Λύσσαξες να αρθούν τα µέτρα, να ανοίξουν τα καφέ και τα εστιατόρια, να ελευθερωθούν οι µετακινήσεις και να κάνεις τη ζωάρα που έκανες παλιά. Γιατί, πσυχούλα µου; Καλά δεν ήµασταν µέχρι τώρα;
Σε χάλασε που ξύπναγες και δεν είχες άγχος τι θα φορέσεις, για να πας δουλειά; Σε ενόχλησε που δεν χρειαζόταν καµία απολύτως δικαιολογία για να αποφύγεις καφέδες, ποτάρες και µαζώξεις µε άτοµα που βαριέσαι οικτρά, αλλά… πρέπει;
Μήπως σε πείραξε που έτρωγες σαν βόδι και δεν σ’ ένοιαζε τίποτα, παρά µόνο αν είναι γερά τα θεµέλια του σπιτιού για να σε αντέξουν;
Το ότι, πάλι, δεν είδες το σόι τόσο καιρό, µεγάλη απώλεια κι αυτή, πσυχούλα µου. Που τρωγόσουνα µε όλους στα εορταστικά τραπέζια και δεν έβλεπες την ώρα να γυρίσεις σπίτι, στην ησυχία σου. Τώρα φαγώθηκες να τους δεις, κι αν είστε όλοι εµβολιασµένοι, να κάνετε και αγκαλίτσες και φιλάκια, και χαρούλες, και λόγια γλυκά. Έλεος κάπου!
Να, λοιπόν, που ανοίγουν σιγά-σιγά όλα (µάλλον), και θα µπορέσεις να επανέλθεις, έστω και µερικώς, στην κανονικότητά σου. Να δούµε πώς θα το διαχειριστείς αυτό, πσυχούλα.
Που θα βαράνε τα τηλέφωνα απ’ όλους τους εξίσου λυσσαλέους φίλους, γνωστούς και λοιπούς συγγενείς, οι οποίοι θα θέλουν παραλία, καφέ, φαΐ, εκδροµή, µπάτζι τζάµπινγκ, και δεν συµµαζεύεται.
Να δούµε και τι ρούχα θα βάλεις για να τα κάνεις όλα αυτά, τώρα που δεν χωράµε ούτε σε αντίσκηνο µε τα κιλά της καραντίνας.
Και να δούµε, επίσης, τι δικαιολογία θα βρεις να πεις στο σόι, που πέρασε ένας ακόµη χρόνος και «πάλι προκοπή και στεφάνι από σένα δεν είδαµε ακόµη». ∆εν ήταν η ιδανική περίοδος για περισυλλογή, βιντεοκλήσεις ζευγαρώµατος και ανταλλαγή αιώνιων όρκων αγάπης µε µασκούλες και αντισηπτικά, αντί για ρύζι; Έλα, µην ακούω φτηνές δικαιολογίες.
Να δω, επίσης, για πόσο θα κρατήσουν αυτές οι χαρούλες της απελευθέρωσης και πότε θα αναφωνήσεις “Ιναφ! Καραντίνα για µια ζωή!”.
Είναι όλα ζήτηµα χρόνου…
Μέχρι τότε, ας χαρούµε αυτή την ελευθερία, γιατί κανείς δεν ξέρει πόσο θα κρατήσει, και όλα τα άλλα θα τα βρούµε στην πορεία.
Κι επειδή θα µε πείτε υπερβολικό, οφείλω να αναγνωρίσω ότι φτάσαµε όλοι σε οριακό σηµείο. Ότι χρειαζόµαστε µια βόλτα για ένα καφέ, να αλλάξουµε λίγο παραστάσεις, να δούµε από κοντά τους πολύ δικούς µας ανθρώπους που στερηθήκαµε τόσο καιρό. Να νιώσουµε ξανά οι “κανονικοί” της νέας κανονικότητας, να ξεκολλήσουµε λίγο από τους υπολογιστές, τα κινητά και τις κατσαρόλες, και να πάρουµε µία ανάσα.
Άλλη χάρη έχει, εδώ που τα λέµε, να τσεκάρεις µηνύµατα, mails και σόσιαλ µίντια σε µια καφετέρια, έχοντας δίπλα σου τους φίλους σου, που θα κάνουν ακριβώς το ίδιο µέχρι να φύγετε. Και άλλη γλύκα έχει να µπορείς να στριµωχτείς σε διάφορους δήµους και νοµούς της χώρας, και όχι µόνο στον δικό σου. Τι, όχι; Ήρεµα ρωτάω…
Θεόδουλος Παπαβασιλείου
t.papavasiliou@tpb.gr


