριβώς είναι και πώς ξεκίνησε αυτή η ιδέα;
Το ‘TheDrillProject’ αφορά την παράλληλη βιντεοσκόπηση και ζωντανή ηχογράφηση μέσα σε εγκαταλελειμμένους χώρους, καθώς και σε σημεία που δεν έχουν πλέον ζωή. Η ηχογράφηση δεν υπόκειται σε αλλαγές, δηλαδή είναι αυτό που λέμε “μια και έξω”. Δεν τυγχάνει ηχητικής επεξεργασίας, ώστε να μην αλλοιωθούν οι πραγματικές διαστάσεις του χώρου όπου συμβαίνει αυτό. Είναι όλα μονοπλάνα και, μέχρι στιγμής, έχουμε γυρίσει τρία βίντεο, σε δύο εγκαταλελειμμένα σημεία της Αθήνας και σε ένα εκτός Αθηνών. Ένα συγκρότημα ερειπωμένων κτιρίων μετά τα Οινόφυτα, ο παλιός σταθμός των τρένων του Πειραιά και το πιο πρόσφατο βίντεο, σε ένα παρατημένο κτίριο 700 τετραγωνικών μέτρων στην Αχαρνών, στο κέντρο της Αθήνας, μαζί με τη σπουδαία κυρία της Παράδοσης, Γιώτα Βέη.
Έχει πολύ ενδιαφέρον, γιατί οι συνθήκες αλλάζουν κάθε φορά. Πάντα είναι πολύ δύσκολες, και με αυτή την αίσθηση της εγκατάλειψης που σε διαπερνά. Και τις τρεις φορές θέλω να φύγω γρήγορα, είναι ευδιάκριτη και βαριά η έλλειψη ζωής σε αυτά τα μέρη.

lampouras3

Σε ενδιαφέρει περισσότερο να δώσεις έμφαση στη φθορά του χρόνου ή στη δυνατότητα για αναγέννηση, για νέα δημιουργία μέσα από τα ερείπια του παρελθόντος;
Ξεκινώντας στόχος μου ήταν να διεισδύσω στα νεκρά σημεία μέσα από την απόλυτη και αθάνατη μορφή ζωής, που είναι για μένα η Τέχνη και η μουσική. Μετά συνειδητοποίησα πως το αίσθημα της εγκατάλειψης, η απουσία ανθρώπων και κατ΄ επέκταση της καθημερινότητας –που είναι και η πιο συγκινητική απόδειξη της ζωής μας, τελικά (η επανάληψη, δηλαδή, μικρών αλλά ζωτικών πράξεων)– είναι πολύ βαριά. Στην πορεία κατάλαβα πως δεν έχει σημασία παρά μόνο εκείνη η στιγμή, το παρόν και η βαρύτητά του.
Όταν τραγουδάς σε ένα παρατημένο σημείο, στο οποίο δεν έχει επέμβει ζωή για χρόνια, προσπαθείς να παρατηρήσεις το παρόν και να διεισδύσεις μέσα του. Αυτό βέβαια δεν αλλάζει, τελικά, είτε βρίσκεσαι σε ένα ζωντανό, είτε σε ένα εγκαταλελειμμένο σημείο. Ή, τουλάχιστον, δεν θα έπρεπε να αλλάζει. Είναι πολλές οι σκέψεις και οι στόχοι, και τα αποτελέσματα κινούνται ανάλογα τις συνθήκες. Είναι πολύ δύσκολο project, απαιτεί συγχρονισμό από όλους και συγκέντρωση, είναι επικίνδυνο και, μέχρι στιγμής, σε όλα τα σημεία έχει πολύ κρύο ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών.

Να έρθουμε λίγο και στα πιο πρόσφατα; Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Γιώργο Ανδρέου;
Η γνωριμία μας προέκυψε μετά τους Αγώνες Τραγουδιού της Στέγης. Ανέκαθεν τον θαύμαζα και μεγάλωσα με κομμάτια του. Έτσι, όταν δέχθηκε να αναλάβει την παραγωγή και την ενορχήστρωση στα ‘Μεσάνυχτα’, ήταν μεγάλη η χαρά μου. Δουλέψαμε μαζί πάνω σε αυτό για το καλύτερο αποτέλεσμα και παρατήρησα τον τρόπο που δουλεύει και δημιουργεί. Είναι ένας σπουδαίος καλλιτέχνης από τον οποίο πήρα πολύ σημαντικές πληροφορίες και γνώσεις. Μέσα από συζητήσεις, καταλαβαίνεις πως είναι ένας διανοούμενος με αστείρευτη γνώση και αγάπη για την Τέχνη.

Τα ‘Μεσάνυχτα’ για σένα είναι ώρα απολογισμού, ονείρων, περισυλλογής…;
Τα ‘Μεσάνυχτα’ είναι μια ώρα που δεν είναι υπαρκτή και συγκεκριμένη χρονικά, παρά μόνο ως πέρασμα. Είναι μια αλληγορία, μέσα στη γενικότερη σύγχυση του χρόνου. Είναι η εν δυνάμει συνέχειά μας ή η στασιμότητα. Το βήμα που θα κάνουμε και θα προχωρήσουμε ή η παραμονή σε μια κατάσταση που μας βολεύει. Είναι η στιγμή, η ευκαιρία που έχουμε να μετατοπιστούμε και να εξελιχθούμε. Μπορεί να το κάνουμε, μπορεί και όχι, σημασία έχει όμως να αναγνωρίσουμε πως ‘Τα Μεσάνυχτα’ είναι εκεί για να μας υπενθυμίζουν πως πάντα, όσο μπαίνει μια καινούργια μέρα χρονικά, φέρει μαζί της και την αλλαγή μας.

lampouras4

Τι μας ετοιμάζεις στο άμεσο μέλλον;
Αυτήν τη στιγμή, ετοιμάζω τον πρώτο μου προσωπικό δίσκο, με δικά μου τραγούδια σε μουσική και στίχους. Έχω αναλάβει την παραγωγή και την ενορχήστρωση, κι αυτό είναι κάτι που αγαπώ πολύ και είναι πρωτόγνωρο για μένα. Ως μουσικός και δημιουργός, έχω βαθιά ανάγκη να ολοκληρώσω το έργο μου ολικά και να παρουσιάσω τα τραγούδια μέσα από το δικό μου πρίσμα. Θέλω να αποτυπώσω ολόκληρο τον κόσμο που φέρω μέσα μου. Είναι μαγική η διαδικασία και ανυπομονώ για την κυκλοφορία του. Βρίσκεται σε τελικό στάδιο ηχογραφήσεων, το μεγαλύτερο μέρος του έχει ολοκληρωθεί.
Επιπλέον, ετοιμάζω μια παράσταση στον “Σταυρό του Νότου club”, την Κυριακή 22 Απριλίου. Καλεσμένη του live θα είναι η Μαρία Παπαγεωργίου, μια καλλιτέχνις που εκτιμώ και θαυμάζω πολύ, και είναι μεγάλη χαρά που θα συμπράξουμε μουσικά.

Photo Credits: Μιχάλης Τσίτας, Πάνος Γιαννακόπουλος