Στις 15 Ιανουαρίου η Blue Monday

blue_monday

Μια τάση της εποχής είναι να “χρωματίζονται” κάποιες ημέρες του έτους για διάφορους λόγους και σκοπούς. Μετά την “Black Friday”, μία από τις Δευτέρες του Ιανουαρίου διεκδικεί τον τίτλο της “Blue Monday”, της πιο μελαγχολικής ημέρας του έτους. Σαν να λέμε ότι ακόμη δεν ήρθε ο νέος χρόνος και πρέπει να τα βάψουμε μαύρα, θέλουμε δε θέλουμε. Ή μήπως όχι;

της Βίκυς Κόρδα

Εφαρμοσμένα μαθηματικά
Ο ψυχολόγος Δρ. Cliff Arnall, πριν μερικά χρόνια, επιχείρησε με μια μαθηματική εξίσωση να εντοπίσει την πιο καταθλιπτική μέρα του χρόνου και, όταν κατέληξε στο ποια είναι αυτή, της έδωσε και τον τίτλο“Blue Monday”.
Για να πετύχει το σωστό αποτέλεσμα, έριξε στην εξίσωση τον μουντό καιρό του Ιανουαρίου, την πεσμένη διάθεσή μας και την άσχημη οικονομική μας κατάσταση μετά την εορταστική και καταναλωτική μανία των Χριστουγέννων. Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε, επίσης, στο γεγονός ότι όλοι μας, λίγο-πολύ, περνάμε μια κρίση όταν “πάει ο παλιός ο χρόνος”. Ο απολογισμός της χρονιάς που έφυγε και οι τύψεις για το πόσο ασυνεπείς ήμασταν στην πραγματοποίηση των στόχων μας, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εξίσωση.
Συμβόλισε, λοιπόν, όλα αυτά τα δεδομένα με μαθηματικούς όρους, και το αποτέλεσμα των πράξεων έδειξε πως η πιο καταθλιπτική μέρα του χρόνου είναι η τρίτη Δευτέρα του Ιανουαρίου – για φέτος η 15η του μήνα. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, έλαχε στη μέρα αυτή να πάρει με δόξα και τιμή τον τίτλο της “Blue Monday”!

Ευκαιρία για ανασύνταξη δυνάμεων
Βέβαια, επειδή ο Δρ. Cliff Arnall συμπέρανε ότι αυτή είναι η πιο καταθλιπτική μέρα του χρόνου, δεν σημαίνει ότι είναι κιόλας. Ως είθισται, υπήρξαν αντιδράσεις από πολλούς, οι οποίοι ισχυρίζονται πως η εξίσωση αυτή δεν ευσταθεί.
Όπως και να έχει, ακόμη και αν η εξίσωση έχει επιστημονική βάση, εξαρτάται από εμάς αν θα δεχθούμε το αποτέλεσμα ή όχι. Θα πρέπει εμείς να αποφασίσουμε εάν θα συμφωνήσουμε με αυτό ή εάν θα φροντίσουμε καμία ημέρα μας να μην χαρακτηρίζεται στο εξής ως καταθλιπτική.
Ας αξιοποιήσουμε, λοιπόν, την εξίσωση αυτή απλώς ως αφορμή για να ανασυνταχτούμε, να πούμε “στοπ” στην επιβεβλημένη έξωθεν blue διάθεση και να αναγνωρίσουμε –επιτέλους– όλα τα θετικά της ζωής μας.

Όταν τα αυτονόητα δεν είναι αυτονόητα
Αλήθεια, έχουμε αναρωτηθεί ποτέ πόσα θετικά στοιχεία έχει η ζωή μας; Ή, ακόμη, πόσο πολύτιμα είναι όλα αυτά που ενδεχομένως μας βασανίζουν;
Όσοι έχουμε παιδιά, κάθε μέρα τρέχουμε έναν μικρό μαραθώνιο. Από το πρωινό ξύπνημα μέχρι και την ώρα του ύπνου, ένα σύνολο από υποχρεώσεις, όπως η εργασία, η φροντίδα του σπιτιού, η μελέτη, τα δρομολόγια και ό,τι έκτακτο προκύψει, διαμορφώνουν μια φορτωμένη ατζέντα. Συχνά, μάλιστα, δυσανασχετούμε όταν τα παιδιά διεκδικούν την προσοχή μας φωνάζοντας, πολλές φορές σαν καλλιτεχνικό ντουετάκι, “Μαμά, μαμά!”.
Μήπως δεν θα έπρεπε να δυσανασχετούμε; Μήπως θα έπρεπε να συνειδητοποιήσουμε πως τίποτα δεν είναι αυτονόητο; Όσα έχουμε είναι πιθανό ανά πάσα στιγμή να πάψουμε να τα έχουμε. Και αυτά που εμείς έχουμε, κάποιος άλλος δίπλα μας πασχίζει να τα αποκτήσει. Πασχίζει πολύ, πολλά χρόνια, με πολύ κόπο και με ψυχολογική φθορά να τα αποκτήσει.
Τα αυτονόητα τα δικά μας δεν είναι αυτονόητα για άλλους ανθρώπους. Η προσφώνηση “Μαμά!”, που είναι για πολλούς συνώνυμο κάποιας παιδικής απαίτησης και πιθανότατα ένα μικρό βάσανο, για άλλους είναι ένα “θέλω” τεράστιο, μια βαθιά επιθυμία, ένα απωθημένο, ακόμη και πληγή ανοιχτή.
Το να ξυπνήσεις το παιδί σου για το σχολείο, να το φροντίσεις, να το συνοδεύσεις, να το παραλάβεις, να το βοηθήσεις στη μελέτη του, να παίξεις μαζί του, ακόμη και να μαλώσεις μαζί του και να απογοητευτείς και να στεναχωρηθείς, όλα αυτά που για εμάς φαντάζουν μια εξαντλητική ρουτίνα, για κάποιους συνανθρώπους μας είναι στόχος και όνειρο, και ευχή, και ελπίδα.

Η εξίσωση δεν βγαίνει. Ευτυχώς.
Ας πάμε, λοιπόν, κόντρα σε όλους τους δόκτορες που επινοούν ευφάνταστες εξισώσεις – είτε ευσταθούν, είτε όχι. Και ας αρχίσουμε τώρα, αυτή τη στιγμή, να εκτιμούμε όλα όσα έχουμε.
Ας μάθουμε να εκτιμούμε τα αγαπημένα μας πρόσωπα, αλλά και όλα αυτά τα απλά και καθημερινά –και ενίοτε κουραστικά– της ζωής μας, που όμως την πλαισιώνουν και της δίνουν αξία ανεκτίμητη. Και ας αποδείξουμε με το παράδειγμά μας ότι η εξίσωση αυτή είναι πρακτικά αδύνατη!