Μείωση της Βλάβης από το Κάπνισμα: Η παραπληροφόρηση, τα παράδοξα και οι τρόποι αντιστροφής τους | Υγεία - planbemag.gr
Plan Be Mag
Υγεία

Μείωση της Βλάβης από το Κάπνισμα: Η παραπληροφόρηση, τα παράδοξα και οι τρόποι αντιστροφής τους

«Η αντίσταση έναντι της μείωσης της βλάβης από το κάπνισμα αυξάνεται αναλογικά με την αύξηση της διείσδυσης των εναλλακτικών νεότερων καπνικών προϊόντων στην αγορά. Οι δε κίνδυνοι για την υγεία από το κάπνισμα καιόμενων τσιγάρων έχουν εσφαλμένα αποδοθεί στη νικοτίνη». Αυτή ήταν μία από τις κυριότερες διαπιστώσεις στις οποίες κατέληξαν διακεκριμένοι ειδικοί στη μείωση της βλάβης από το κάπνισμα, γιατροί και άλλοι επιστήμονες, κατά τη διάρκεια του 6ου Επιστημονικού Συνεδρίου για τη Μείωση της Βλάβης από το Κάπνισμα, το οποίο διοργανώθηκε από τη SCOHRE στις 25 - 26 Σεπτεμβρίου στην Αθήνα.

Μαρία ΛυσάνδρουΜαρία Λυσάνδρου

«Η αντίσταση έναντι της μείωσης της βλάβης από το κάπνισμα αυξάνεται αναλογικά με την αύξηση της διείσδυσης των εναλλακτικών νεότερων καπνικών προϊόντων στην αγορά. Οι δε κίνδυνοι για την υγεία από το κάπνισμα καιόμενων τσιγάρων έχουν εσφαλμένα αποδοθεί στη νικοτίνη». Αυτή ήταν μία από τις κυριότερες διαπιστώσεις στις οποίες κατέληξαν διακεκριμένοι ειδικοί στη μείωση της βλάβης από το κάπνισμα, γιατροί και άλλοι επιστήμονες, κατά τη διάρκεια του 6ου Επιστημονικού Συνεδρίου για τη Μείωση της Βλάβης από το Κάπνισμα, το οποίο διοργανώθηκε από τη SCOHRE  στις 25 – 26 Σεπτεμβρίου στην Αθήνα.

Με περισσότερους από 250 συμμετέχοντες από όλες τις ηπείρους και με συνεδρίες που έθιξαν όχι μόνο ευρωπαϊκά θέματα, αλλά και χωρών της Αφρικής, της Ασίας, της Νοτίου Αμερικής και της Νέας Ζηλανδίας, οι σύνεδροι παρακολούθησαν συζητήσεις που εστίασαν, μεταξύ άλλων, και στην αναφορά εχθρικών πολιτικών απέναντι στη μείωση της βλάβης από το κάπνισμα, χωρίς απαραίτητα να υπάρχει τεκμηρίωση από επιστημονικά δεδομένα. Παρότι η μείωση της βλάβης είναι προς όφελος των καταναλωτών και των ασθενών, αποτελώντας μία από τις συμφωνίες του 1ου άρθρου της Σύμβασης Πλαισίου για τον Έλεγχο του Καπνίσματος (FCTC) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ/WHO) που έχουν υπογράψει 168 μέρη, αυτή δεν φαίνεται να τηρείται.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε, επίσης, στο θέμα της αμφίσημης πληροφόρησης των καταναλωτών, με τους συμμετέχοντες να συμφωνούν στο ότι οι πολιτικές θα έπρεπε να σέβονται το δικαίωμα των καταναλωτών να είναι ενημερωμένοι ουσιαστικά και εμπεριστατωμένα, προκειμένου να κάνουν τις προσωπικές τους επιλογές. Δεδομένου ότι τα αμφίσημα μηνύματα επηρεάζουν την εμπιστοσύνη των καταναλωτών προς τις κυβερνήσεις και τους θεσμούς, η SCOHRE ηγείται μιας συμμαχίας οργανώσεων για τη Μείωση της Βλάβης από το Κάπνισμα με σκοπό να εκπέμψουν ένα ενιαίο μήνυμα κατά των ψευδών ισχυρισμών για τους κινδύνους των νεότερων καπνικών προϊόντων συγκριτικά με το συμβατικό τσιγάρο.

Πώς μπορούν να αναδειχθούν τα οφέλη από τη μείωση της βλάβης;

Το στρογγυλό τραπέζι περί ανάδειξης της μείωσης της βλάβης από το κάπνισμα είχε ως συντονιστή τον Δρ. Δημήτρη Ρίχτερ και επιχείρησε να απαντήσει στο ερώτημα «Τι χρειάζεται, ώστε να αναδειχθούν τα οφέλη από τη μείωση της βλάβης;» (What is needed to showcase the benefits from harm reduction?).

Σύμφωνα με τον David Sweanor, καθηγητή Δικαίου της Υγείας, Πολιτικής Υγείας και Ηθικής στο Πανεπιστήμιο της Οτάβα στον Καναδά, είναι κρίσιμης σημασίας η συγκέντρωση δεδομένων σχετικά με τη μείωση της βλάβης από το κάπνισμα. Κι αυτό μπορεί να γίνει, ανατρέχοντας αρχικά στη ιστορία της Δημόσιας Υγείας και απαντώντας στο εξής βασικό ερώτημα: Γιατί ζούμε περισσότερο σήμερα; Πώς το έχουμε επιτύχει αυτό; Μελετώντας κανείς, λοιπόν, την ιστορία της Δημόσιας Υγείας, θα διαπιστώσει ο τρόπος μέσω του οποίου καταλήξαμε στη σημερινή αύξηση του προσδόκιμου ζωής είναι οι συνεχείς προσπάθειες να εντοπιστούν οι εκάστοτε κίνδυνοι για την υγεία και να βρεθούν τρόποι μείωσής τους.

Δεδομένης της παραπάνω διαπίστωσης, Κυβερνήσεις, Οργανισμοί Υγείας και Καπνοβιομηχανία θα πρέπει να πιεστούν, ώστε να συγκεντρώσουν τα διαθέσιμα δεδομένα και, στη συνέχεια, να ενημερώσουν το κοινό με αξιόπιστο τρόπο σχετικά με τα οφέλη της μείωσης της βλάβης.

«Ο κόσμος αγοράζει τσιγάρα καθημερινά. Έτσι, έχουμε κάθε μέρα την ευκαιρία να παρέμβουμε, παρέχοντας ένα προϊόν που είναι ριζικά λιγότερο επικίνδυνο, δεν προκαλεί βλάβη στους γύρω μας και προκαλεί λιγότερη εξάρτηση. Επίσης, μπορούμε να φροντίσουμε το προϊόν αυτό να είναι ευρύτερα διαθέσιμο σε σχέση με τα τσιγάρα, σε χαμηλότερη τιμή και με ακριβέστερη πληροφόρηση για τον σχετικό κίνδυνο», είπε ο κ. Sweanor, σχολιάζοντας ότι είναι σημαντικό να αντιληφθούν οι καταναλωτές ότι οι άνθρωποι καπνίζουν μεν νικοτίνη, αλλά αυτό που τους σκοτώνει είναι ο καπνός.

Ο Δρ. Fernando Bueno, χειρουργός ογκολόγος, αφού σημείωσε ότι, παρά τους κανόνες που ισχύουν εδώ και 20 χρόνια, 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι εξακολουθούν να καπνίζουν, υπογράμμισε ότι η επιστήμη αποτελεί θεμέλιο λίθο στην καταπολέμηση του καπνίσματος. «Η συζήτηση για τον έλεγχο του καπνίσματος θα πρέπει να στηρίζεται σε επιστημονικά επιχειρήματα και κλινικά δεδομένα, μακριά από απλές απόψεις και συναισθηματικές αντιδράσεις. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να σημειωθεί πρόοδος στην καταπολέμηση του καπνίσματος», είπε ο δρ. Bueno, προσθέτοντας ότι οι προτεραιότητες του αγώνα κατά του καπνίσματος θα πρέπει να επικεντρωθούν στα καιόμενα προϊόντα.

Μάλιστα, εξέφρασε την αισιοδοξία του ως προς τον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η Ισπανία στην αποτελεσματικότερη διαχείριση του καπνίσματος αναλαμβάνοντας την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ τόνισε ότι η Πρόληψη θα πρέπει να αποτελέσει βασικό πυλώνα. Κάνοντας, δε, λόγο για την επερχόμενη Σύνοδο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας στον Παναμά σχετικά με τον έλεγχο του καπνού (WHO FCTC), ο Δρ. Bueno υπογράμμισε ότι είναι πλέον ανάγκη ο Οργανισμός να στραφεί προς νέους, καινοτόμους τρόπους αντιμετώπισης του καπνίσματος, καθώς ο αριθμός των ανθρώπων που διακόπτουν το κάπνισμα με παραδοσιακούς τρόπους διεθνώς είναι πολύ μικρός.

Κρίσιμης σημασίας η εκπαίδευση και η ενσυναίσθηση

Ακολούθως η κ. Marewa Glover, ακαδημαϊκός στον τομέα της Δημόσιας Υγείας, με ειδίκευση στη διακοπή του καπνίσματος, αναφερόμενη στην περίπτωση της Νέας Ζηλανδίας, η οποία θεωρείται επιτυχημένη ως προς το θέμα αυτό, σχολίασε ότι η εφαρμοζόμενη πολιτική στη χώρα της δεν θα έπρεπε πλέον να αντιγράφεται ως παραδειγματική. Για την ίδια, Νο1 προτεραιότητα σχετικά με τη διακοπή του καπνίσματος πρέπει να είναι η εκπαίδευση, και όχι οι φόροι. Κι αυτό, διότι στη Νέα Ζηλανδία η φορολογία είναι δυσανάλογα υψηλή σε σχέση με το εισόδημα, με αποτέλεσμα οι καταναλωτές χαμηλότερης κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης, οι οποίοι αποτελούν και την κύρια ομάδα καπνιστών της χώρας, να αναζητούν άλλους τρόπους εξασφάλισης τσιγάρων, αφού πλέον δεν είναι σε θέση να αγοράσουν τα νόμιμα τσιγάρα: είτε καταφεύγουν στη μαύρη αγορά, είτε κάνουν περικοπές από τον προϋπολογισμό τους για σίτιση.

Επιπλέον, η κ. Glover έδωσε μεγάλη έμφαση στο ότι η συμπόνια και η ενσυναίσθηση απέναντι στους καπνιστές φαίνεται πλέον να εκλείπουν, οδηγώντας συχνά σε στιγματισμό και περιθωριοποίησή τους. Για να προσθέσει, τελικά, ότι το να ζει κανείς κάτω από απολυταρχικούς κανόνες αποτελεί, από μόνο του, μία μη υγιή συνθήκη.

Ένα ευρωπαϊκό παράδοξο

Παίρνοντας τον λόγο ο καθηγητής Κωνσταντίνος Φαρσαλινός, καρδιολόγος και ερευνητής στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, σχολίασε ότι το πρόβλημα σήμερα είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που πρώτα αποφασίζουν ότι κάτι είναι κακό και μετά μπαίνουν στη διαδικασία να ψάξουν για αποδείξεις που να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς τους.

Ο ίδιος αναφέρθηκε στο παράδειγμα της Σουηδίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τονίζοντας ότι, σήμερα, η Σουηδία είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο απαλλαγμένη από τσιγάρο (smokefree), παρά το ότι η χρήση νικοτίνης στη χώρα είναι γύρω στο 24%, ποσοστό παρόμοιο με εκείνο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η διαφορά έγκειται, ωστόσο, στο ότι στη συγκεκριμένη χώρα η συντριπτική πλειονότητα χρήσης νικοτίνης προέρχεται από το SNUS, ενώ στην Ευρώπη από τα τσιγάρα. Ως αποτέλεσμα, οι θάνατοι από καρδιαγγειακή νόσο, καρκίνο του πνεύμονα και άλλους τύπους καρκίνου είναι οι μισοί ή και λιγότεροι στη Σουηδία, συγκριτικά με την υπόλοιπη Ε.Ε. Πρόκειται εδώ για ένα παράδειγμα από τον «πραγματικό κόσμο», με τα καλύτερα δυνατά μακροχρόνια επιδημιολογικά δεδομένα σχετικά με τον μειωμένο κίνδυνο. Κι όμως, ενώ δεν υπάρχουν καθόλου επιδημιολογικά δεδομένα που να αποδεικνύουν ότι το SNUS αποτελεί προϊόν υψηλού κινδύνου, έχουμε το παράδοξο της απαγόρευσής του από την Ευρωπαϊκή Ένωση. «Αυτό αποτελεί ένα σκάνδαλο για τη δημόσια υγεία», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Φαρσαλινός.

Απαραίτητα τα σωστά και ξεκάθαρα μηνύματα περί εναλλακτικών προϊόντων

Εκπροσωπώντας τους καταναλωτές, ο κ. Martin Cullip του Κέντρου Προστασίας Φορολογουμένων Καταναλωτών, ανέφερε εμφατικά ότι αυτό που χρειάζεται είναι να επικοινωνηθεί σωστά η σημασία της μείωσης της βλάβης: «Τα επιστημονικά δεδομένα περί οφέλους της μείωσης της βλάβης υπάρχουν μεν, αλλά αυτό που επείγει πραγματικά είναι τα μηνύματά μας να είναι δυνατά και ξεκάθαρα», υπογράμμισε σε όλους τους τόνους ο κ. Cullip, σημειώνοντας ότι χρειάζεται ένα αντίβαρο στην παραπληροφόρηση που αυτή τη στιγμή φαίνεται να υπερισχύει. Σχολίασε, μάλιστα, ότι οι καταναλωτές βρίσκονται σε σύγχυση λόγω των ανάμεικτων μηνυμάτων που λαμβάνουν σχετικά με τα εναλλακτικά προϊόντα καπνίσματος, γεγονός που εκμεταλλεύονται όσοι είναι αντίθετοι με τα προϊόντα αυτά. Πρόσθεσε, δε, ότι εάν τα προϊόντα αυτά απαγορευτούν τώρα, όπως φαίνεται να επιθυμεί ο ΠΟΥ, θα πρέπει να περιμένουμε 60 χρόνια μέχρι να αντιστραφεί αυτή η απαγόρευση. Γι’ αυτό και πρέπει να αποφευχθεί, πάση θυσία, ο στιγματισμός των εναλλακτικών προϊόντων.

Τέλος, ο κ. Heino Stover, καθηγητής Κοινωνικών Επιστημών και ερευνητής σχετικά με τον Εθισμό στο πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης, αναφέρθηκε στο παράδειγμα της Σουηδίας, σχολιάζοντας ότι η χώρα αυτή αποτελεί πρότυπο, αφ’ ενός, επειδή διαθέτει μία μακρά παράδοση στη χρήση του SNUS και των εμπλάστρων νικοτίνης και, αφ’ ετέρου, επειδή έχει αποδεχθεί ότι τα προϊόντα νικοτίνης χαμηλού κινδύνου μπορούν να σώσουν ζωές και δεν τα έχει απαγορεύσει.

Επιπλέον, σχολίασε ότι πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν το γεγονός ότι η νικοτίνη έχει την τάση να είναι εθιστική. Έχοντας αυτό ως δεδομένο, αποδεικνύονται πολύ πιο αποτελεσματικές οι λύσεις που θα βασίζονται σε τρόπους μείωσης του κινδύνου και της βλάβης από το κάπνισμα, παρά εκείνες που θα βασίζονται σε απαγόρευση προϊόντων.