Αν ήταν να περιγράψεις τον εαυτό σου με μία λέξη, ποια θα ήταν αυτή;
«Αυθόρμητος», θα σου έλεγα. Έτσι λειτουργώ συνήθως στη ζωή μου – κι όσες φορές προσπαθώ να τη βάλω σε «κουτάκια», έρχεται το σύμπαν και με καταστρέφει, μου δίνει να καταλάβω ότι δεν είμαι εγώ γι’ αυτά. Κι ας έχω ωροσκόπο Παρθένο, που έχει μανία να τακτοποιεί τα πράγματα…
Πάντως μου δίνεις την εντύπωση ότι, ενώ φαινομενικά είσαι ένας άνθρωπος ανοιχτός και πολύ κοινωνικός, στην πραγματικότητα είσαι πολύ «εσωτερικός», δεν αφήνεις τον εαυτό σου να εκτεθεί πολύ.
Ίσως και να ισχύει αυτό που λες…
Βέβαια, να σου πω την αλήθεια, έχω μια αρχή στη ζωή μου: Δεν θέλω να γίνω αυτό που λένε «κλειστό στρείδι», να μην είμαι, δηλαδή, ένας άνθρωπος που δεν ανοίγεται στους ανθρώπους του. Ή, όταν μπαίνω σε μια δημιουργική διαδικασία, να μην μπορώ να εξωτερικεύσω κάποιες μύχιες σκέψεις ή, εν πάση περιπτώσει, μία προσωπική ιστορία που, αν αξιοποιηθεί σωστά δημιουργικά, μπορεί να αποδειχθεί και απελευθερωτικό. Διότι αυτό, πέρα από το ότι λειτουργεί σαν βάλσαμο για σένα, γιατί εξωτερικεύεις κάτι δικό σου και το κάνεις Τέχνη, κάνει καλό και στους άλλους, γιατί δείχνεις μια ειλικρίνεια με την οποία και εκείνοι συνδέονται.
Από εκεί και πέρα, βέβαια, εννοείται ότι πολλά πράγματα, που μπορεί να λειτουργήσουν για σένα σαν ένας μοχλός δημιουργικός, οφείλουν να παραμένουν κρυφά. Αλλιώς είναι λίγο σαν να «ξεπουλάς» την ψυχή σου.
Αυτό ως προς την καλλιτεχνική δημιουργία. Ως προς τους ανθρώπους;
Έχω πάρει μια αρχή από τον μπαμπά μου: Γενικώς είμαι πολύ εχέμυθος. Αν μου εμπιστευτεί κάποιος κάτι, ξέρει ότι δεν θα το μάθει κανείς. Αυτό το πράγμα εγώ το θεωρώ μία πολύτιμη αρετή.
Ζούμε σε μια εποχή ακραίου κουτσομπολιού. Τα τελευταία πολλά χρόνια, όσο εγώ τουλάχιστον θυμάμαι αυτές τις «κίτρινες» εκπομπές, δυστυχώς το πράγμα πάει από το κακό στο χειρότερο. Και δεν θέλω να είμαι κακός με τους δημοσιογράφους, αυτό δεν είναι κάτι που ξεκίνησε με τις «κίτρινες» εκπομπές. Και στα χωριά υπήρχε αυτό από παλιά – αλλά εκεί δεν είχαν και κάτι άλλο να κάνουν… Εδώ η γιαγιά μου μού έλεγε μια ιστορία, που είχε βγει ραντεβού με τον παππού μου και, επειδή δεν ήταν ακόμα αρραβωνιασμένοι, τους συζητούσε το χωριό!
Τώρα το φαινόμενο αυτό έχει διογκωθεί, φτάνοντας σε τεράστια κοινωνική διεύρυνση, ακόμα και στις μεγαλουπόλεις. Εγώ προσπαθώ πολύ να αντιστέκομαι σ’ αυτό. Θεωρώ ότι η εχεμύθεια είναι αρετή – η εχεμύθεια, όχι η μυστικοπάθεια.
Πιστεύω, λοιπόν, ότι αυτή η διεύρυνση του gossip είναι μία τιτανοτεράστια σπατάλη ενέργειας χωρίς κανένα λόγο – κανένα λόγο απολύτως!
Εδώ, όμως, δεν μπορώ να μη ρωτήσω: Εχέμυθος, ναι… αλλά τι γίνεται στην περίπτωση που, αν αποκάλυπτες ένα μυστικό, θα ήταν για καλό; Να πεις, ας πούμε, σε έναν φίλο σου ότι έμαθες πως η κοπέλα του «παίζει» κι αλλού…
Μ’ αρέσει να μην μπλέκομαι στις σχέσεις των ανθρώπων, αλήθεια…
Μου έχουν τύχει πάρα πολλά σ’ αυτή τη ζωή. Μου έχει τύχει, ας πούμε, να συμβουλεύω ένα φίλο μου τι να κάνει με τη σχέση του, γιατί ζούσε όντως μία ολέθρια σχέση, και, κάποια στιγμή, κατάλαβα ότι αυτόν τον «όλεθρο» τον ήθελε, ήθελε να το ζει! Εγώ ήμουν απλά ένα κομμάτι της όλης ιστορίας, ήμουν ο άνθρωπος που θα έπαιρνε για να πει αυτά που τραβάει!
Το marketing που σπούδασες, το οποίο είναι φαινομενικά άσχετο με όλα αυτά που κάνεις, σε βοήθησε κάπου στη δουλειά αυτή;
Όχι ακριβώς. Ας πούμε ότι με βοήθησε στο πώς να αναγνωρίζω το marketing πίσω από το πλασάρισμα ενός ηθοποιού, μιας σειράς ή μιας θεατρικής ή μουσικής δουλειάς.
Εγώ θεωρώ το marketing μία «τέχνη», αλλά εν τέλει ο σκοπός της είναι ευτελής – ο σκοπός είναι να πουλήσει, είναι το χρήμα. Ουσιαστικά, είναι η διαιώνιση του εμπορικού σκοπού. Αυτό, πολλές φορές, είναι αντίθετο σε αυτό που οφείλει να είναι η ευγενής Τέχνη. Για παράδειγμα, μία παράσταση που θέλει να προτείνει ένα διαφορετικό «δρόμο» ή μία μπάντα που τζαμάρει στο στούντιο φέρνοντας έναν καινούργιο ήχο, δεν έχουν συνήθως τα χρήματα στο κεφάλι τους. Όταν έκανε ταινίες ο Γκοντάρ, είναι δεδομένο ότι δεν είχε στο μυαλό του το «ταμείο», θα σ’ το πω κι έτσι (είναι άδικο, βέβαια, να κρίνεις τα πάντα με τον ίδιο τρόπο – δεν θα βάλω τον Γκοντάρ στο ίδιο ζύγι με μια σημερινή σειρά…).
Στην πραγματικότητα, το marketing είναι ένα επιχειρηματικό εργαλείο. Το ζήτημα είναι αν γίνεται καλά ή κακά: αν θα ειπωθεί κάτι έξυπνο ή κάτι χιλιοειπωμένο.
Τι θα έλεγες, λοιπόν; Στην Ελλάδα έχουμε καλό ή κακό marketing;
Κοίταξε να δεις… κατά 99% αντιγράφουμε ό,τι έρχεται από την Ευρώπη και την Αμερική, δεν κάνουμε κάτι πρωτότυπο. Ακολουθούμε. Στις περισσότερες περιπτώσεις, είμαστε followers κι όχι leaders. Πάρε ως παράδειγμα αυτό που γίνεται με το hip hop: αυτό που γίνεται στην Ελλάδα τώρα, στην Αμερική συμβαίνει εδώ και 30 χρόνια. Είναι αστείο, δηλαδή…
Ό,τι γινόταν στην Αμερική, θα το δεις στην Ελλάδα με χρονοκαθυστέρηση – είναι άγραφος νόμος στα πάντα! Εδώ ο Γούντι Άλεν έκανε ταινίες στα ’90s και μιλούσε για τον ψυχολόγο και τον ψυχίατρό του, κι εμείς εδώ λέγαμε «εντάξει, μωρέ, οι Νεοϋρκέζοι είναι τρελαμένοι…». Για έλα να δεις τώρα πώς είναι η κατάσταση στην Αθήνα…
H δυναµική µιας καλοκουρδισµένης µπάντας είναι η πιο ωραία έκφραση δηµοκρατίας που µπορώ να φανταστώ.
Έχεις πει ότι, κάποια στιγμή στο μέλλον, θα ήθελες να πας να ζήσεις ήρεμα στην Αμοργό, γιατί η δουλειά σου, αλλά και η ίδια η Αθήνα, έχουν γενικώς πολλή «φασαρία». Κι όμως, είσαι ο ίδιος άνθρωπος που έγραψε το «Αθήνα, είσαι αυτή που μου μοιάζει…». Μήπως, τελικά, δεν είσαι άνθρωπος της ηρεμίας;
Στην πραγματικότητα, τα δύο αυτά δεν είναι αντίθετα. Και θα σου πω με ποια έννοια: είμαι ένα παιδί της πόλης, και μάλιστα του κέντρου της πόλης. Παράλληλα είμαι κι ένας Σαλονικιός που γεννήθηκε σε μία επίσης μεγάλη πόλη και κατέβηκε πριν από περίπου 15 χρόνια στην Αθήνα. Η πόλη, λοιπόν, είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχολογίας και του mentalité μου, το οποίο μάλλον δεν θα αλλάξει και ποτέ. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν ονειρεύομαι το να μπορώ κάποια στιγμή να κάνω αυτή τη μετάβαση. Οπότε, ναι, «Αθήνα, είσαι αυτή που μου μοιάζει»…
Και γιατί «Αθήνα», και όχι «Θεσσαλονίκη»;
Τη Θεσσαλονίκη την αγαπώ πάρα πολύ, είναι η ρίζα μου. Όταν επιστρέφω εκεί, συμβαίνει ένα πολύ περίεργο «ζυγοστάθμισμα» μέσα μου. Αλλά νομίζω ότι το πώς έχω σμιλευτεί συμπεριφορικά και ενεργειακά το οφείλω στην Αθήνα, έχω εντρυφήσει στον αθηναϊκό τρόπο σκέψης – με ό,τι σημαίνει αυτό, ακόμα και μια κατάσταση νευρική και αγχωτική…
Θα σ’ το πω αλλιώς: Δεν μπορώ να με φανταστώ για πάντα σ’ αυτούς τους ρυθμούς. Δεν μπορώ να με φανταστώ να γερνάω στην Αθήνα, μου φαίνεται σχεδόν βασανιστικό.
Τώρα, βέβαια, όλα αυτά ακούγονται πολύ ωραία στη θεωρία. Στην πράξη δεν ξέρω. Καλά να είμαστε, να τα ξαναπούμε σε καμιά εικοσαριά χρόνια… (γέλια)
Και μια και λέμε «Αθήνα = φασαρία», φαντάσου το εξής: είναι Σάββατο πρωί και, εκεί που κάθεσαι ήσυχα κι ωραία στο σπίτι σου, ακούς απ’ έξω, από τα ηχεία: «Περνάει ο παλιατζής! Παλιά πλυντήρια, παλιές κουζίνες, παλιές μπανιάρες, παλιά σώματα, ό,τι έχετε για πέταμα μαζεύω…». Φασαρία της Αθήνας ή «ησυχία»;
Ε, το συγκεκριμένο στιγμιότυπο είναι κλασικός αθηναϊκός ήχος… Άρα, εντάσσεται στην «ησυχία», είναι comfort ήχος.
Καλά, ξέρεις τι φοβερό μου έχει τύχει… Είμαι κάπου στην Πατησίων και βλέπω έναν παλιατζή με το Datsun. Ο άνθρωπος έχει βγάλει τα ηχεία έξω και παίζει το «Όλα σ’ αγαπάνε» του Γονίδη! Εεεε, θεός! Ήταν φανταστικό, φανταστικό!
Τα συνθήματα στις διαδηλώσεις που κλείνουν τους δρόμους και γίνεται χαμός… Φασαρία ή «ησυχία»;
Γενικώς είμαι υπέρ της διαδήλωσης, είμαι υπέρ τού να σηκώνεται ο άλλος από τον καναπέ του. Άρα, θα το πω κάπως έτσι: Η διαδήλωση είναι μια «φασαρία» που αγαπώ.
Δεν σε ρώτησα τυχαία, γιατί είσαι ένα άνθρωπος που θα το κάνεις το πολιτικό σου σχόλιο στα social media… Γράφεις πάντα αυτό που νιώθεις ή είναι και φορές που λες «άσ’ το τώρα, θα μπλέξω»;
Γράφω πάντα αυτό που σκέφτομαι, λειτουργώ λίγο αυθόρμητα ως προς αυτό. Εντάξει, πάντα θα υπάρχουν κάποιοι που διαφωνούν, αλλά αυτό συμβαίνει και στην πραγματική ζωή.
Να εκφράζει ένας καλλιτέχνης την πολιτική του άποψη ή αυτό έχει κόστος; Αφού ο ίδιος απευθύνεται σε όλους ανεξαιρέτως με την Τέχνη του, μήπως είναι προτιμότερο να τηρεί ενός είδους ουδετερότητα;
Ευτυχώς δεν είμαστε στον Εμφύλιο ή στη χούντα, για να πρέπει να επιλέξεις στρατόπεδο, δεν τίθεται καν θέμα ζωής και θανάτου. Το να θεωρώ ότι, επειδή είμαι καλλιτέχνης, δεν μπορώ να λειτουργώ ως πολιτικό ον, είναι κάτι που εγώ δεν μπορώ να κάνω.
Εγώ διαχωρίζω τη θέση μου από αυτό. Όταν τοποθετούμαι πολιτικά, δεν είμαι ένας καλλιτέχνης – είμαι ο Γιώργος. Είμαι ένας πολίτης αυτής της χώρας, που ψηφίζω, που πληρώνω φόρους, που είμαι εντάξει στις υποχρεώσεις μου και έχω δικαίωμα λόγου. Είμαι ένα ελεύθερο ον! Δεν είμαστε στο «1984» του Όργουελ…
Δεν νιώθω ότι έχω λόγο να φοβάμαι να πω τη γνώμη μου. Αντιθέτως, αν δεν υπήρχαν και τα social media, ίσως να μιλούσαμε για την εποχή στην οποία δεν υπάρχει ούτε χαραμάδα ελευθερίας λόγου στα συστημικά media. Το βλέπουμε να συμβαίνει, είναι πια πασιφανές – κι είναι και κακό marketing!
Αλλά κι ο κόσμος δεν είναι ίδιος πια… Έχει υπάρξει μία μεγάλη συντονισμένη προσπάθεια να αποβλακωθεί, τους βλέπεις όλους να είναι μονίμως πάνω από ένα κινητό… Ίσως, σε ένα βαθμό, να έχει πετύχει αυτή η προσπάθεια, αλλά όχι με τον τρόπο που θέλανε, δεν τους βγήκε – κι αυτό είναι φοβερά ενδιαφέρον κοινωνικά.
*Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στιγμιότυπα στις συναυλίες των Polkar είναι η στιγμή που το κοινό εντελώς αυθόρμητα (#not) πετάει εσώρουχα στην μπάντα για να τους κάνουν να αισθανθούν ροκ σταρ.
Ας πάμε, όμως, και στα καλλιτεχνικά. Κι επειδή έχεις πολλές ιδιότητες, θα ξεκινήσω από τη σκηνοθετική. Πώς προέκυψε το κομμάτι της σκηνοθεσίας; Σκηνοθετούσες εξαρχής ή σου προέκυψε στην πορεία;
Προέκυψε στην πορεία. Ήμουν ηθοποιός από το 2007, αλλά κάποια στιγμή ένιωσα ότι ήθελα να κάνω μερικές δουλειές λίγο πιο «προσωπικές». Θυμάμαι, είχα διαβάσει ένα παλιό ρομάντζο, την «Ωραία του Πέραν», και σκέφτηκα ότι ήθελα πάρα πολύ αυτή η ιστορία των δύο ερωτευμένων νέων να μεταφερθεί στο σανίδι. Το είχα πει τότε στη Θεοδώρα την Καπράλου και, έτσι, με αυτή την αφορμή, ξεκίνησε αυτό το «δαιμόνιο» της καθολικής δημιουργίας μιας παράστασης, η σκηνοθεσία της. Μετά ήρθε ο «Αρίστος», ο «Επιθεωρητής», η «Δεσποινίς Μαργαρίτα», ο «Αυτόχειρ» στο Εθνικό, το «Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι», το «Σωτηρία με λένε» και τώρα ο «Θάνατος στη Βενετία», στο θέατρο Πορεία… με την έννοια ότι είναι ένα ρεπερτόριο σύνθετο.
Κι ακριβώς επειδή είναι τόσο σύνθετο το ρεπερτόριο, θα σε ρωτούσα με τι κριτήριο επιλέγεις τα έργα που σκηνοθετείς…
Συνήθως μ’ ενδιαφέρει να πω μια ιστορία – και δεν θέλω να λέω πάντα την ίδια ιστορία. Είμαι ακόμα σε ένα πειραματικό στάδιο, δοκιμάζω διάφορα για να δω ποια πράγματα αφουγκράζομαι καλύτερα. Πιστεύω ότι ο κάθε δημιουργός, κάποια στιγμή, οφείλει να ακολουθεί τον δικό του δρόμο και να καταλαβαίνει ποιες ιστορίες μπορεί να λέει καλύτερα.
Και τι αφουγκράζεσαι καλύτερα, μέχρι στιγμής;
Δεν έχω καταλήξει ακόμα. Πάντως ξέρω ότι, επειδή είμαι κι εγώ πολυσύνθετος ως άνθρωπος, δεν μπορώ εύκολα να μπω σε καλούπια. Μου αρέσει και η κωμωδία, μου αρέσει και το δράμα, μου αρέσει πάρα πολύ και το αφηγηματικό θέατρο, μου αρέσει και το ρεαλιστικό θέατρο. Θα δω σε ποιο είδος θα «κάτσει», κάποια στιγμή, το κεφάλι μου.
Ένας ηθοποιός που σκηνοθετεί, και αποδεδειγμένα σκηνοθετεί επιτυχημένα, πόσο εύκολο είναι να σκηνοθετείται από άλλον σκηνοθέτη, ειδικά στις περιπτώσεις που νιώθει ότι κάτι από αυτά που του λένε ο ίδιος θα το έκανε διαφορετικά;
Δεν το σκέφτομαι έτσι καθόλου. Είναι πολύ «ξεκούραστη» η διαδικασία να σε σκηνοθετεί κάποιος άλλος. Εγώ χαλαρώνω κι αφήνομαι. Δεν μπορώ να το αντιμετωπίσω με κριτική διάθεση αυτό που συμβαίνει, με κουράζει πολύ. Σκέψου ότι είναι μια διπλή λειτουργία: πρέπει να κάνω κάτι και, ταυτόχρονα, να σκέφτομαι πώς θα το ‘κανα εγώ. Διπλός κόπος…
Πώς είναι να σκηνοθετείς συναδέλφους; Αυτό είναι καλό ή είναι κακό για την όλη διαδικασία;
Είναι πάρα πολύ καλό, γιατί έχουμε άμεση αλληλοκατανόηση. Οι ηθοποιοί ξέρουν ότι κατανοώ τη φύση του ηθοποιού επειδή είμαι ηθοποιός, και αισθάνονται ασφάλεια και εμπιστοσύνη μ’ αυτό. Μόνο για καλό είναι, να σου πω την αλήθεια…
Πιστεύω ότι αυτή η διεύρυνση του gossip είναι µία τιτανοτεράστια σπατάλη ενέργειας χωρίς κανένα λόγο – κανέναν απολύτως!
Αυτή την περίοδο, λοιπόν, έχεις δύο δικές σου παραστάσεις, το «Σωτηρία με λένε» και το «Θάνατος στη Βενετία»…
Το «Σωτηρία με λένε» ολοκλήρωσε τις παραστάσεις στην Αθήνα και θα ξεκινήσει στη Θεσσαλονίκη μετά το Πάσχα, στις 26 Απριλίου. Το «Θάνατος στη Βενετία» θα παίζεται στο Θέατρο Πορεία μέχρι Κυριακή των Βαΐων και θα συνεχίσει και μετά το Πάσχα.
Υπάρχει κάτι άλλο που έρχεται άμεσα;
Από παραστάσεις όχι, αλλά από μουσική ναι. Στις 8 Απριλίου έχουμε μία συναυλία με τους Polkar στο «Block 33», στη Θεσσαλονίκη. Και μετά ίσως και κάποιες συναυλίες στον «Σταυρό του Νότου», τον Μάιο. Θα δούμε, έρχονται κι εκλογές…
Ας πάμε και στην ιδιότητα του ηθοποιού… Αυτή την περίοδο «τρέχει» ο «Γλυκάνισος» στον ΣΚΑΪ. Έχεις πει, αναφερόμενος στον ρόλο σου, τον Στρατή: «Ήρθε ο καιρός να ξεφύγω από αυτή την κόμπλα και να υποδυθώ επιτέλους τον ζεν πρεμιέ στην τηλεόραση». Διαβάζοντάς το, υπογράμμισα τη λέξη «κόμπλα». Θέλω λίγο να μου το εξηγήσεις αυτό.
Εμένα γενικώς μου αρέσουν οι λίγο πιο ακραίοι ρόλοι. Ποτέ δεν μου άρεσε ο Ρωμαίος, μου άρεσε ο Μερκούτιο. Με γοήτευε, ας πούμε, πολύ περισσότερο ο Άμλετ, παρά ένας ήρωας ερωτευμένος…
Ο Μερκούτιο έχει γραφτεί ως ρόλος, για να αποδοθεί ο ψυχισμός ενός ανθρώπου που καταλήγει να πεθάνει για τον φίλο του και, ταυτόχρονα, πρεσβεύει έναν τρόπο ζωής πιο ελευθεριακό, πιο «σκοτεινό». Ενώ το αρχέτυπο του Ρωμαίου είναι ο ερωτευμένος νέος που, για να μπορέσει να κάνει τον έρωτά του πραγματικότητα, τα ισοπεδώνει όλα. Και οι δύο είναι μαχητικοί ρόλοι, είναι υπέροχοι, απλά εμένα μου άρεσαν περισσότερο οι ρόλοι που δεν είχαν να κάνουν με… τα ζητήματα του έρωτα.
Παράξενο αυτό για έναν άνθρωπο που γράφει μουσική και στίχους…
Ναι, είναι αλήθεια. (γέλια) Αλλά αυτό που λέω έχει να κάνει περισσότερο με το θέατρο.
Όταν, λοιπόν, πέρυσι μου προτάθηκε ο ρόλος του Χρήστου στο «Σκοτεινή θάλασσα», με ιντρίγκαρε πάρα πολύ το ότι ήταν ο ρόλος ενός διπολικού, ο οποίος προσπαθούσε ντετεκτιβικά να εξιχνιάσει το αν ο ίδιος είχε κάνει ένα έγκλημα ή όχι. Αντίστοιχα, είχα απορρίψει τον ρόλο ενός ερωτευμένου νέου, ο οποίος είχε στην ψυχοσύνθεσή του έντονο αυτό το ερωτικό στοιχείο.
Στα δε «Καλύτερα μας χρόνια» έκανα ένα γκεστ, τον Λουίτζι, τον μόδιστρο. Αυτό εννοώ… μου αρέσει να κάνω ακραία πράγματα.
Φέτος, όμως, θέλησα να δοκιμάσω να υποδυθώ και τον ερωτευμένο νέο. Είπα να ξεπεράσω πια αυτή την «κόμπλα», όντως… Ο «Στρατής» είναι ένας ρόλος που δεν έχει μεν αυτό το ακραίο στοιχείο του Χρήστου ή του Λουίτζι, αλλά είναι ένα κομμάτι της εξέλιξής μου που με οδηγεί να δοκιμαστώ και σε αυτό.
Το θέμα του «Γλυκάνισου» είναι και «δύσκολο» από πολλές απόψεις: είναι το ανθρωπιστικό κομμάτι, το προσφυγικό, το θέμα του κοινωνικού ρατσισμού… Είχατε καθόλου αντιδράσεις;
Υπήρξαν αρχικά κάποιες αντιδράσεις, αλλά μετά ισορρόπησαν τα πράγματα, γιατί κατάλαβαν όλοι ότι αυτή η ιστορία δεν είχε σκοπό να προπαγανδίσει υπέρ καμίας πλευράς, αλλά να παρουσιάσει μία ιστορία αμιγώς ανθρώπινη. Ήθελε να δείξει πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι, χωρίς αυτά τα κοινωνικο-πολιτικά και θρησκευτικά από πίσω. Εν πάση περιπτώσει, we came in peace.
Τώρα, αν κάποιος εξαγριώνεται και μόνο στο άκουσμα ή στην όψη ενός ξένου, αυτό είναι δικό του πρόβλημα. Ακόμα και στην Τέχνη λέμε ότι δεν πρέπει να σε αφορά η γνώμη του συνόλου, γιατί είναι αδύνατο να τους ικανοποιήσεις όλους. Αν το κάνεις, κάτι δεν πάει καλά – μάλλον είσαι λίγο πονηρός…
Θα πρέπει να έχεις στο μυαλό σου ένα συγκεκριμένο κοινό. Είναι σαν να λες «εγώ τώρα θα φτιάξω μια ωραία γραβάτα», θα τη σχεδιάσω να έχει ένα πολύ ωραίο ύφασμα, να έχει ωραίο σχέδιο. Ε, ξέρω ότι θα απευθυνθώ σ’ αυτούς που φοράνε γραβάτες – άνδρες ή γυναίκες, δεν έχει σημασία! Αν κάποιος δεν φοράει και κυκλοφορεί με το πουκαμισάκι, δεν είναι γι’ αυτόν. Θέλουν λίγο ψυχραιμία τα πράγματα, καμιά φορά…
Από την άλλη, υπάρχει και η άποψη ότι ένας από τους σκοπούς της Τέχνης είναι να σε προβληματίσει, να σε βάλει στη διαδικασία να σκεφτείς. Αυτό δεν μπορεί να το κάνει και μέσα από μία ιστορία αγάπης…;
Σαφώς… είναι μία σειρά που σε βάζει στη διαδικασία να σκεφτείς, δεν σε «αποκοιμίζει». Τοποθετείται σε ένα πολύ γνώριμο πλαίσιο, μια και η χώρα μας δέχτηκε πολύ έντονα τα μεταναστευτικά κύματα τα προηγούμενα χρόνια, και τα διαχειρίζεται με τον τρόπο που διαχειρίζεται. Αν κάποιος θέλει να προβληματιστεί, αυτή η σειρά τού δίνει όντως τα στοιχεία να το κάνει.
Αυτό, όμως, που συμβαίνει με τον «Γλυκάνισο» είναι ότι έχει βρει μια μερίδα κόσμου που ταυτίζεται κυρίως με το κομμάτι των ερωτικών σχέσεων, το οποίο είναι πολύ ωραία «πλεγμένο» από τον κύριο Κυρίτση.
Έχω διαβάσει ότι και στη Σχολή σού πρότειναν κυρίως ρόλους ζεν πρεμιέ. Τελικά, μήπως υπάρχει ένα είδος «ρατσισμού» απέναντι στους ωραίους άνδρες, οι οποίοι είναι «καταδικασμένοι» να τους προτείνουν κυρίως τέτοιους ρόλους, αδικώντας ενδεχομένως τις ικανότητές τους;
Όχι μωρέ, εντάξει… Στη δουλειά του ηθοποιού, άμα θες να τσαλακωθείς τσαλακώνεσαι, άμα θες να παίζεις συνέχεια τον σούπερ γκόμενο τον παίζεις… Όταν περνάς τη διαδικασία μιας ακρόασης, συνήθως ο άλλος έχει στο μυαλό του κάτι συγκεκριμένο, και κοιτάει να δει αν εσύ «κουμπώνεις» σε αυτό. Εκεί τα πάντα εξαρτώνται από το τι είναι η δουλειά και ο ρόλος που πας να πάρεις. Είναι τόσο απλό. Επιπλέον, δεν είναι μόνο το πώς είσαι, είναι και το πώς παίζεις!
Και, τέλος, η μουσική… Γιατί, από όλα τα όργανα που μπορούσες να μάθεις, επέλεξες γιουκαλίλι; Γιατί όχι πίπιζα, ας πούμε; (γέλια)
Το γιουκαλίλι το παρήγγειλα μέσω ίντερνετ και ξεκίνησα να παίζω σε μια περίοδο που ήθελα να κάνω κάτι δημιουργικό με τον χρόνο μου, δεν ήθελα να σαπίσω μπροστά από μια τηλεόραση.
Όταν ξεκίνησα, λοιπόν, να παίζω, συνειδητοποίησα ότι αυτός ήταν ένας ήχος που μου άρεσε και μου ταίριαζε πάρα πολύ. Το αποτέλεσμα ήταν, μέσα σε ένα χρόνο, να γραφτούν 10 τραγούδια. Επειδή εγώ έπαιζα και κιθάρα, η μετάβαση δεν ήταν και τόσο δύσκολη.
Απλά ξέρεις τι γίνεται… Είχα βρει ένα πάρα πολύ ωραίο χόμπι, το οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι πια δεν έχουν! Είναι φοβερό! Προτιμούν να αφήνουν την ενέργειά τους να σπαταλάται μπροστά από μια οθόνη, χωρίς καμία δημιουργικότητα – και περνάνε οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια…
Μία καλή πρωία, λοιπόν, μου ήρθε στο σπίτι ένα πακετάκι με ένα οργανάκι, και έγινα ο γραφικός τύπος, ο γείτονας που φαλτσάρει για τρεις μήνες, αλλά μετά βγάζει νότα! Ε, εκεί ήταν πολύ ωραίο το συναίσθημα, είχα πια μια παρέα.
Γράφεις και μουσική, και στίχους. Τι είναι αυτό που σε βάζει στη διαδικασία να γράψεις; Κάτι που σου συμβαίνει εκείνη την περίοδο ή τίποτα απολύτως, απλά κάθεσαι μια μέρα και γράφεις; Εμένα, πάντως, τα τραγούδια των Polkar μου φαίνονται βιωματικά…
Η αλήθεια είναι ότι τα περισσότερα τραγούδια των Polkar είναι βιωματικά. Αλλά ένα τραγούδι μπορεί να προκύψει στην πιο ακατάλληλη στιγμή: μπορεί να προκύψει ενώ οδηγείς ένα μηχανάκι, ενώ είσαι σε μια ουρά… Οπότε, καμιά φορά, μπορεί να ηχογραφήσω στο τηλέφωνο επί τόπου μια ιδέα και μετά, κάποια στιγμή, το κάνω σύνθεση. Ένα τραγούδι μπορεί να προκύψει και από ένα σφύριγμα ή από ένα στίχο. Αλλά όλα αυτά γίνονται εντελώς αυθόρμητα, δεν πρόκειται ποτέ να πω «Τώρα θα κάτσω να γράψω!».
Οι δε Polkar είναι μία πολύ ιδιαίτερη μπάντα, κυριολεκτικά μια παρέα. Μίλησέ μου λίγο γι’ αυτούς.
Όπως το είπες είναι – είμαστε όντως μια παρέα, δεν υπάρχει τίποτα fake σ’ αυτό. Τώρα που είμαι στη Θεσσαλονίκη, κάθε μέρα είμαστε έξω με τα παιδιά, θα βγούμε, θα φάμε, το βράδυ θα πάμε για ποτά… Μ’ αρέσει που υπάρχει αυτό το κλίμα, αυτό είναι η μπάντα, ρε παιδί μου! Αλλιώς, θα ήμουν ένας καλλιτέχνης που έχει πέντε μουσικούς που τους πληρώνει για να παίζουν στις συναυλίες του.
Εγώ επιχείρησα αυτό το ανεξάρτητο project, γιατί ήθελα να έχω γύρω μου μια ανδροπαρέα, ήθελα να αισθάνομαι ότι είμαι με τους φίλους μου και δημιουργούμε μαζί.
Η μπάντα είναι η μικροκλίμακα ενός συστήματος, μέσα στο οποίο ο καθένας έχει ένα συγκεκριμένο ρόλο που δεν μπορεί να «αρπάξει» ο άλλος. Για μένα, η δυναμική μιας καλοκουρδισμένης μπάντας είναι η πιο ωραία έκφραση δημοκρατίας που μπορώ να φανταστώ.
Βρείτε τον Γιώργο Παπαγεωργίου στο Instagram



Μαρία Λυσάνδρου

