Πριν λίγα χρόνια, κάθε νοικοκυριό που σεβόταν τον εαυτό του ήθελε να συνδεθεί με το φυσικό αέριο. Θυμάμαι με πόση λαχτάρα περιμέναμε τις πολυπόθητες γραμμές να περάσουν κάτω από τα σπίτια μας. «Θα σωθούμε!», λέγαμε τότε, σίγουροι ότι αυτή η αλλαγή θα μας πήγαινε σε άλλη διάσταση. Τώρα που σχεδόν όλοι έχουμε τη σύνδεση, έγινε το γύρισμα – «τουίστ» το λένε στα σενάρια. Εκεί που η πλοκή βαίνει ομαλά, πέφτει πάνω σε σαμαράκι και αλλάζουν όλα για να δυσκολέψουν τον πρωταγωνιστή.
Βέβαια οι πρωταγωνιστές, εμείς δηλαδή, έχουμε δυσκολευτεί αρκετά τα τελευταία χρόνια. Πάμε από τη μια κρίση στην άλλη: κρίση οικονομική, κρίση υγειονομική… Τώρα έφτασε και η ώρα της ενεργειακής κρίσης. Και όσο κι αν παραπονιόμαστε ότι συμβαίνει μόνο σ’ εμάς, η αλήθεια είναι ότι η ανθρωπότητα ανέκαθεν ζούσε –και θα ζει– σε μια λούμπα κρίσεων.
Η Ευρώπη έφτιαξε ήδη, από το καλοκαίρι, λίστες με μέτρα, και η κάθε χώρα ανακοίνωσε τον δικό της χάρτη, πάνω στον οποίο πρέπει να κινηθούν οι πολίτες της. Οι οποίοι παθαίνουν από τώρα μικρά εγκεφαλικά, βλέποντας τους λογαριασμούς που έρχονται στο ταχυδρομικό κουτί και τα λεφτά που εξανεμίζονται από το πορτοφόλι τους, πριν καλά-καλά μπούνε.
Η ακρίβεια στα τρόφιμα βαραίνει το καλάθι του νοικοκυριού. «Κάνουν τις συσκευασίες πιο μικρές και αφήνουν ίδια την τιμή, μειώνουν τις προσφορές», εξηγεί ένας πωλητής σούπερ μάρκετ. Αν δεν το παρατηρήσατε ακόμα, θα το καταλάβετε σύντομα. Το ρύζι που σας τελείωνε σε δύο βδομάδες, τώρα θα σας τελειώνει σε δέκα μέρες.
«Θα έχουμε ελαφρύ χειμώνα, τι λένε οι προβλέψεις;», ρωτάνε οι παρουσιαστές τους μετεωρολόγους. Κι εσύ, ο τηλεθεατής, τους κοιτάς εκλιπαρώντας για μια ανακουφιστική απάντηση. Ξέρεις ότι θα κρυώσεις μέσα στο σπίτι σου, αλλά εύχεσαι τουλάχιστον να κρυώσεις για λιγότερες μέρες.
Από τη μια το φυσικό αέριο, από την άλλη το ηλεκτρικό. «Πώς θα τη βγάλουμε φέτος;», η μεγάλη σπαζοκεφαλιά. «Πήρα λάμπες πετρελαίου», λέει ένας κύριος σε τηλεοπτικό ρεπορτάζ και, ξαφνικά, σου μπαίνουν ιδέες: Μήπως να το κάνω κι εγώ; Μήπως να ζω με λάμπες και κεριά, σαν να είμαι στο 1920; Έτσι κι αλλιώς, έχω την οθόνη του κινητού να φωτίζει. Θα ζήσουμε έναν σουρεαλισμό φέτος, να το θυμηθείτε. Θα την περάσουμε στο ημίφως και θα μετράμε τη βενζίνη με τα χιλιόμετρα. Άλλος βραχνάς κι αυτός, ειδικά για όποιον πρέπει να διανύει αποστάσεις.
Πάρε τα μέσα μαζικής μεταφοράς, σου λένε τα κράτη. Πάντα το έλεγαν, αλλά τώρα το τονίζουν. Σε κάποιες χώρες, οι πολίτες προτιμούν να μετακινούνται με τα μέσα, αλλά έχουν και μέσα που διευκολύνουν πραγματικά την καθημερινότητά τους. Αν αισθάνεσαι σα να παίζεις στο «Περιμένοντας τον Γκοντό», όταν περιμένεις στη στάση του λεωφορείου, ή έχει απεργία στο μετρό τις μέρες που δουλεύεις, τότε η επιλογή τού να μετακινηθείς στην πόλη με τα μέσα γίνεται μια βόλτα πάνω σε κινούμενη άμμο.
Ωστόσο, για να τα λέμε όλα, το μονοπάτι στο οποίο μας βάζει τώρα η ενεργειακή κρίση (κάπως απότομα, είναι αλήθεια), είναι ένα μονοπάτι που, ούτως ή άλλως, πρέπει να βαδίσουμε ως ανθρωπότητα. Το «αύριο» της μετακίνησης σ’ αυτόν τον πλανήτη δεν είναι να παίρνεις το αμαξάκι που καίει βενζίνη, αλλά να χρησιμοποιείς πιο φιλικά προς το περιβάλλον οχήματα. Το μέλλον απαιτεί να μην καις κλιματιστικό τριάντα ώρες την ημέρα, και να μην έχεις ανοιχτά τα φώτα του σπιτιού σου χωρίς λόγο. Το «αύριο» θέλει να μειώσεις την κατανάλωση από μόνος σου, σε όλα. Στη ντουλάπα, στην κουζίνα, στη θέρμανση, στη μετακίνηση, και στο φαΐ που τρως ακόμα, εφόσον οι στατιστικές λένε ότι η Δυτική κοινωνία πετάει τόνους φαγητού στα σκουπίδια.
Κάποιες χώρες, παρόλο που τώρα αναγκάζονται να φορτσάρουν, είχαν μπει ήδη στη λογική της ενεργειακής οικονομίας. Η χώρα μας δεν πρωτοπορεί συνήθως σ’ αυτά, και πολλά από τα μέτρα που έχουν ληφθεί τώρα είναι μέτρα που θα έπρεπε να ισχύουν από καιρό. Για παράδειγμα, στο Δημόσιο. Ο θερμοστάτης και η συντήρηση των συστημάτων ψύξης και θέρμανσης, η απενεργοποίηση του φωτισμού και των συσκευών όταν δεν χρησιμοποιούνται ή ο φυσικός αερισμός του κτιρίου, μερικά δηλαδή από τα μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση, είναι πράγματα που θα έπρεπε να γίνονται ήδη, και χωρίς την ανάγκη του μέτρου περί ενεργειακού υπευθύνου, ο οποίος θα ελέγχει αν η δημόσια υπηρεσία συντονίζεται με τους κανόνες. Που σημαίνει ότι η χώρα δεν έχει την παιδεία για να ακολουθήσει τους κανόνες.
Ένα πολίτης περιβαλλοντικά ευαίσθητος δεν χρειάζεται μπαμπούλα πάνω από το κεφάλι του να του υπενθυμίζει το αυτονόητο.
Όπως και να ‘χει, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται φέτος να διαχειριστούν μια κρίσιμη κατάσταση. Συστήνουν στους Ευρωπαίους να χαμηλώσουν τους θερμοστάτες και να κάνουν πιο σύντομα ντους, ενώ τα μέτρα υποχρεώνουν και σε μείωση της θερμοκρασίας στις δημόσιες πισίνες, όπως και στο κλείσιμο του εξωτερικού φωτισμού των δημόσιων κτιρίων κατά τη διάρκεια της νύχτας. Οι κυβερνήσεις υπόσχονται ότι θα φροντίσουν να ενισχύσουν την αίσθηση ασφάλειας με άλλους τρόπους στις πιο σκοτεινές φέτος πόλεις, αλλά όλοι καταλαβαίνουμε ότι αυτό είναι ένα δύσκολο στοίχημα για να κερδηθεί.
Πάντως, ο πυρήνας της λογικής των μέτρων είναι η υποχρεωτική μείωση της κατανάλωσης, τόσο στα νοικοκυριά, όσο και στις εταιρείες, βιομηχανίες, δημόσιες υπηρεσίες κ.λπ., για να μη γίνει αναγκαία η ακραία λύση των διακοπών ρεύματος. Ετοιμαστείτε, λοιπόν, για οικονομία. Η οποία, στην πράξη, σύμφωνα πάντα με όσα έχουν προταθεί, είναι να μειώνουμε υποχρεωτικά την ηλεκτρική ενέργεια κατά 5% τις ώρες αιχμής, δηλαδή από τη μία το μεσημέρι έως τις τέσσερις το απόγευμα, κι από τις οκτώ έως τις δέκα το βράδυ.
Ο συγχωρεμένος ο παππούς μου, αν ζούσε και τα διάβαζε όλα αυτά, θα χαμογελούσε με ευχαρίστηση. Έτσι κι αλλιώς, κάθε φορά που ερχόταν σπίτι μας, μας κυνηγούσε και έκλεινε πίσω μας διακόπτες. «Πάλι ξέχασες το φως του μπάνιου ανοιχτό;», «Τι τη θες την τηλεόραση αναμμένη, αφού δεν είσαι στο δωμάτιο;», «Τροπικό δάσος το κάνατε το σπίτι, κλείστε τη θέρμανση!», «Πάλι ντους θα κάνεις; Το πρωί έκανες!».
Ξαναθυμάμαι μία-μία τις ατάκες του. Είμαι σίγουρη ότι κάπου, σε κάποιο μπαούλο αναμνήσεων, έχετε κι εσείς παρόμοιες ατάκες από δικούς σας παππούδες και γιαγιάδες. Οι παλιοί ξέρανε, είχαν μέσα τους το μικρόβιο της οικονομίας – της ενεργειακής και όποιας άλλης, δεν έχει σημασία. Οι παλιοί ήταν οικονόμοι από κάθε άποψη. Το θέμα είναι τι θα κάνουμε εμείς, οι νεότεροι, που αγαπήσαμε τον υπερκαταναλωτισμό και τη σπατάλη.
Θα τα καταφέρουμε; Ιδού το ερώτημα.
Υ.Γ. Σε πρώτη φάση, ας δούμε μήπως κανένα φως στο σπίτι μας καίει τζάμπα.



