Christmas Magic
Από το στολισμένο καραβάκι, στο χριστουγεννιάτικο δέντρο

christmas_magic

Η περίοδος των Χριστουγέννων έχει μια “μαγεία”. Τη νιώθεις ακόμη κι αν είσαι η προσωποποίηση του Γκριντς, του μνησίκακου ερημίτη με τη μορφή καλικάντζαρου. Χωρίς να το συνειδητοποιείς, σταματάς μπροστά στις στολισμένες βιτρίνες και τραγουδάς “It’s the most wonderful time of the year” – αν, τώρα, ο διπλανός σου σε κοιτάξει περίεργα, μη βιαστείς να τον θεωρήσεις ένα σύγχρονο στριφνό Εμπενίζερ Σκρουτζ. Ίσως απλά να φταίει το ότι δεν είσαι και το πρώτο ταλέντο στο τραγούδι…

της Γιώτας Χουλιάρα

Aυτή η χριστουγεννιάτικη “μαγεία”, για λόγους εμπορικούς, καταναλωτικούς, αλλά και ψυχολογίας της αγοράς, κάθε χρόνο μας επισκέπτεται όλο και πιο νωρίς. Έχει γίνει πλέον συνήθεια να στολίζουμε από τον Νοέμβριο, με όλο και περισσότερους να στολίζουν βιτρίνες καταστημάτων, αυλές σπιτιών, αλλά και το εσωτερικό τους με χριστουγεννιάτικα δέντρα και λαμπερά στολίδια, αναρτώντας τις εορταστικές φωτογραφίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ωστόσο, ελάχιστοι γνωρίζουν πότε, πώς και υπό ποιες συνθήκες προέκυψε το χριστουγεννιάτικο δέντρο, ενώ λησμονούν το κατ’ εξοχήν ελληνικό αναμμένο Χριστόξυλο και το παραδοσιακό στολισμένο καραβάκι.

Η ιστορία του χριστουγεννιάτικου δέντρου
“Oh Christmas tree, oh Christmas tree, how lovely are your branches” τραγουδάει με την υπέροχη και νοσταλγική φωνή της η Αρίθα Φράνκλιν. Ο στολισμός του δέντρου είναι καθαρά συμβολικός και αντικατοπτρίζει την ευτυχία των ανθρώπων και της φύσης για τη Γέννηση του Θεανθρώπου.
Στον ελλαδικό χώρο έκανε την πρώτη εμφάνισή του το 1833. Το έφεραν ο Όθωνας και η Βαυαρική δυναστεία ως γερμανικό έθιμο και το πρώτο έλατο στολίστηκε στα ανάκτορα του Ναυπλίου, όπου οι κάτοικοι έκαναν ουρές για να το θαυμάσουν. Στα ελληνικά σπίτια το χριστουγεννιάτικο δέντρο καθιερώθηκε από το 1950 και έπειτα, αντικαθιστώντας το παραδοσιακό ελληνικό καραβάκι.
Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός του ως γερμανικού εθίμου είναι αρκετά αυθαίρετος, καθώς χειρόγραφες μαρτυρίες δείχνουν ότι η ύπαρξη του δέντρου ως εορταστικού συμβόλου χάνεται στα βάθη των αιώνων. Η παράδοση να στολίζονται δέντρα ή κομμάτια δέντρων υπήρχε σε όλες τις αρχαίες θρησκείες. Η χρήση αειθαλούς δέντρου, στεφανιού και γιρλάντας, ως συμβόλων της αιώνιας ζωής, αποτελούσε έθιμο των αρχαίων Αιγυπτίων, των Κινέζων και των Εβραίων. Η λατρεία και ο στολισμός του δέντρου συναντάται επίσης στη λατρεία της Κυβέλης, φρυγικής θεότητας της Ιωνίας, την οποία ο Πίνδαρος αποκαλεί “Κυβέλα, μάτερ θεών”.
Δέντρα με καρύδια και φαγώσιμα στόλιζαν οι Ρωμαίοι κατά την περίοδο του χειμερινού ηλιοστασίου, όταν γιόρταζαν τα Σατουρνάλια, γιορτή αφιερωμένη στον Θεό Saturnus, ο οποίος αντιστοιχεί στον ελληνικό Θεό Κρόνο.
Στη Βόρεια Ευρώπη, οι Βίκινγκς χρησιμοποιούσαν το δέντρο στις τελετές τους ως σύμβολο αναγέννησης, που σηματοδοτούσε το τέλος του χειμώνα και τον ερχομό της άνοιξης και αναγέννησης της Μητέρας Φύσης. Στην αρχαία Αγγλία, όπως και στη Γαλλία, οι Δρυίδες ιερείς στόλιζαν με φρούτα και κεριά βελανιδιές προς τιμήν των θεών τους. Γενικότερα, η λατρεία των δέντρων ήταν ένα συνηθισμένο φαινόμενο ανάμεσα στους ειδωλολάτρες Ευρωπαίους, το οποίο επιβίωσε και μετά τον εκχριστιανισμό τους.
Μια ιστορία θέλει τον Μαρτίνο Λούθηρο να είναι ο εισηγητής του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Σύμφωνα με τον θρύλο, ο Λούθηρος, κάνοντας βόλτα σε ένα δάσος ένα χειμωνιάτικο βράδυ με ξαστεριά, μαγεύτηκε από το παιχνίδι των δέντρων με τα αστέρια, τα οποία φαίνονταν λες και ήταν κολλημένα σαν στολίδια πάνω στα φύλλα. Ο ιδρυτής του Προτεσταντισμού έκοψε ένα μικρό δεντράκι και, φέρνοντάς το σπίτι του, αντικατέστησε τα αστέρια με κεριά.
Οι Γερμανοί φαίνεται ότι ήταν οι πρώτοι που έβαλαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο σπίτι τους. Το διακοσμούσαν με καρύδια, μπισκότα και κάθε είδους φαγώσιμα και κεριά, θέλοντας να συμβολίσουν τα θεία δώρα που έκαναν οι Μάγοι στον νεογέννητο Χριστό. Ερευνητές υποστηρίζουν ότι είχαν επηρεαστεί από ένα λαϊκό μεσαιωνικό δράμα για τον Αδάμ και την Εύα, στο οποίο το κυριότερο εξάρτημα του σκηνικού ήταν ένα έλατο διακοσμημένο με μήλα και συμβόλιζε τον Κήπο της Εδέμ. Θεωρούσαν, λοιπόν, ότι έστηναν στο σπίτι τους το δέντρο του Παραδείσου.
Η γερμανική παράδοση ήθελε στο ίδιο δωμάτιο να υπάρχει και η πυραμίδα των Χριστουγέννων, μια τριγωνική ξύλινη κατασκευή με ράφια, πάνω στην οποία τοποθετούσαν χριστουγεννιάτικα ειδώλια, κλαδιά, κεριά και ένα αστέρι – ένα κατάλοιπο των προ-χριστιανικών εποχών που, με την πάροδο του χρόνου, χάθηκε. Τον 16ο αιώνα είχε ήδη συντελεστεί η συγχώνευση της πυραμίδας των Χριστουγέννων και του δέντρου του Παραδείσου, από την οποία προήλθε το χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Η παράδοση διαδόθηκε στις ΗΠΑ τον 19ο αιώνα, καθώς το 1830 Γερμανοί μετανάστες εισήγαγαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο στην Αμερική και στις αποικίες τους. Την πρώτη μαρτυρία δημόσιας εμφάνισης δέντρου την έχουμε στην Πενσυλβάνια, όπου υπήρχαν πολλοί Γερμανοί μετανάστες. Οι άλλες εθνότητες στην αμερικανική επικράτεια δεν δέχονταν αρχικά το δέντρο ως σύμβολο Χριστουγέννων, καθώς το θεωρούσαν παγανιστικό έθιμο.
Φυσικά, στην καθολική αποδοχή του στολισμένου δέντρου ως χριστουγεννιάτικου εθίμου συνέβαλε ο Κάρολος Ντίκενς, μια και σε όλα τα χριστουγεννιάτικα μυθιστορήματά του το χριστουγεννιάτικο δέντρο έχει περίοπτη θέση.
Ωστόσο, φαίνεται ότι το έθιμο αυτό παρουσιάζει μια σύνδεση και με το Βυζάντιο. Συγκεκριμένα, σε χειρόγραφο του Βρετανικού Μουσείου, του 13ου αιώνα, αναφέρεται πως το έτος 512 ο αυτοκράτορας Αναστάσιος Α΄ έκτισε ένα Ναό στο Tur Abdyn της Συρίας, στον οποίο προσέφερε δύο ορειχάλκινα δένδρα, στημένα εκατέρωθεν της Ωραίας Πύλης του Ιερού Βήματος, τα οποία είχαν θέσεις για κεριά. Αλλά και στον Ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν στο επιστύλιο του τέμπλου μεταλλικά δέντρα σε σχήμα κώνου (πυρσόμορφα δένδρα), όμοια με κυπαρίσσια, που αντί για καρπούς, έφεραν φώτα σε σχήμα κωνοειδές.
Στη χώρα μας, σε διάφορα μέρη όπως στο Λιτόχωρο Πιερίας και τα Επτάνησα, στόλιζαν δέντρα στο μέσο των Εκκλησιών με φρούτα ή και καρπούς. Στη δε Καππαδοκία στόλιζαν μέσα στα σπίτια κατά το Δωδεκαήμερο κλαδιά κωνοφόρων ή άλλων δένδρων με ξηρούς καρπούς και αυτοσχέδια στολίδια.

Το Χριστόξυλο και το ελληνικό καραβάκι
Πρόδρομος του χριστουγεννιάτικου δέντρου στην Ελλάδα είναι το παραδοσιακό Χριστόξυλο. Αυτό το συναντάμε κυρίως στα χωριά της Βορείου Ελλάδος. Κάθε Χριστούγεννα, ο πατέρας ή ο παππούς της οικογένειας ψάχνει στα δάση ή στα χωράφια ένα μεγάλο γερό κούτσουρο από πεύκο ή ελιά κυρίως, το οποίο θα μπει στο τζάκι και θα καίει όλο το 12ήμερο των γιορτών, δηλαδή από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα. Πριν το τοποθετήσουν στη φωτιά, το ραίνουν με αμύγδαλα και καρύδια – ξηρούς καρπούς της περασμένης πλέον χρονιάς.
Το Χριστόξυλο, σύμφωνα με τις αντιλήψεις, καθαρίζει την παλιά κάπνα του τζακιού και φέρνει καλοτυχία. Η κύρια, όμως, ευεργεσία που παρέχει στο σπίτι είναι η προστασία του νοικοκυριού από τα παγανά ή καλικάντζαρους, που μπαίνουν από τις καμινάδες και κλέβουν ή κάνουν ζημιές στο νοικοκυριό.
Η Παράδοση λέει ότι, καίγοντας το Χριστόξυλο, ζεσταίνεται ο Χριστός στην κρύα σπηλιά της Βηθλεέμ. Οι νοικοκυραίοι είναι υποχρεωμένοι να κρατάνε τη φωτιά ως τα Φώτα, οπότε και αποσύρονται τα παγανά κάτω από τη γη.
Σε μερικά μέρη, πριν ανάψουν τη φωτιά αυτή των Χριστουγέννων, ή και μετά, τη σταυρώνουν τρεις φορές, χύνοντας πάνω της σταυρωτά κρασί κόκκινο. Δηλαδή, επιβιώνει ακέραια η αρχαία τελεστική σπονδή που συνηθιζόταν να γίνεται στην “ιερή εστία” του σπιτιού.
Επίσης, με το άναμμα του Χριστόξυλου, σε πολλά μέρη οι γεωργοί φέρνουν κοντά στη φωτιά γεωργικά εργαλεία που τα μετατρέπουν σε λιβανιστήρια βάζοντας πάνω κάρβουνα και θυμίαμα, και θυμιατίζουν τα δωμάτια, τα πρόσωπα, τον στάβλο, τα ζώα κ.λπ.
Σε κάποια μέρη διαλέγουν ένα παιδί για να ανακατέψει τη φωτιά, δίνοντάς του ένα ραβδί. Ανακατεύοντας τη φωτιά, λέει την ευχή “Πουλιά, κατσίκια, αρνιά, γρόσια”, δηλαδή την Άνοιξη οι κότες να γεννήσουν πολλά μικρά και να υπάρξει πλούσια κτηνοτροφία που θα φέρει πολλά κέρδη.
Μετά τα Θεοφάνεια, πολλοί μαζεύουν τη στάχτη από το Χριστόξυλο και τη ρίχνουν στις νέες καλλιέργειες, καθώς πιστεύουν ότι έχει χρήσιμες ιδιότητες για τη σοδειά των χωραφιών.
Εκτός από το Χριστόξυλο, στα νησιά και τις παραθαλάσσιες περιοχές της χώρας μας, ιδιαίτερα σημαντικό στολίδι της περιόδου των Χριστουγέννων ήταν (και είναι) το καραβάκι των Χριστουγέννων. Οι οικογένειες των ναυτικών στόλιζαν το παραδοσιακό καραβάκι με κορδέλες, κεράσματα και γλυκά, σε μια προσπάθεια να στείλουν ένα μήνυμα αγάπης στους Έλληνες ναυτικούς και με την ευχή να επιστρέψουν σύντομα στις οικογένειές τους. Ήταν ένα είδος τάματος προς τον Άγιο Νικόλα, προστάτη των ναυτικών, που γιορτάζει στις 6 Δεκεμβρίου. Η παράδοση ήθελε την παραμονή της γιορτής να στολίζουν το καράβι, και αυτό να μένει στο σπίτι όλο τον Δεκέμβριο, μέχρι και το τέλος των γιορτών.
Ας μην ξεχνάμε ότι, στη ναυτική παράδοση, το τιμητικό καλωσόρισμα για όσους επέστρεφαν στα σπίτια τους μετά από ταξίδι, ήταν να τους υποδέχονται με ένα στολισμένο καράβι και ένα γλυκό φιλί. Ένα γλυκό φιλί που οφείλουμε όλοι να δώσουμε αυτή την περίοδο σε όσους αγαπάμε και να μην ξεχάσουμε πως η “μαγεία” είναι να νιώσουμε πάλι παιδιά.

Καλά Χριστούγεννα!