Χριστουγεννιάτικα Παραμύθια
“Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν η ΑΓΑΠΗ…”

“Εγώ θα τιμήσω τα Χριστούγεννα στην καρδιά μου και θα προσπαθήσω να τα κρατήσω εκεί, όλο τον χρόνο”
– Κάρολος Ντίκενς, “Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα”

της Γιώτας Χουλιάρα

Στις 24 Δεκεμβρίου του 1939, το αμερικανικό ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο CBS μετέδωσε για πρώτη φορά τα “Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα” (A Christmas Carol), το γνωστό παραμύθι του Κάρολου Ντίκενς. Η ραδιοφωνική εκπομπή Campbell Playhouse, εκείνη την παραμονή Χριστουγέννων, καθήλωσε μικρούς και μεγάλους με την ιστορία του τσιγκούνη Εμπενίζερ Σκρουτζ, ο οποίος, από μίζερο γέρο, μεταμορφώνεται στον μεγαλύτερο ευεργέτη της πόλης του που λατρεύει τα Χριστούγεννα. Με τον τρόπο αυτό, ξεκίνησε μια μακροχρόνια ετήσια παράδοση στην Αμερική και τη Βρετανία, κατά την οποία μεταδιδόταν (αρχικά ραδιοφωνικά και έπειτα τηλεοπτικά) το αγαπημένο παραμύθι του συγγραφέα που καθιέρωσε τα Χριστούγεννα.
Το παραμύθι με τίτλο “A Christmas Carol” κυκλοφόρησε την εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα του 1843 και έγινε αμέσως τεράστια επιτυχία. Ο ρεαλιστικός τρόπος με τον οποίο ο Ντίκενς περιέγραψε τις γιορτές στην ιστορία του, ως μια περίοδο, δηλαδή, όπου όλοι είναι ευγενικοί, καλοί και φιλάνθρωποι, ήταν αυτό που ζέστανε περισσότερο τις καρδιές των συμπατριωτών του και αποθέωσε το κείμενό του.
Ωστόσο, ο Ντίκενς δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να δημιουργήσει ένα παραμύθι με βάση την ήδη υπάρχουσα παράδοση, δηλαδή το να διηγούνται οι παλαιότεροι παραμύθια και ιστορίες τις ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά.
Όπως βλέπουμε στην ταινία “The Man Who Invented Christmas” του 2017, η οποία περιγράφει τη ζωή του Βρετανού συγγραφέα, ο Ντίκενς άντλησε την έμπνευσή του από στοιχεία που του παρουσίασε η υπηρέτρια της οικογένειας, η οποία κάθε βράδυ έλεγε ιστορίες για μύθους, θρύλους και παραδόσεις των Χριστουγέννων στα τέσσερα παιδιά του.

Από παλιά αποτελούσε παράδοση, τη μαγική εποχή των Χριστουγέννων, μικροί και μεγάλοι να συγκεντρώνονται γύρω από το τζάκι, τον ομφαλό του σπιτιού, και να λένε ιστορίες. Την παράδοση αυτή ακολούθησε και ο Αμερικανός συγγραφέας Κλέμεντ Κλαρκ Μουρ, ο οποίος, παραμονή Χριστουγέννων του 1822, διηγήθηκε στα παιδιά του ένα παραμύθι με τίτλο “The Night Before Christmas” (“Η Παραμονή των Χριστουγέννων”). Η ιστορία έμοιαζε περισσότερο με ποίημα, καθώς ήταν έμμετρη και παρουσίαζε τη χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα το βράδυ της Παραμονής των Χριστουγέννων, όπου στο στολισμένο σπίτι επικρατούσε ησυχία, τα παιδιά κοιμούνταν ήσυχα στα κρεβάτια τους και ο Άγιος Βασίλης ερχόταν να αφήσει τα δώρα.
Η ιστορία δημοσιεύθηκε το 1823 ανώνυμα και, μάλιστα, κυκλοφόρησε με πολλούς τίτλους, όπως “A Visit from St. Nicholas” και “Twas the Night Before Christmas”. Ο Μουρ διεκδίκησε και πήρε την πατρότητα του έργου του το 1837, αν και από πολλούς αμφισβητείται αυτή η άποψη, καθώς υποστηρίζουν ότι η ιστορία βασίζεται στα παραμύθια που συνήθιζαν να λένε οι πρώτοι Αμερικανοί άποικοι στα εγγόνια τους, βασισμένα σε θρύλους και παραδόσεις που έφεραν από την Ευρώπη.
Η ιστορία του Μουρ κατέλαβε τη δική της θέση στο “πάνθεον” των χριστουγεννιάτικων ιστοριών και θεωρείται ότι αποτέλεσε την έμπνευση, ώστε να καθιερωθεί η εικόνα που έχει σήμερα ο Δυτικός κόσμος για τον Άγιο Βασίλη (Santa Claus), τον αγαπημένο άγιο μικρών και μεγάλων.
Ας μη λησμονούμε πως, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, κυρίως πριν τη δημιουργία του φανταχτερού Santa Claus από την Coca Cola, οι Δυτικοευρωπαίοι και οι Αμερικανοί άποικοι, επηρεασμένοι από τις παραδόσεις των ναυτικών του 18ου αιώνα, θεωρούσαν ότι τα δώρα των Χριστουγέννων τα φέρνει ο Saint Nicolas, προστάτης των ναυτικών.

spirtokotitso

Οι λυπητερές ιστορίες του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν
Το “Κοριτσάκι με τα Σπίρτα” είναι μια λυπητερή ιστορία που έγραψε ο Δανός ποιητής και συγγραφέας Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Το παραμύθι, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1845, αναφέρεται στα όνειρα ενός ετοιμοθάνατου παιδιού. Πηγή της ιστορίας ήταν μία δημοφιλής ξυλογραφία του Δανού καλλιτέχνη Johan Thomas Lundbye που απεικονίζει ένα φτωχό παιδί να πουλάει σπίρτα και η οποία τυπώθηκε σε ημερολόγιο του 1843. Πολλές απεικονίσεις του έργου είχαν σταλεί στον Άντερσεν από τον εκδότη του ημερολογίου, ζητώντας του να γράψει μία ιστορία γύρω από αυτό. Άλλη πηγή έμπνευσης θα μπορούσε να είναι το ταξίδι του Άντερσεν στην Μπρατισλάβα, το 1841, όπου έγινε μάρτυρας του τρόπου με τον οποίο κάηκε η πόλη Ντέβιν και οι γυναίκες έψαχναν για τα χαμένα τους παιδιά.
Η ευαίσθητη και ντροπαλή φύση του Δανού παραμυθά, καθώς και η έμφυτη μελαγχολία του, τον έκαναν να μην ακολουθήσει το εορταστικό κλίμα των παραμυθιών, όπως ο Ντίκενς και ο Μουρ. Τόσο στο “Κοριτσάκι με τα Σπίρτα”, όσο και στο “Μολυβένιο Στρατιωτάκι” του 1837, δύο κατ’ εξοχήν χριστουγεννιάτικα παραμύθια, το τέλος είναι πικρό, παρά το γεγονός ότι η αγάπη είναι πανταχού παρούσα. Και τα δυο αυτά παραμύθια αγαπήθηκαν από το αναγνωστικό κοινό σε όλο τον κόσμο, μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και, μέχρι τις μέρες μας, αποτελούν ιστορίες-διδάγματα για μικρούς και μεγάλους, πυροδοτώντας συναισθήματα αγάπης και αλληλεγγύης.

Ο Μπισκοτάνθρωπος
Μία από τις χαρακτηριστικές εορταστικές εικόνες των Χριστουγέννων είναι εκείνη του “Μπισκοτανθρώπου” (“Gingerbread man”). Η ανθρώπινη φιγούρα που μοιάζει με μικρό αγόρι, παίρνει πολλές μορφές και μπορεί να γίνει μπισκότο, ζωγραφιά, στολίδι, παιχνίδι ή ακόμη και ολόκληρη τούρτα από μπισκοτάκια και ανθρωπάκια, σε ζαχαροπλαστείο, την περίοδο των Χριστουγέννων. Υπάρχει ένα παραμύθι για τον Μπισκοτάνθρωπο που είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στη Γερμανία και την Αγγλία, και περιγράφει τις περιπέτειες ενός ζωντανού μπισκότου-αγοριού, που το έφτιαξε μια γιαγιά σε ένα χωριό.
Το όνομα “ ” το οφείλει στο αρωματικό τζίντζερ. Στη συνέχεια, προστέθηκαν κανέλα, μπαχαρικά και μέλι, που του έδωσαν εορταστική υπόσταση. Ο Μπισκοτάνθρωπος μπορεί να παραμείνει χωρίς διακόσμηση, αλλά η συνηθισμένη του παρουσία είναι αυτή με διακόσμηση από χρωματιστό γλάσο για τις ανάλογες λεπτομέρειες (κασκόλ, κουμπιά, μανίκια, μπατζάκια).
Η ζύμη με τζίντζερ για την παρασκευή μπισκοτανθρώπων εμφανίζεται για πρώτη φορά τον 16ο αιώνα. Η Νυρεμβέργη, όπου τον 17ο αιώνα εξειδικευμένοι αρτοποιοί παρασκεύαζαν τα συγκεκριμένα μπισκότα σαν αληθινά έργα τέχνης, έγινε το κέντρο του gingerbread.
Τα συγκεκριμένα μπισκότα, όμως, διαδόθηκαν από το παραμύθι “Χάνσελ και Γκρέτελ” των αδελφών Γκριμ, το οποίο αν και δεν έχει κάποια σχέση με τα Χριστούγεννα, λόγω του Μπισκοτάνθρωπου βρέθηκε τελικά στο επίκεντρο των χριστουγεννιάτικων διακοσμητικών. Ο Μπισκοτάνθρωπος εμφανίζεται και στην αυλή της βασίλισσας Ελισάβετ Α΄ της Αγγλίας, όταν η ίδια διέταξε σε μια γιορτή να παρασκευαστούν από ζύμη τζίντζερ τα ομοιώματα των αυλικών της.
Το παραμύθι είναι γνωστό και στις σλαβικές περιοχές, σε διάφορες παραλλαγές, με την υπόθεση να είναι παρόμοια με το αγγλικό παραμύθι. Στη ρωσική εκδοχή, το παραμύθι ονομάζεται “Kolob” και είναι ένα ανθρωπάκι που δημιουργείται από ζυμάρι και γάλα, σαν παχύ κέικ. Το παραμύθι περιγράφει τις προσπάθειες του Kolob να ξεφύγει από διάφορα ζώα, αφού δραπέτευσε από το σπίτι του παππού και της γιαγιάς όπου είχε ψηθεί. “Έφυγα από τη γιαγιά, έφυγα από τον παππού, και σίγουρα θα μείνω μακριά από εσένα”, τραγουδάει ο αφράτος Kolob, ώσπου τελικά τον τρώει η αλεπού!

dickens

Η χριστουγεννιάτικη αράχνη
Ο θρύλος της χριστουγεννιάτικης αράχνης είναι ένα ευρωπαϊκό παραμύθι που συναντάμε κυρίως στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Σύμφωνα με το παραμύθι, μια φτωχή αλλά εργατική χήρα ζούσε σε μια μικρή καλύβα με τα παιδιά της. Μια μέρα του καλοκαιριού, ένας κώνος από πεύκο έπεσε στην καλύβα και ριζώθηκε στο χωματένιο πάτωμα. Τα παιδιά της χήρας φρόντισαν το δέντρο, ενθουσιασμένα από την προοπτική να έχουν ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο τον χειμώνα. Το δέντρο μεγάλωσε, αλλά όταν έφτασε η παραμονή των Χριστουγέννων, δεν είχαν την πολυτέλεια να το διακοσμήσουν. Τότε τα παιδιά, στεναχωρημένα, πήγαν στο κρεβάτι τους και κοιμήθηκαν.
Νωρίς το επόμενο πρωί, ξύπνησαν και είδαν το δέντρο να καλύπτεται με ιστούς αράχνης. Όταν άνοιξαν τα παράθυρα, οι πρώτες ακτίνες του ηλιακού φωτός άγγιξαν τους ιστούς και τους μετέτρεψαν σε χρυσό και ασήμι. Η χήρα και τα παιδιά της ήταν χαρούμενα. Από τότε, χάρη στους χρυσούς και ασημένιους ιστούς δεν έζησαν ποτέ ξανά στη φτώχεια. Άλλες εκδοχές αντικαθιστούν το ηλιακό φως με ένα θαύμα από τον Άγιο Βασίλη ή τον νεογέννητο Χριστό και παρουσιάζουν την ιστορία από την οπτική γωνία των αραχνών που ήθελαν να δουν το χριστουγεννιάτικο δέντρο στολισμένο.
Η προέλευση της ιστορίας είναι άγνωστη, αλλά πιστεύεται ότι προέρχεται από τη Γερμανία και την Ουκρανία. Στη Γερμανία, την Πολωνία και την Ουκρανία, η εύρεση αράχνης ή ιστού αράχνης σε χριστουγεννιάτικο δέντρο θεωρείται καλή τύχη.
Οι Ουκρανοί δημιουργούν, επίσης, μικρά στολίδια χριστουγεννιάτικων δέντρων σε σχήμα αράχνης (γνωστά ως “pavuchky”, που κυριολεκτικά σημαίνει μικρές αράχνες), συνήθως από χαρτί και σύρμα. Επίσης, διακοσμούν τα χριστουγεννιάτικα δέντρα με τεχνητούς ιστούς αράχνης.

Αντί επιλόγου
Η γιορτή των Χριστουγέννων, όπως αποδεικνύουν τα παραμύθια που έχουμε αγαπήσει από παιδιά, αλλά και έργα της παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας, όπως ο “Καρυοθραύστης”, είναι μια ευκαιρία να ανακαλύψουμε τη καλοσύνη και τη δύναμη της αγάπης. Είναι μια μαγική εποχή, όπου όλα μπορούν να συμβούν, αρκεί να έχουμε αγνή καρδιά. Είναι μια γιορτή για την οικογένεια και τους αγαπημένους μας.
Και όπως είχε γράψει και ο Κάρολος Ντίκενς, στη νουβέλα του “The Pickwick Papers”: “Ευτυχισμένα, ευτυχισμένα Χριστούγεννα, ό,τι μπορεί να μας παρασύρει πίσω στις παραληρητικές ιδέες των παιδικών μας ημερών, ό,τι μπορεί να ανακαλέσει τον γέροντα στις χαρές της νιότης του, ό,τι μπορεί να μεταφέρει τον ναύτη και τον ταξιδιώτη χιλιάδες μίλια μακριά, πίσω στο τζάκι και στο ήσυχο σπίτι του”…