Mαρία Κοζάκου: “Ο καλός μουσικός παραγωγός πρέπει να είναι καλός story teller”

kozakou

Εύστοχη, παραστατική, συνειδητοποιημένη και, κυρίως, γνώστης του αντικειμένου της. Ό,τι ακριβώς εισπράττεις ακούγοντάς την στο ραδιόφωνο, το εισπράττεις και μέσα από μια κουβέντα μαζί της. Αν μη τι άλλο, η ‘ιστορία’ που έχει να διηγηθεί η Μαρία Κοζάκου έχει πολλές ενδιαφέρουσες πτυχές: το γιατί δεν θεωρεί ραδιόφωνο το “χαιρετίζω τον κυρ Νίκο”, γιατί είναι κρίσιμο για έναν νέο δημοσιογράφο να καταλάβει ότι δεν υπάρχει αντικειμενικότητα, αλλά και γιατί η Eurovision είναι… βουτιές!

Συνέντευξη στη Μαρία Λυσάνδρου


Σχεδόν όλοι όσοι κάνουν ραδιόφωνο το χαρακτηρίζουν ως “μεγάλο έρωτα”. Γιατί;
H αλήθεια είναι ότι το ραδιόφωνο περιβάλλεται από ένα μυστήριο, ίσως και ένα ρομαντισμό, σε σχέση με τα υπόλοιπα μέσα. Από την πλευρά του ακροατή, “φταίει” η απουσία της εικόνας, προφανώς, που επιτρέπει στη φαντασία να λειτουργεί. Και δεν αναφέρομαι στα γνωστά κλισέ του τύπου “φαντάζομαι κάπως έτσι τον παραγωγό”. Αναφέρομαι στην ελευθερία που προσφέρει το μέσο να “κάνεις παράλληλα και κάτι άλλο”, αλλά και στην αναγκαιότητα να προσέχεις αυτά που ακούς, γεγονός που απαιτεί πιο ενεργητική υποδοχή της πληροφορίας. Εξάλλου, λέμε “ακούω προσεκτικά”, όχι “βλέπω προσεκτικά”.
Από την πλευρά των επαγγελματιών που με ρωτάτε, θα έλεγα ότι, όταν κάποιος έχει εργαστεί σε όλα τα μέσα –Ραδιόφωνο, Τηλεόραση, Ίντερνετ, Γραπτό Τύπο–, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την αμεσότητα που έχει το ραδιόφωνο. Και στον χρόνο απόκρισης του ακροατηρίου, που μπορεί να είναι ακαριαίος, αλλά και στη σχέση που οιδοκομείται με το ακροατήριο. Εκτός αυτού, το ραδιόφωνο ως δουλειά επιτρέπει στον επαγγελματία και μια πιο “προσωπική” επιμέλεια, αλλά και ευθύνη για το τελικό αποτέλεσμα.

Οι μουσικές γνώσεις αρκούν για να καταστήσουν κάποιον καλό μουσικό παραγωγό;
Είναι η πρώτη και βασική προϋπόθεση. Προσωπικά ανήκω σε μια υβριδική κατηγορία. Είμαι δημοσιογράφος που εργάζεται –από επιλογή– σε μουσικά ραδιόφωνα. Θα τολμούσα να αντικαταστήσω τη φράση “μουσικές γνώσεις” με τη φράση “μουσική παιδεία”. Αυτή είναι η βάση. Έχουν τη σημασία τους τα στοιχεία καταλόγου της δισκογραφίας, όπως και η μουσικότητα του παραγωγού, η γνώση των ειδών, η ιστορία της μουσικής, αλλά και η μουσική της Ιστορίας.
Όσες, όμως, και αν είναι οι γνώσεις, απαιτείται και ένα άριστο εκφραστικό μέσο. Αυτό δεν είναι η φωνή μόνη της, αλλά κυρίως η γλώσσα. Ο καλός μουσικός παραγωγός πρέπει να είναι καλός story teller.

Υπάρχει “καλό” και “κακό” ραδιόφωνο; Και, αν ναι, τι είναι αυτό που τα διαφοροποιεί;
Σαφέστατα. Η ερώτησή σας ανοίγει ένα τεράστιο θέμα που θα μπορούσε να εξαντλήσει μια μονοθεματική συζήτηση.
Η διάκριση ανάμεσα στο καλό και το κακό ραδιόφωνο είναι προφανής για όποιον έχει την αισθητική, την κατανόηση, τις γνώσεις, τις απαιτήσεις. Αλλιώς, φτάνουμε στο σημείο να θεωρούμε ραδιόφωνο τρεις τύπους που κάθονται σε δυσαρμονικές αποστάσεις από τα μικρόφωνα και τα μπουκώνουν με καφενειακού ύφους συζητήσεις, υψηλούς τόνους και ανοησίες, χωρίς προετοιμασία, χωρίς χρηστικότητα, χρησιμότητα και σεβασμό προς τον ακροατή.
Δυστυχώς, αυτό το μοντελάκι έχει χαμηλώσει πολύ την ποιότητα ραδιοφωνικών εκπομπών ή και ολόκληρων σταθμών. Είναι η κακώς νοούμενη ερμηνεία του “το ραδιόφωνο είναι παρέα”. Εγώ με την παρέα μου δεν παίζω σφαλιάρες.

Πόσο σημαντική είναι η συμβολή και των ίδιων των ακροατών στη δημιουργία μίας επιτυχημένης ραδιοφωνικής εκπομπής;
Ανάλογα με το είδος της εκπομπής, αλλά και το ταμπεραμέντο του παραγωγού. Υπάρχουν επαγγελματίες που στηρίζονται πολύ στα μηνύματα και τις παρεμβάσεις των ακροατών. Ειδικά τώρα, με τα social media. Και στήνουν ολόκληρες εκπομπές πάνω στη συμμετοχή των ακροατών.
Υπάρχουν και οι παραγωγοί που στήνουν ένα αφήγημα, χωρίς να το αλλάζουν στην πορεία. Το πρώτο είδος δεν είναι του γούστου μου, συνήθως οδηγεί σε ευκολίες. Δεν θεωρώ ραδιόφωνο το “χαιρετίζω την κυρία Μαρία και τον κυρ Νίκο”. Όλοι την περάσαμε αυτή την ασθένεια, βέβαια.
Από την άλλη, πάντα υπάρχει μια παρέμβαση ακροατή που βοηθάει. Είτε μια διόρθωση, είτε μια παρατήρηση, είτε ένα σχόλιο. Γενικά, η ελεύθερη εκτός αέρα επαφή με το ακροατήριο είναι χρήσιμη για να βελτιώνεσαι, αλλά και να σκέφτεσαι με περισσότερη ευρύτητα. Μου έχει τύχει αρκετές φορές να έχω πει στον αέρα κάτι και να ερμηνευτεί τελείως αντίθετα από αυτό που εννοούσα: εδώ την ευθύνη έχω εγώ, που δεν ήμουν τόσο σαφής όσο νόμιζα. Οπότε προσπαθείς περισσότερο.

Πέρα από τις “ραδιοφωνικές” σας αρμοδιότητες στην ΕΡΑ, διδάσκετε και σε σεμινάρια ραδιοφώνου. Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που μαθαίνει κάποιος σε ένα τέτοιο σεμινάριο;
Διδάσκω Δημοσιογραφία και Ραδιόφωνο και επικεντρώνομαι στη χρήση των Νέων Μέσων. Το πρώτο πράγμα που λέω στα μαθήματα είναι αυτό που –κατά την ταπεινή μου επιστημονική προσέγγιση– πρέπει να λέγεται σε κάθε υποψήφιο δημοσιογράφο/παραγωγό: δεν υπάρχει αντικειμενικότητα.
Όταν χτίσεις επιστημονικά αυτή την τόσο απλή αλήθεια, ξεφορτώνεσαι γρήγορα την επιθυμία του εκκολαπτόμενου δημοσιογράφου να “βγει να πει την προσωπική του γνώμη”.
Στο πρώτο μάθημα, ρωτάω τους σπουδαστές “Γιατί θέλετε να γίνετε δημοσιογράφος;”. Εκτός από τις περιπτώσεις που κάνουν μπαμ ότι τους ενδιαφέρει μόνο η τηλεόραση και σου μιλούν σα να κάνουν οντισιόν, η δεύτερη δημοφιλέστερη απάντηση είναι η “γιατί-θέλω-να-πω-τη-γνώμη-μου”. Οπότε πρέπει να ξεκινήσεις με κάποια myth busters, καταρρίπτοντας κάποιους μύθους. Το πιο δυνατό, λοιπόν, είναι αυτό για την αντικειμενικότητα.
Και αφού το ακροατήριο ξεπεράσει το σοκ, ξεδιπλώνεις τις βασικές αρχές της ποιοτικής δημοσιογραφίας: την ακεραιότητα, την ουδετερότητα, την αμεροληψία, την ισορροπία, την ακρίβεια, το καθήκον απέναντι στο κοινό, την επιβεβαίωση, την ανεξαρτησία, τη δημόσια κριτική, την αναλογικότητα, την ελεύθερη συνείδηση, τα δικαιώματα και τις ευθύνες των πολιτών.

kozakou2Σε μια εποχή δύσκολη και τόσο ρευστή, όπως η σημερινή, σε ποιο είδος ραδιοφωνικών εκπομπών έχετε εντοπίσει εσείς ότι στρέφονται περισσότερο οι άνθρωποι; Στην αποκλειστικά μουσική ψυχαγωγία, σε έναν συνδυασμό ενημέρωσης και μουσικής, ή στην αμιγή ενημέρωση;
Καλή ερώτηση. Δεν ξέρω, όμως, να την απαντήσω με βεβαιότητα.
Από τη μια, βλέπουμε στις μετρήσεις η κορυφή να καταλαμβάνεται από ειδησεογραφικά ραδιόφωνα και, μάλιστα, όχι υψηλής αισθητικής. (Εντάξει, ο Σκάι έχει περάσει και πολύ καλές εποχές…). Στις επόμενες θέσεις, βλέπουμε να στριμώχνονται δεκάδες μουσικά ραδιόφωνα, με πρώτα εκείνα που παίζουν play list στο ρεπερτόριο που υπηρετούν. Δηλαδή το παλιό καλό “λίγα λόγια, πολλή μουσική”.
Θα σας μεταφέρω αυτό που έχω αντιμετωπίσει στο ραδιόφωνο, στο οποίο κλείνω φέτος 20 χρόνια. Όταν ξεκίνησε η κρίση, οι ακροατές ήθελαν λίγο περισσότερη πληροφορία. Με τον καιρό, με το ασταμάτητο sequel των κακών ειδήσεων, της πολιτικής κρίσης, των περικοπών, της αύξησης της ανασφάλειας, της κορύφωσης του stress, oι ακροατές άρχισαν να υιοθετούν το δόγμα: no news, good news. Δώσε μου τις βασικές γραμμές, ρίξε μου λίγο φως εκεί που οι τηλεοράσεις δεν μπορούν και παράτα με, βάλε τραγούδια!
Κάποια στιγμή, επήλθε ένα πληροφοριακό burn out στους ακροατές. Το οποίο έχει μπει σε άλλο δρόμο πλέον με τα social media, την εύκολη διάδοση fake news. Αυτή η πλημμυρίδα πληροφορίας πνίγει τον άνθρωπο, που δεν μπορεί να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά. Και εκεί ο ρόλος του δημοσιογράφου γίνεται ακόμα πιο σημαντικός. Ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον πλήρους απαξίωσης του επαγγέλματος.

Η εισβολή του Διαδικτύου και των νέων τεχνολογιών βλέπετε να έχουν βοηθήσει το ραδιόφωνο (καθώς μπορείς ν’ ακούσεις μια εκπομπή και διαδικτυακά) ή, αντιθέτως, να το υποκαθιστούν σταδιακά (καθώς μπορείς να έχεις τα αγαπημένα σου τραγούδια διαθέσιμα στο ipod σου, χωρίς να “εξαρτάσαι” από το ραδιόφωνο);
Οι τεχνολογικές εξελίξεις των τελευταίων τριάντα ετών έχουν αλλάξει τα πάντα στα media. Ο γραπτός τύπος μεταλλάσσεται σε ψηφιακό, η τηλεόραση γνωρίζει επανάσταση με τις ψηφιακές υπηρεσίες και το οn demand περιεχόμενο και, στην ουσία, προσπαθεί να ενσωματώσει στην οθόνη το διαδίκτυο, προσθέτοντας ένα παράλληλο περιεχόμενο στη “ροή προγράμματος”. Δείτε το παράδειγμα του Netflix. Ουσιαστικά, το νέο μέσο ενημέρωσης είναι το κινητό μας.
Το ραδιόφωνο έχει επηρεαστεί λιγότερο από τα παραδοσιακά ΜΜΕ, ενώ διατηρεί και την πρωτοκαθεδρία στην εμπιστοσύνη και την εγκυρότητα. Με αυτά τα δεδομένα, έχω την εντύπωση ότι το ραδιόφωνο θα συνυπάρχει, θα συμπλέει με όλες τις πλατφόρμες και τις συσκευές που αναφέρατε. Και αυτό θα συνεχιστεί για έναν βασικό λόγο, υπό μια θεμελιώδη προϋπόθεση: Ο λόγος είναι ότι το ραδιόφωνο μπορεί να συνοδεύει μια δράση σου. Η προϋπόθεση είναι το ραδιόφωνο, δηλαδή ο δημοσιογράφος/παραγωγός, να συνεχίζει να προτείνει.

Πόσο “πολιτικώς ορθόν” είναι να μεταδίδει την Eurovision ένας άνθρωπος που όλο τον υπόλοιπο χρόνο κάνει εκπομπές που δίνουν βάρος στην όχι-εύπεπτη μουσική και στον πολιτικο-κοινωνικό σχολιασμό (με χιούμορ, έστω) κατά την αποδελτίωση της καθημερινής ειδησεογραφίας;
Πολύ ωραία ερώτηση!
Θα σας απαντήσω με απόλυτη ειλικρίνεια. Δεν χρειάζεται να είσαι επί τόσα χρόνια παραγωγός εκπομπών “ποιοτικής μουσικής και περιεχομένου” για να “πονέσουν τα αυτάκια” σου με κάποια τραγούδια που ακούμε στη Eurovision. Μπορεί να συμβεί στον καθένα!
Από την άλλη, ξέρετε πόσες φορές έχω πάθει το ίδιο σε “έντεχνο περιβάλλον”;
Πιστεύω, πάντως, ότι ειδικά τα τελευταία χρόνια, η Eurovision έχει κάθε χρόνο 3-4 ενδιαφέρουσες μουσικές προτάσεις και αρκετά συμπαθητικά τραγούδια. Άλλο που κάποιοι κάνουν ότι δεν το βλέπουν.
Καταλαβαίνω, ωστόσο, το οξύμωρο που εννοεί η ερώτησή σας. Η Eurovision είναι η στιγμή που, σε μια τρίωρη κοπιώδη προπόνηση κολύμβησης, ο προπονητής σου λέει “βγες έξω από την πισίνα και κάνε βουτιές”. Κολύμπι είναι το ένα, κολύμπι και το άλλο. Η βουτιά χρειάζεται ακρίβεια, αλλά είναι και παιχνίδι. Αυτό είναι η Eurovision για μένα: βουτιές!

Θεωρείτε ότι είναι παρεξηγημένη η Eurovision ως θεσμός;
Στην Ελλάδα νομίζω πως ναι. Η ΕΡΤ δεν έχει πετύχει ακόμα την τέλεια ισορροπία. Άλλοτε φοβάται τη Εurovision, άλλοτε την απαξιώνει και την υποτιμά, άλλοτε υπερβάλλει. Έχει ένα προϊόν που θα μπορούσε να της αποδώσει πάρα πολλά σε τηλεοπτικό και ραδιοφωνικό πρόγραμμα όλη τη χρονιά. Δεν συζητώ για το κέρδος που θα μπορούσε να αποκομίσει.
Εξαιτίας όλων αυτών που μόλις περιέγραψα, η Eurovision γενικώς “αφήνεται”. Αφήνεται να καθοριστεί η αισθητική της από μεσημεριανάδικα. Αφήνεται ο καλλιτέχνης βορά σε όποιον θέλει να πει ό,τι νομίζει. Αφήνεται σε συμμετοχές που δεν έχουν καμία εκπροσώπηση στο ζωντανό, εναργές κομμάτι της νεολαίας που γουστάρει τη μουσική και εκφράζεται μουσικά. Γενικώς αφήνεται.
Μόνο η ΕΡΤ μπορεί να αλλάξει αυτή την πορεία, αρκεί να αποφασίσει ότι αγαπάει τη Eurovision, χρηματοδοτεί μέσα από αυτήν τις άλλες δράσεις της και –κυρίως– ξέρει πώς να στήσει το project. Θα χρησιμοποιούσα ως έξοχο παράδειγμα “τηλεοπτικοποίησης” της μουσικής το φετινό ‘The Voice’ – και όχι επειδή είχε τον κορυφαίο παρουσιαστή!

Είναι κάπως υποτιμημένη (ακόμα και σε επίπεδο “γεωπολιτικής σημασίας”) η συμμετοχή μας σε έναν τέτοιο –ιδιαιτέρως διευρυμένο πλέον από πλευράς συμμετοχών– διαγωνισμό; Ή μήπως μία τέτοια σκέψη αποτελεί, αντιθέτως, υπερτίμηση της Eurovision και της σημασίας της;
Όταν ένας λαός λέει τους Γερμανούς “Γερμαναράδες”, τους Αμερικανούς “Αμερικανάκια”, τους Γάλλους “φλώρους” και τους Άγγλους “αδελφές”, θα βρίσκεται πάντα βουτηγμένος σε καταστροφικά αρχέτυπα και θα ανάγει σε εθνική υπόθεση ακόμα και τη Eurovision. Της οποίας ο ρόλος, στην τελική, είναι να γκρεμίζει τα τείχη.
Τα πράγματα και στη Eurovision είναι απλά: Βρες ένα τραγούδι που θα μιλάει στις καρδιές των ανθρώπων. Άγγιξέ τους. Στήσε το επαγγελματικά και άστο να ταξιδέψει!
H Mαρία Κοζάκου είναι δημοσιογράφος/παραγωγός στο Δεύτερο Πρόγραμμα 103.7, New Media Expert και Αρχισυντάκτρια στο jaj.gr