Καούρα: Πού μπορεί να οφείλεται και πώς τη διαχειριζόμαστε

Σύμπτωμα μιας σοβαρής κατάστασης που απαιτεί ιατρική διερεύνηση μπορεί να είναι η καούρα, αυτή η αίσθηση καψίματος στο στήθος, ακριβώς πίσω από το στέρνο. Αν και τα περιστασιακά επεισόδια δεν αποτελούν αιτία συναγερμού και αντιμετωπίζονται με μη συνταγογραφούμενα φάρμακα, στις περιπτώσεις που η ενόχληση αυτή προκύπτει συχνά, ξεπερνά δηλαδή τις 2 φορές την εβδομάδα, δεν πρέπει να αφεθεί αδιάγνωστη η αιτία που την προκαλεί. 

«Σημεία που πρέπει να σας στρέψουν σε αναζήτηση ιατρικής βοήθειας είναι η επιμονή της καούρας παρά τη χρήση φαρμάκων, η δυσκολία στην κατάποση, η επαναλαμβανόμενη ναυτία ή τάση εμέτου, αλλά και η απώλεια βάρους ή η έλλειψη όρεξης», τονίζει ο γενικός χειρουργός, Δρ. Αναστάσιος Ξιάρχος, ιδρυτικό μέλος και πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Ορθοπρωκτικής Χειρουργικής, Ερευνητής και Διδάσκων στο Εργαστήριο Βιοπληροφορικής και Ανθρώπινης Ηλεκτροφυσιολογίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Μερικές από τις αιτίες πρόκλησής της μπορεί να είναι και οι εξής:

• Διαφραγματοκήλη
Φυσιολογικά, το διάφραγμα, ο θολωτός μυς που χωρίζει την κοιλιακή από τη θωρακική κοιλότητα, βοηθά να παραμένει κλειστός ο Kατώτερος Oισοφαγικός Σφιγκτήρας (ΚΟΣ), ο οποίος ενεργεί σαν μία μονόδρομη βαλβίδα, επιτρέποντας τη δίοδο του φαγητού στο στομάχι και κλείνοντας αμέσως μετά την κατάποση, για να αποτρέψει την παλινδρόμηση των υγρών του στομάχου, τα οποία έχουν υψηλή περιεκτικότητα οξέων.
H διαφραγματοκήλη αποτελεί μία κήλη διαφορετικής μορφής από τις συνηθισμένες, καθώς εμφανίζεται εσωτερικά της κοιλίας, συνήθως ως προβολή του στομάχου εντός του θώρακα, μέσω του διαφράγματος. Πρόκειται για μία συχνή πάθηση, καθώς αφορά το 10% του πληθυσμού άνω των 40 ετών, αγγίζοντας το 50% σε ανθρώπους άνω των 70 ετών. Συνήθως προκαλεί συμπτώματα γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης, μεταξύ των οποίων και η καούρα.
Ενδεχομένως, λοιπόν, να πάσχει κάποιος από διαφραγματοκήλη χωρίς να το ξέρει, καθώς οι αναγωγές των γαστρικών υγρών μπορεί να είναι το μοναδικό σύμπτωμα που έχει.

• Εγκυμοσύνη
Οι ορμονικές αλλαγές κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης φαίνεται να αποδυναμώνουν και να χαλαρώνουν τον ΚΟΣ. Ωστόσο, κατά τα τελευταία στάδια της εγκυμοσύνης, η πίεση αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα, καθώς μπορεί να προκαλέσει δυσλειτουργία του σφιγκτήρα.

• Παχυσαρκία
Μελέτες έχουν καταδείξει ότι η πολυφαγία, η ταχυφαγία, η κατανάλωση τροφών υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά, αλλά και ανθρακούχων ποτών είναι συνήθειες που μπορούν να οδηγήσουν σε παλινδρόμηση, που αποτελεί και την αιτία της καούρας.
Η κατανάλωση μεγάλων γευμάτων αυξάνει τις πιθανότητες του συμπτώματος, εξαιτίας της δημιουργίας πίεσης στην κοιλιακή χώρα, όπως συμβαίνει και στις έγκυες γυναίκες λόγω του επιπλέον βάρους τους.
Η απώλεια κιλών είναι ο μοναδικός τρόπος αποφυγής της καούρας που προκαλείται από τον συγκεκριμένο λόγο.

• Αδύναμος Σφιγκτήρας
Περίπου το 25% των ατόμων με γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, μια πάθηση που αποτελεί πρόβλημα όταν τα περιστατικά καούρας είναι επίμονα και επαναλαμβανόμενα, έχουν αδύναμο Kατώτερο Oισοφαγικό Σφιγκτήρα. Η κατάσταση αυτή παρατηρείται συχνότερα σε ηλικιωμένα και παχύσαρκα άτομα.

• Αργή πέψη
Υπάρχουν άτομα με χρόνια καούρα επειδή πάσχουν από γαστροπάρεση, δηλαδή από καθυστερημένη γαστρική κένωση, κατά την οποία η τροφή παραμένει στο στομάχι για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από το κανονικό.
Η νόσος παρατηρείται συχνότερα σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη, εξαιτίας της καταστροφής, από τα χρόνια υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, του πνευμονογαστρικού νεύρου, το οποίο ελέγχει τις συστολές για την προώθηση της τροφής στο στομάχι.

«Η διαχείριση της καούρας γίνεται σχετικά εύκολα, αρκεί να χάσει κάποιος βάρος, να διακόψει το κάπνισμα, να τρώει λιγότερα λιπαρά, πικάντικα και όξινα τρόφιμα. Η ήπια και περιστασιακή καούρα μπορεί να αντιμετωπιστεί και με φάρμακα, όπως τα αντιόξινα. Ο γιατρός είναι αρμόδιος να αξιολογήσει εάν πρέπει ο ασθενής να λαμβάνει αντιόξινα και σε ποια δοσολογία.
Ωστόσο, η καούρα μπορεί να είναι σύμπτωμα ενός σοβαρότερου προβλήματος, όπως η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, η οποία αυξάνει τον κίνδυνο για οισοφαγίτιδα, στένωση, έλκος, αιμορραγία, δυσπλασία, ακόμη και καρκινογένεση. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να αφήνεται ποτέ αδιάγνωστη και αθεράπευτη», συμβουλεύει ο Δρ. Ξιάρχος.