Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών» | Συνεντεύξεις - planbemag.gr
Plan Be Mag
Συνεντεύξεις

«Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών», στο Θέατρο Βρετάνια: Κουβεντιάζοντας με τους συντελεστές

Την ιστορία την έχουμε μάθει μέσα από μια εμβληματική ταινία – μια ταινία που όποιος την έχει δει, την έχει λατρέψει. Κι όμως, παρακολουθώντας κανείς τον «Κύκλο των Χαμένων Ποιητών» στο Θέατρο Βρετάνια, είναι σίγουρο ότι θα λατρέψει και την παράσταση εξίσου. Βλέποντας τον τόσο ενθουσιασμό και την αγάπη στα πρόσωπα των νεαρών ηθοποιών που υποδύονται τους μαθητές του Λυκείου Γουέλτον, αλλά και την τόση ζεστασιά με την οποία μιλάνε για το έργο ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης που το σκηνοθέτησε και ο Τάσος Χαλκιάς που ενσαρκώνει τον συντηρητικό διευθυντή του σχολείου, αντιλαμβάνεσαι αμέσως ότι το πράγμα είναι μονόδρομος: Δεν γίνεται να μην το δεις...

Μαρία ΛυσάνδρουΜαρία Λυσάνδρου

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΣΠΙΩΤΗΣ, ο σκηνοθέτης
Γιατί τώρα το έργο αυτό;
Θεωρώ ότι τώρα είναι μία πάρα πολύ ωραία εποχή, για να επιδράσει το συγκεκριμένο έργο στο κοινό, όπως επέδρασε και σ’ εμάς όταν το πρωτοείδαμε – δηλαδή να μας κάνει, μέσω της Ποίησης, να αγαπήσουμε τη ζωή την ίδια. Δουλεύοντας αυτή την παράσταση, παρατηρείς ότι το πράγμα είναι απολύτως σύγχρονο, το πώς, δηλαδή, ένας άνθρωπος, μέσα από τις λέξεις και τις ιδέες που κρύβονται πίσω από τις λέξεις, μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
Γι’ αυτό, λοιπόν, αυτό το έργο τώρα. Είναι ένα έργο πολύ σημαντικό και βαθιά πολιτικό, για μένα. Ταυτόχρονα, πρόκειται για μια μεγαλειώδη ιστορία με μπόλικο συναίσθημα, που θίγει πολλά κοινωνικά θέματα – τις γονεϊκές σχέσεις, τις σχέσεις των παιδιών με τους δασκάλους τους…
Και το βασικότερο: μιλάει για την Παιδεία. Αν αυτή η εποχή δεν είναι μια εποχή, στην οποία επιβάλλεται να ανοίξουμε μια συζήτηση για την Παιδεία, τότε ποια είναι; Δυστυχώς, αυτή είναι η πιο κατάλληλη εποχή.

Έχει γίνει κάποια προσαρμογή στο έργο (το οποίο διαδραματίζεται το 1959), προκειμένου να έρθει πιο κοντά στο «σήμερα» ή θα δούμε τα πάντα έτσι όπως τα ξέρουμε από την ταινία;
Έχω φέρει το έργο στη δεκαετία του ’60. Αλλά είμαι ένας σύγχρονος άνθρωπος, οπότε και ο τρόπος που το επικοινωνώ είναι αντίστοιχος. Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούμε στην εποχή της ταχύτητας του Ίντερνετ για μένα δεν είναι καθόλου αμελητέος, γι’ αυτό και θεωρώ ότι πρέπει να τον λαμβάνουμε υπ’ όψιν μας.
Πολλά πράγματα, λοιπόν, αντιστοιχούν στο πώς εγώ λειτουργώ στη ζωή μου, γι’ αυτό και δεν τα λέω καν «σύγχρονα» – τα λέω «εδώ και τώρα». Αν εμένα δεν με «αγγίζει» κάτι, δεν έχω κανένα λόγο και να το προτείνω.

Θεωρείς ότι η Ποίηση μπορεί να μιλήσει στην καρδιά των σημερινών παιδιών, τα οποία έχουν εντελώς διαφορετικές προσλαμβάνουσες, με τα social media, και είναι μονίμως με ένα κινητό στο χέρι;
Η Ποίηση δημιουργήθηκε από ανθρώπους και απευθύνεται σε ανθρώπους. Άρα, πάντα μπορεί να μιλήσει στις καρδιές τους. Το θέμα είναι το τι «τροφή» δίνουμε εμείς στους νεότερους, με τον ίδιο τρόπο που η μαμά μου αποφασίζει αν θα φάω τηγανιτές πατάτες ή ένα μήλο.

Σε προβλημάτισε καθόλου σκηνοθετικά το γεγονός ότι η ταινία είναι τόσο γνωστή, ώστε οι περισσότεροι θεατές να έρχονται έχοντας στο κεφάλι τους ένα συγκεκριμένο σημείο αναφοράς;
Όχι, δεν με προβλημάτισε καθόλου. Εγώ είμαι άνθρωπος των γραπτών, διαβάζω ένα κείμενο και ή μου μιλάει, ή δεν μου μιλάει. Ούτε έχω στο μυαλό μου το αν κάτι έχει γίνει ξανά – δεν με αφορά, δεν μπαίνω σ’ αυτή τη διαδικασία. Εγώ διάβασα ένα έργο, μου «μίλησε» και θεώρησα ότι μπορώ να μοιραστώ κάποια πράγματα μέσα από αυτό. Γι’ αυτό κάνω αυτή τη δουλειά.

Είναι ένα έργο πολύ σημαντικό και βαθιά πολιτικό, για μένα. Ταυτόχρονα, πρόκειται για μια μεγαλειώδη ιστορία με μπόλικο συναίσθημα.

Ούτε και το θεώρησες ενός είδους «πρόκληση», επειδή η ταινία είναι τόσο γνωστή, να φανταστώ…
Όχι. Αλλά αυτό είναι το καλό της ταινίας, το ότι θα λειτουργήσει προωθητικά. Η ταινία, όμως, είναι ένα εντελώς άλλο προϊόν, είναι μια Τέχνη εντελώς διαφορετική από το θέατρο. Κάθε είδος χρειάζεται διαφορετική προσέγγιση.
Για μένα τα έργα είναι το ποιος τα κάνει. Ο «Άμλετ», για παράδειγμα, έχει γίνει από χιλιάδες διαφορετικούς ανθρώπους. Αλλά είναι ο «Άμλετ»: ξεκινάει από ένα γραπτό!

Ποιο είναι, για σένα, το «δυνατό χαρτί» αυτής της παράστασης;
Οι ηθοποιοί της. Πιστεύω ακράδαντα ότι οι άνθρωποι που θα έρθουν, θα παρακολουθήσουν μια πολύ ωραία παράσταση. Έχουμε πολύ καλούς ηθοποιούς, οι οποίοι έχουν γίνει όλοι μια ομάδα που λέει την ίδια ιστορία. Έχω πολύ αξιόλογους ανθρώπους στην παρέα αυτή – και πάνω, και κάτω από τη σκηνή. Νοιάζεται ο ένας για τον άλλο, έχουν όλοι πολλή όρεξη και, γενικώς, «παίζουν πολύ καλή μπαλίτσα».

ΤΑΣΟΣ ΧΑΛΚΙΑΣ, διευθυντής Νόλαν

Το να καλείται ένας ηθοποιός να ενσαρκώσει στο θέατρο έναν ρόλο πολύ γνωστό από τον κινηματογράφο αποτελεί πρόκληση; Είναι κάτι που φέρνει μαζί του επιπλέον δυσκολίες;
Όχι… Είναι μεν κάτι που έχεις στο μυαλό σου αναλαμβάνοντας τον ρόλο, αλλά εγώ θα σου πω ότι ούτε πρόκληση αποτελεί, ούτε έχει επιπλέον δυσκολίες.
Σε ό,τι με αφορά προσωπικά, κάθε φορά που μου προτείνεται ένας νέος ρόλος μέσα από ένα έργο που αρέσει και σ’ εμένα, αρχίζει μία αγωνία επικοινωνίας με τον ίδιο τον ρόλο, βάζεις κάτω τα δεδομένα σου για το πώς θα τον προσεγγίσεις και ποιοι άνθρωποι μπορούν να σε βοηθήσουν σε αυτό σου το «δρομολόγιο» – με πιο σημαντικό από όλους τον σκηνοθέτη, ο οποίος θα πρέπει να έχει και ιδιαίτερες γνώσεις υποκριτικής. Όταν ο σκηνοθέτης είναι και ο ίδιος ένας σημαντικός ηθοποιός και «λογάει» από υποκριτική, τότε τα πράγματα γίνονται πολύ ευκολότερα.
Και, βέβαια, υπάρχει κι αυτό το στοιχείο της «πρόκλησης», αλλά όχι με την έννοια που με ρώτησες. Μιλάμε γι’ αυτή την πρόκληση που υπάρχει σε όλους τους καινούργιους ρόλους που εσύ καλείσαι κάθε φορά να «γνωρίσεις».
Αλλά το πόσες φορές έχει παιχτεί ένας ρόλος ή ποιος τον είχε παίξει πριν από μένα δεν με αφορά καθόλου. Δεν είδα καν την ταινία, για να τη θυμηθώ… Γιατί, αν τη δω, μοιραία θα επηρεαστώ, και δεν το θέλω. Εκτός κι αν τον ρόλο τον έχει παίξει ο Λόρενς Ολιβιέ, οπότε εκεί λες «Τι δουλειά έχω εγώ εδώ; Άντε γεια!». (γέλια)

Διαβάζοντας, λοιπόν, τον ρόλο του διευθυντή Νόλαν, ποιο θεωρείτε ότι είναι το πιο ενδιαφέρον του στοιχείο;
Σίγουρα, σε προσωπικό επίπεδο, δεν έχω καμία επικοινωνία με την ιδιοσυγκρασία του συγκεκριμένου χαρακτήρα. Και δεν έχω, διότι στον χαρακτήρα μου δεν υπάρχει ούτε κάτι το αυταρχικό, ούτε κάτι το αλαζονικό, ούτε κάτι το άκρως εγωιστικό – τρία χαρακτηριστικά που, μοιραία, εμπεριέχει ο χαρακτήρας του Νόλαν, ο οποίος ασκεί μια μορφή εξουσίας στους μαθητές του, προκειμένου να γίνει σεβαστός ή και να τον φοβούνται.
«Αν κάτι δεν το φοβάσαι, δεν το σέβεσαι κιόλας», λέει η παροιμία, κι ας μην ισχύει αυτό καθόλου στην πραγματικότητα. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, μιλάμε για έναν άνθρωπο που κληρονόμησε τη συγκεκριμένη θέση, μέσα σε ένα σχολείο που είχε ένα συγκεκριμένο τρόπο να «παράγει» μαθητές και σπουδαστές. Επιλέγει, λοιπόν, αυτόν τον «πατροπαράδοτο» τρόπο συμπεριφοράς, για να τα βγάλει κι εκείνος πέρα.
Προσωπικά, αυτά τα στοιχεία δεν υπάρχουν σ’ εμένα – εγώ δεν ακολούθησα καν τα χνάρια του πατέρα μου για να μεγαλώσω τα παιδιά μου, ούτε καν την «πεπατημένη» στο πώς μεγαλώνουν τα παιδιά. Ο ρόλος αυτός είναι από τους λίγους που, μόλις τελειώσει η παράσταση, τον «πετάω» αμέσως από πάνω μου, μην τυχόν και μου μείνει κάτι!

Για μένα, το δυνατό στοιχείο του έργου είναι αυτοί οι νέοι ηθοποιοί που υποδύονται τους σπουδαστές.

Και ποιο θα λέγατε εσείς ότι είναι το «δυνατό χαρτί» αυτής της παράστασης;
Θα αναφερθώ στον Άνθρωπο. Οτιδήποτε ξεκινάει από τον άνθρωπο, καλό είναι να επιστρέφει και πάλι στον άνθρωπο. Γι’ αυτό ο καπιταλισμός δεν είναι καλό οικονομικό σύστημα – είναι καλό μόνο για τον εαυτό του, για κανέναν άλλον!
Τι εννοώ, λοιπόν, με τον «Άνθρωπο»: Υπάρχει μια κεντρική ιδέα στο έργο, κι αυτή είναι η «εκπαίδευση». Η εκπαίδευση στην ηλικία που ο άνθρωπος είναι ακόμα «σφουγγάρι», που αφομοιώνει ακόμη τη Γνώση.
Για μένα, το δυνατό στοιχείο είναι αυτοί οι νέοι ηθοποιοί που υποδύονται τους σπουδαστές, οι οποίοι εκφράζουν τις αγωνίες τους, τον υπό διαμόρφωση χαρακτήρα τους, τις φιλίες που γεννιούνται μεταξύ τους, ακόμα και τις λυκοφιλίες, τη ζήλια που μπορεί να νιώσει κάποιος για κάποιον άλλον, επειδή τον κοίταξε η κοπελιά που τον ενδιέφερε. Όλα αυτά είναι στοιχεία των ανθρώπων σε εκείνη την τρομερά ενδιαφέρουσα ηλικία, κατά την οποία οδεύουν προς τον ανδρισμό. Αυτό, λοιπόν, είναι το κυρίαρχο στοιχείο της παράστασης, το οποίο λειτουργεί στην εντέλεια και πιστεύω ότι θα εντυπωσιάσει. Διότι δεν είναι καθόλου εύκολο να έχεις σε κάθε παράσταση δέκα τέτοια πολυτάλαντα πλάσματα πάνω στη σκηνή. Ούτε και τώρα ήταν εύκολο, αλλά, χάρη στον Κωνσταντίνο Ασπιώτη, το καταφέραμε. Και όχι μόνο χάρη στον Κωνσταντίνο, αλλά και σε όλους τους υπόλοιπους συντελεστές της παράστασης.

ΤΑ ΑΓΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

● Είχε κάποιος από εσάς στο σχολείο κάποιον δάσκαλο ή καθηγητή σαν τον Τζον Κήτινγκ, που να τον επηρέασε όσο ήταν μαθητής;
Θησέας Παπαπαναγιώτου: Εγώ στην Ε’ και Στ’ Δημοτικού είχα ένα δάσκαλο, τον κ. Ανδρέα Τόλογλου, ο οποίος μας είχε βάλει σε μια διαδικασία να τυπώνουμε σχολική εφημερίδα και να κάνουμε εργασίες εκτός σχολικής ύλης. Θυμάμαι τότε έβγαινε ένα περιοδικό για περιβαλλοντικά θέματα, το «Γεωτρόπιο», από όπου έπαιρνε θέματα και μας τα έδινε να τα μελετήσουμε και να γράψουμε εργασίες, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Οπότε, δεν είχα μεν έναν καθηγητή ακριβώς σαν τον Κήτινγκ, αλλά είχα ένα δάσκαλο, ο οποίος ήρθε και μας έβγαλε από εκείνα τα «κουτάκια» και το κλασικό πρόγραμμα του σχολείου.

● Θεωρείτε ότι η Ποίηση θα μπορούσε να εμπνεύσει τα σημερινά παιδιά, τα οποία έχουν μεγαλώσει με την τεχνολογία και είναι μονίμως με ένα κινητό στο χέρι…;
Στέφανος Παπατρέχας:  Πιστεύω ότι είναι θέμα τρόπου του καθηγητή το να εμπνεύσει τα παιδιά. Αν σκεφτούμε, δηλαδή, ότι και οι στίχοι των τραγουδιών είναι ένα είδος «ποίησης»… Όλοι οι άνθρωποι, σε όλες τις ηλικίες, ακούμε μουσική! Θα μπορούσε, λοιπόν, ένα παιδί να έρθει σε επαφή με τους στίχους μέσα από τα τραγούδια – είναι καθαρά θέμα τρόπου.
Γιατί και στο Λύκειο Γουέλτον έκαναν και πριν Λογοτεχνία και Ποίηση. Το θέμα είναι πώς αυτός ο καθηγητής κατάφερε να τους πει μέσω της Ποίησης ότι «αυτό σε αφορά».

Νικόλας Παπαϊωάννου: Εγώ δεν θα μείνω στη μουσική. Προσωπικά, πιστεύω ότι η Ποίηση, αυτή καθαυτή, εμπεριέχει στοιχεία που αφορούν τον άνθρωπο και εξηγεί κομμάτια της ανθρώπινης ύπαρξης που έχουμε ήδη μέσα μας, με ένα μη πρακτικό λόγο που έχουμε ανάγκη, ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνουμε πάντα τι συμβαίνει ακριβώς μέσα στο ποίημα.
Κατά τα άλλα, ναι, σήμερα με το ίντερνετ ή π.χ. με την τραπ μουσική, ο νέος δεν καταλαβαίνει την Ποίηση σε βάθος. Αυτό που εγώ είχα παρατηρήσει και ως μαθητής είναι ότι η Ποίηση, πολλές φορές, είναι ταυτισμένη με την αριστερή πλευρά της πολιτικής. Η δε κατανόησή της πιστεύω ότι έχει να κάνει και με την ωριμότητα του καθενός.
Κατά τη γνώμη μου, η διαχρονική Ποίηση δεν θα πεθάνει, γιατί εμπεριέχει πράγματα που μας αφορούν, που μας ακουμπούν. Ακόμα κι αν, αυτή τη στιγμή, τα παιδιά δεν παρασύρονται από την Ποίηση, αν υπάρξει ένας άνθρωπος που έχει το ταλέντο να πάρει τις λέξεις στο χαρτί και να τις κάνει μέσα σου «ζωή», μπορείς να έρθεις ξανά σε επαφή μαζί της.

Σταύρος Τσουμάνης: Εγώ πιστεύω ότι η Ποίηση θα μπορούσε σίγουρα να συγκινήσει τα σημερινά παιδιά! To κινητό είναι και πώς το χρησιμοποιεί κανείς, έτσι; Είναι απλά το μέσο.
Επίσης, η Ποίηση αγγίζει τους πάντες και τα πάντα, διαχρονικά. Το «στοίχημα» είναι να αγγίξει πραγματικά τα παιδιά – και όχι μόνο αυτά. Διότι δεν είμαι και σίγουρος ότι η Ποίηση συγκινεί οπωσδήποτε και όλους τους μεγάλους…  Με λίγα λόγια, δεν πιστεύω ότι είναι θέμα ηλικίας.
Ούτε κι εμένα το ίντερνετ είχε μπει εξαρχής στη ζωή μου, μετά τα 14 – 15 ασχολήθηκα πραγματικά. Κι όμως, δεν διάβαζα γενικότερα, δεν είχα ασχοληθεί πιο πριν με την Ποίηση. Τυχαία μπήκε στη ζωή μου και μου άρεσε.

Ειρήνη Λαφαζάνη: Εγώ θεωρώ ότι έχει σημασία να δούμε τι ακριβώς είναι το ίντερνετ και και να εξετάσουμε γιατί θεωρείται ότι οι νεότεροι δεν έρχονται σε επαφή με την Ποίηση. Εγώ, ας πούμε, δεν θεωρώ ότι αυτό ισχύει. Θεωρώ ότι δεν είναι θέμα γενιάς, αλλά θέμα ανθρώπου.
Κι εγώ έχω μεγαλώσει με το ίντερνετ, οπότε ξέρω πώς είναι να έχεις άμεση και γρήγορη πρόσβαση στην πληροφορία. Πιστεύω, όμως, ότι η Ποίηση, σε αντίστιξη με το ίντερνετ, είναι καθαρά θέμα χώρου και χρόνου μέσα μας, αλλά και τού πώς εμείς ερχόμαστε σε επαφή με κάτι όχι τόσο γρήγορο και «διερευνητικό» για τον εσωτερικό μας κόσμο.

● Θα μπορούσε, βέβαια, το ίντερνετ να λειτουργήσει και ως το μέσο για να έρθει ένας νέος άνθρωπος σε επαφή με την Ποίηση…
Ειρήνη Λαφαζάνη: Ναι, δεν το αποκλείω. Το ίντερνετ είναι πια το μέσο μας για να μαθαίνουμε τα πάντα. Ωστόσο, δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι να διαβάζω Καρυωτάκη, ας πούμε, και δίπλα να έχω ανοιχτή την ταμπέλα ενός ηλεκτρονικού καταστήματος ρούχων. Νομίζω, λοιπόν, ότι η επαφή με την Ποίηση είναι μια προσωπική διαδικασία, η οποία θέλει τον χρόνο και τον χώρο της για να «ανθίσει».
Σταύρος Τσουμάνης: Εντάξει, το να ακούς να διαβάζει κάποιος Ποίηση είναι πολύ πιο μαγικό από το να τη διαβάζεις στο ίντερνετ. Το θέατρο, επειδή έχει αυτή την ιδιαιτερότητα… κάθεσαι για δύο ώρες συγκεντρωμένος σε κάτι και ακούς, νομίζω ότι είναι μια πολύ καλή ευκαιρία και για τα παιδιά να έρθουν σε επαφή με την Ποίηση.

Μου λείπει μια εκπαίδευση που να σου ανοίγει ορίζοντες και να σου λέει «στο σημείο που είσαι, μπορείς να κάνεις τα πάντα!».

● Έχετε εσείς κάποιον αγαπημένο ποιητή;

Νικόλας Παπαϊωάννου: Τον Μανόλη Αναγνωστάκη…
Τάσος Τυρογαλάς: Τον Ντίνο Χριστιανόπουλο!

Στέφανος Παπατρέχας: Εγώ τον Γιάννη Ρίτσο. Παρόλο που ο ίδιος είναι αρκετά συνδεδεμένος με το πολιτικό κομμάτι, έχει 15 τόμους Άπαντα! Έχει και κομμάτια πολύ λυρικά… Ό,τι κι αν θέλεις να μάθεις, υπάρχει σίγουρα ένα ποίημα του Ρίτσου που το έχει αγγίξει.

● Υπάρχει κάποια φράση στην παράσταση, όχι απαραίτητα του δικού σας χαρακτήρα, η οποία σας έχει «αγγίξει»;
Θησέας Παπαπαναγιώτου: Είναι πολλές… Αλλά, αν έπρεπε να ξεχωρίσω μία, θα πω κάπως πιο περιφραστικά αυτό που λέει ο Κήτινγκ: «Να μη βλέπετε τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο, αλλά να προσπαθείτε να αλλάζετε την οπτική σας». Αυτό, νομίζω, είναι στόχος ζωής – κι έχει να κάνει πολύ και με τη δική μας δουλειά, τη θεατρική, στην οποία καλούμαστε να μελετήσουμε ανθρώπινες συμπεριφορές.

Στέφανος Παπατρέχας: Και για μένα είναι κάτι που λέει ο Κήτινγκ – το ότι «έχουμε μπροστά μας έναν περιορισμένο αριθμό ανοίξεων, χειμώνων και φθινοπώρων». Αυτό είναι πραγματικά τρομακτικό – δεν το σκεφτόμαστε, δεν το συνειδητοποιούμε. Κι επειδή εμείς κάνουμε θέατρο, το οποίο είναι, από τη φύση του, θνησιγενές, με έκανε να σκεφτώ ότι, αρχής γενομένης από την προηγούμενη Τετάρτη, αυτή τη φράση θα την πω πολύ συγκεκριμένες φορές… Οπότε, με έκανε να σκεφτώ, να το εκτιμήσω και να το απολαύσω για όσο διαρκέσει.

Αλέξανδρος Τωμαδάκης: Για μένα είναι μια φράση που λέει ο (πιο συνεσταλμένος) Τοντ στον (πιο ζωηρό) Νιλ: Του λέει «Εγώ δεν είμαι σαν εσένα». Κάθε φορά που μου το λέει ο Πάνος στην παράσταση, μου θυμίζει κάτι αντίστοιχο που έλεγα εγώ στους γονείς μου, γιατί μου ζητούσαν να κάνω πράγματα που «δεν ήμουν εγώ». Γι’ αυτό και κάθε φορά μου φέρνει αυτά τα βιώματα στο μυαλό…

Πάνος Ζυγούρος: Εγώ δεν θα έλεγα τόσο μία φράση, όσο «δράση», γιατί μου θυμίζει κάτι ανάλογο που έχω ζήσει. Έχοντας υπάρξει παλαιότερα ομαδάρχης, είχα να κάνω με παιδιά, και θυμάμαι ότι υπήρχαν και παιδιά πιο συνεσταλμένα, πιο «κλειστά», τα οποία δεν είχαν προλάβει να δείξουν τις δεξιότητές τους – και, συνήθως, ένα τέτοιο παιδί που δεν εκφράζεται, απομονώνεται.
Θυμάμαι, λοιπόν, μια φορά είχαμε ένα διαγωνισμό, στον οποίο αναδείχθηκε ένα παιδί, του οποίου μέχρι τότε δεν είχαμε ακούσει τη λαλιά του. Έβγαλε, όμως, κάτι που μας αποστόμωσε και εντυπωσιαστήκαμε όλοι. Τα υπόλοιπα παιδιά τον εκθείασαν, τον σήκωσαν ψηλά και, ξαφνικά, ένιωσε ήρωας. Το παιδί αυτό μεταμορφώθηκε!
Αυτή την αλλαγή, η οποία παρατηρείται και στο δικό μας έργο, εγώ την έχω δει να γίνεται στην πραγματικότητα – κι αυτό για μένα είναι πάρα πολύ συγκινητικό. Έχει σχέση, βέβαια, και με τον ρόλο που υποδύομαι εγώ, τον Τοντ Άντερσον: το πώς, δηλαδή, ένα παιδί που δεν του δίνεται η ευκαιρία να «συστηθεί» στους υπόλοιπους, μπορεί να λάμψει. Αυτό το χαμόγελο στο πρόσωπο του παιδιού αυτού είναι πραγματικά ανεκτίμητο…

Σταύρος Τσουμάνης: Για μένα, είναι ένα ποίημα που λέει ο Κήτινγκ, το οποίο, κάθε φορά που το ακούω, ανατριχιάζω. Το ποίημα αυτό λέει: «Υπάρχεις, είσαι εδώ και μπορείς να συνεισφέρεις κι εσύ με ένα στίχο. Ποιος θα είναι ο δικός σου στίχος;». Εμένα αυτό μου δείχνει το μεγαλείο του σύμπαντος – είμαστε «ανθρωπάκια» μέσα σε ένα χάος συνεχόμενο. Αλλά υπάρχουμε, είμαστε εδώ! Για μένα, αυτό το ποίημα είναι η επιτομή ολόκληρου του έργου!

● Και, φυσικά, κάπου μέσα στο έργο έχουμε και τον εφηβικό έρωτα… Θα σε ρωτήσω, λοιπόν, Θοδωρή: Ο χαρακτήρας σου, ο Νοξ Όβερστριτ, ο οποίος προσπαθεί με κάθε τρόπο να εκφράσει τον έρωτά του στο κορίτσι που του αρέσει, πόσο κοντά είναι σε σένα;
Θοδωρής Θεοδωρακόπουλος: Είναι μάλλον κοντά σε μένα, σε μικρότερη ηλικία. Βρίσκω, δηλαδή, ένα σημείο ταύτισης… Υπάρχουν, όμως, και διαφορές. Κάποιες αντιδράσεις που έχει ο Νοξ, ας πούμε, νομίζω ότι εγώ δεν θα τις είχα. Για παράδειγμα, εμφανίζει κάποιες εξάρσεις· σε μερικά σημεία εκφράζει με υπερβολικό τρόπο την ανάγκη του να είναι μαζί με την Κρις, με την οποία είναι ερωτευμένος. Εγώ δεν λειτουργώ έτσι.

● Δεδομένου ότι καλείστε να υποδυθείτε μαθητές που ήταν στο σχολείο πάνω από 50 χρόνια πριν, οι οποίοι ζούσαν σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες, εντελώς διαφορετική εποχή, υπήρχε κάτι που σας δυσκόλεψε στην προσπάθεια να «συναντηθείτε» με τον ρόλο σας;
Λυδία Στέφου: Ιδιαίτερη δυσκολία για τον ρόλο δεν είχα, αλλά αν έπρεπε να παρατηρήσω μια διαφορά μεταξύ των μαθητών εκείνης της εποχής, με τους μαθητές του σήμερα, θα έλεγα ότι είναι στις αντιδράσεις των παιδιών απέναντι στους καθηγητές, στην τάξη. Βλέπεις, ας πούμε, τους μαθητές να σηκώνονται όταν μπαίνει ο καθηγητής… Εμείς αυτό το βλέπουμε πιο πολύ στις ταινίες ή στη Λογοτεχνία. Ή βλέπεις ότι ο Νιλ μιλάει στον πατέρα του στον πληθυντικό… Υπήρχε αυτή η απόσταση – φαινομενικά, βέβαια, γιατί τα παιδιά και εκεί αμφισβητούν τους μεγαλύτερους, όπως σήμερα.

● Όταν είχατε πρωτοδεί την ταινία, υπήρχε κάτι που σας είχε κάνει εντύπωση;
Λυδία Στέφου: Εγώ την είχα δει στο Λύκειο και θυμάμαι ότι μου είχε κάνει εντύπωση το ότι έβαλε την Ποίηση τόσο έντονα μέσα σε έναν ανδρικό κύκλο. Γιατί συνήθως, από την κλασική Λογοτεχνία ή τις ταινίες, ξέρουμε ότι Ποίηση διαβάζουν περισσότερο τα κορίτσια, τα αγόρια δεν ασχολούνται ιδιαίτερα. Ξέρετε… τα ερωτευμένα κορίτσια που διαβάζουν Ποίηση στο δωμάτιό τους, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο…
Βρήκα πολύ σπουδαίο το ότι ένας καθηγητής διδάσκει Ποίηση σε αγόρια, λέγοντάς τους «ανοίξτε τα μάτια σας, κάντε καλύτερη τη ζωή σας» – κι ας τους δίνει στην αρχή το «τυράκι» ότι η Ποίηση θα τους βοηθήσει να φλερτάρουν. Τους καλλιεργεί μια ευαισθησία, την οποία δεν βλέπουμε συνήθως στα αγόρια, ειδικά εκείνης της ηλικίας.

Εμένα αυτή η ταινία είναι η αγαπημένη μου, από αυτήν είναι και το πρώτο μου τατουάζ.

● Κι επειδή το έργο πραγματεύεται και το θέμα της εκπαίδευσης, και υπολογίζω ότι όλοι σας έχετε σχετικά πρόσφατο το σχολείο, θα ήθελα τη γνώμη σας: Τι θεωρείτε ότι χρειάζεται η εκπαίδευση σήμερα, προκειμένου να γίνει πιο ενδιαφέρουσα για τα παιδιά;
Νικόλας Παπαϊωάννου: Κατ’ αρχάς, εγώ θα σταθώ σε ένα πολύ πρακτικό ζήτημα, στο ότι δεν σε ενημερώνουν για τις επιλογές που έχεις. Εγώ είμαι θυμωμένος που μεγάλωσα σε μία χώρα, όπου στο σχολείο μού παρουσίασαν 10 συγκεκριμένα επαγγέλματα, για τα οποία δεν είχα καν μια καθαρή εικόνα τού τι κάνεις στην πράξη αν τα επιλέξεις ή αν θα μπορέσω να αποκατασταθώ επαγγελματικά. Μου λείπει μια εκπαίδευση που να σου ανοίγει ορίζοντες και να σου λέει «στο σημείο που είσαι, μπορείς να κάνεις τα πάντα!».
Αλλά θα ήθελα και μια πιο διαλλακτική προσέγγιση των πραγμάτων. Για παράδειγμα, είχα ένα περιστατικό με μια καθηγήτρια στα Θρησκευτικά που, όταν ρώτησα «Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να πιστεύω στον Χριστιανισμό; Υπάρχουν τόσες θρησκείες, κάποια άλλη μπορεί να μου ταιριάζει καλύτερα», με έδιωξε από την τάξη. Κι εγώ το σχολείο το τελείωσα το 2018… Χρειάζεται μια εκπαίδευση που να εμπεριέχει την Παιδεία. Αλλά, στους περισσότερους, δεν υπάρχει και αγάπη για το επάγγελμα του καθηγητή, δεν υπάρχει αγάπη για τα παιδιά… Εγώ δεν χρωστάω τίποτα να πηγαίνω στο σχολείο και να ακούω την καθηγήτρια να γκρινιάζει για το πόσα παίρνει και πόσες διακοπές έχει μέσα στον χρόνο…

Στέφανος Παπατρέχας: Εγώ δεν είμαι τόσο σίγουρος… Όταν ένα πολιτικό σύστημα σε κάνει να πληρώνεσαι με ψίχουλα και σε αναγκάζει να διδάσκεις σε εφτά διαφορετικά σχολεία, δεν ξέρω πόσες αντοχές μπορεί να έχει ένας δάσκαλος, όσο καλή διάθεση και να έχει. Γιατί το πράγμα αρχίζει από πιο πριν: Γιατί μπήκε στη συγκεκριμένη Σχολή αυτός ο άνθρωπος; Πόσοι άνθρωποι μπαίνουν σε συγκεκριμένες Σχολές, χωρίς να αγαπάνε το αντικείμενο, μόνο και μόνο επειδή θα έχουν μια γρήγορη επαγγελματική αποκατάσταση;

● Και για το τέλος, ας προσπαθήσουμε να μαντέψουμε: Τι είναι αυτό που μπορεί «να πάρει μαζί του» ένα νέο παιδί έχοντας δει το έργο;
Σταύρος Τσουμάνης: Aυτό το στοιχείο της Έμπνευσης! Εμένα αυτή η ταινία είναι η αγαπημένη μου, μεγάλωσα μαζί της, από αυτήν είναι και το πρώτο μου τατουάζ. Είναι τόσο ισχυρό αυτό το έργο, που είναι πραγματικά σαν life coaching!

Διαβάστε περισσότερα για την παράσταση εδώ

Plan Be Mag
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.