O Χρήστος Λούλης είναι «οξυδερκής». Αυτό θα απαντούσα, αν μου ζητούσαν να τον περιγράψω μονολεκτικά μέσα από εκείνη τη 1,5 ώρα που κάθισα μαζί του. Σοβαρός στις απόψεις του, αλλά όχι σοβαροφανής, ο Χρήστος είναι εκείνη η περίπτωση ανθρώπου που ξέρει ακριβώς τι σου λέει και γιατί. Φέτος, ως «Μάικλ Κούρτης» στην πολυσυζητημένη σειρά του Mega “Famagusta”, γίνεται το «κανάλι» μέσω του οποίου μαθαίνουμε προσωπικές μαρτυρίες από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, αγγίζοντας μία άγνωστη σε πολλούς πτυχή του κυπριακού δράματος και συγκινώντας βαθιά τους τηλεθεατές. Το υποκριτικό του εκτόπισμα, αλλά και οι προσωπικοί του δεσμοί με το νησί, τον καθιστούν ιδανικό για να υπηρετήσει αυτόν τον ρόλο. Και ο ίδιος φροντίζει να μας το αποδεικνύει κάθε Κυριακή.
Παρακολουθώντας σε κανείς σε συνεντεύξεις, αλλά και στα social, παρατηρεί μια αναπτυγμένη αίσθηση του χιούμορ. Είναι το χιούμορ και ένα «όπλο» απέναντι σε μια δύσκολη κατάσταση ή, ας πούμε, απέναντι σε άβολες ερωτήσεις;
Ε, βέβαια… Το χιούμορ, αν το δεις κι από ετυμολογικής άποψης, βάζει μια ωραία υγρασία στην «ξεραΐλα» που υπάρχει στις ανθρώπινες σχέσεις, για να κυλήσει καλύτερα το πράγμα. Βοηθά να επισημάνεις ότι τίποτα δεν είναι απόλυτο. Και είναι και μία ωραία υπενθύμιση της φύσης μας ως ανθρώπων – μην προσπαθείς να επιβληθείς στον άλλον με τη φοβέρα, «έλα να παίξουμε»… Ας συμφωνήσουμε ότι η ζωή είναι ένα ωραίο παιχνίδι και ότι μας ξεπερνάει όλους.
Ρωτάω για τη χρησιμότητα του χιούμορ, επειδή γενικώς είσαι ένα άτομο που δίνει συνεντεύξεις. Και πάντα λες την άποψή σου…
Όταν ήμασταν παιδιά και η μαμά μάς έδινε ένα χάπι, μας το έβαζε σε μια φέτα ψωμί με βούτυρο, για να βοηθήσει να «γλιστρήσει». Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει κι εδώ.
Θα εξηγήσω τι εννοώ: Ο πατέρας μου είχε μια επιχείρηση και ήταν πωλητής. Και, αν το καλοσκεφτώ, δεν θα μπορούσα να τον φανταστώ με κάποια άλλη ιδιότητα. Εγώ κατάλαβα από πολύ νωρίς ότι δεν είχα αυτό το ταλέντο – γιατί είναι πολύ μεγάλο ταλέντο αυτό…
Κατάλαβα, λοιπόν, ότι δεν πρόκειται ποτέ να γίνω πολιτικός. Δεν μπορώ να πουλήσω τίποτα – από ένα στιλό, μέχρι μια ιδέα. Έχω μια εγωιστική περηφάνεια που με αποτρέπει να διεισδύσω στο μυαλό σου και να σε επηρεάσω για να κάνεις αυτό που θέλω εγώ. Θα σταθώ απέναντί σου και θα σου πω: «Θες να ‘ρθεις; Δες θες; Καλώς. Πάω στον επόμενο που θέλει». Πολύ τίμια. Δεν θα προσπαθήσω παραπάνω.
Πού θέλω να καταλήξω; Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω τους καλλιτέχνες που δεν λένε την άποψή τους.
Να λες, όμως, την άποψή σου για τα πάντα; Ακόμα και για θέματα που δεν εμπίπτουν στον δικό σου τομέα;
Ναι, για τα πάντα! Να λες την άποψή σου, πάντα παραδεχόμενος ότι «παιδιά, αυτή είναι η γνώμη μου, δεν τα ξέρω όλα. Ας μου πει κάποιος κάτι, να με βοηθήσει να καταλάβω καλύτερα». Αν θέλουμε να λεγόμαστε πολίτες, πρέπει όλοι να έχουμε μια σχετική άποψη για όσο το δυνατόν περισσότερα θέματα.
Δεν θεωρώ, λοιπόν, ότι η δική μου άποψη έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από την άποψη οποιουδήποτε άλλου. Απλά επειδή μου δίνεται αυτό το βήμα, θεωρώ ότι είναι ωραίο παράδειγμα το να λες τη γνώμη σου. Αυτή είναι η δημοκρατία! Έχω πάρει από πολύ νωρίς απόφαση να μην στρογγυλεύω τα λόγια μου, ούτε να χρησιμοποιώ πολιτικού τύπου υπεκφυγές για να μη γίνω δυσάρεστος σε κάποιους που είναι ήδη «πυροβολημένοι».
Δεν σε πειράζει, λοιπόν, αν γίνεσαι δυσάρεστος. Θα πεις αυτό που θες, κι ας ξέρεις ότι δεν θ’ αρέσει…
Κάνεις λάθος… Με πειράζει πολύ όταν γίνομαι δυσάρεστος. Με πειράζει πολύ όταν με βρίζουν. Αλλά ξέρω ότι θα με πειράξει πολύ περισσότερο, αν νιώσω ότι «έραψα» το στόμα μου και έχω αφήσει το μυαλό μου να ατροφήσει.
Αν θες να εξασκήσεις ως πολίτης τη δημοκρατία, πρέπει πάντα να ψάχνεις την αλήθεια. Ψάχνοντας την αλήθεια, υπάρχει πάντα το ρίσκο να δυσαρεστήσεις κάποιον ή να πεις μια βλακεία. Όλα αυτά, όμως, είναι πολύ λίγα σε σχέση με την άβυσσο στην οποία νιώθω ότι θα πέσω, αν δεν αφήσω το μυαλό μου να σκεφτεί «αυτά που δεν πρέπει να σκέφτεται».
Ωραία, λοιπόν… Θες να μου πεις την άποψή σου σχετικά με την ψήφιση του νομοσχεδίου για τα ομόφυλα ζευγάρια;
Εγώ δεν καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι θέλουν να παντρεύονται έτσι κι αλλιώς – είτε είναι straight, είτε είναι gay… (γέλια)
Και το λες εσύ αυτό, που είσαι χρόνια παντρεμένος με μια ωραία οικογένεια; (γέλια)
Ε, γι’ αυτό σου λέω! Επειδή είμαι χρόνια παντρεμένος και ξέρω, λέω «ρε παιδιά, ρωτήστε πρώτα κι εμάς»! (γέλια)
Σ’ εμένα βρήκες να εφαρμόσεις το χιούμορ; Δεν ρωτούσα κι εγώ τίποτα άλλο; (γέλια)
Σοβαρά τώρα… Εννοείται ότι δεν μπορώ να αποφασίσω εγώ για τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου – ούτε ως άνθρωπος, ούτε ως Πολιτεία. Όλοι πρέπει να έχουν τα ίδια δικαιώματα.
Έχω φίλους που μεγαλώνουν μαζί παιδί και είναι ομοφυλόφιλοι, κι ο ένας δεν μπορεί να πάει να το πάρει από το σχολείο ή να το πάει στο νοσοκομείο. Κι ας λένε κάποιοι «και γιατί μωρέ δεν κάνουν μια επέκταση στο σύμφωνο συμβίωσης;». Όχι, να μην την κάνουν! Τι μας πειράζει να μπορούν οι άνθρωποι αυτοί να παντρεύονται; Δεν καταλαβαίνω… Γιατί πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εξαιρέσεις;
Και δεν πρέπει να τίθεται θέμα πλειοψηφίας της κοινωνίας σ’ αυτά. Αν γινόταν δημοψήφισμα τότε που ψηφίστηκε στην Αμερική να μπορούν να πηγαίνουν μαύροι και λευκοί στα ίδια σχολεία και κολλέγια, ο νόμος αυτός δεν θα ψηφιζόταν ποτέ!
Με φέρνεις, λοιπόν, στην επόμενή μου ερώτηση: Ωραία, το νομοσχέδιο ψηφίστηκε. Ως κοινωνία θεωρείς ότι είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε αυτό που προβλέπει και στην πράξη;
Μα τι να δεχτούμε; Είναι νόμος πια! Αν κάποιοι ενοχλούνται, πρόβλημά τους… Σιγά-σιγά θα γίνει. Δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος θ’ αλλάξει από τη μια μέρα στην άλλη.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν σωματείο, δεν έχουν εκπροσώπους να μιλάνε εξ ονόματός τους, δεν κάνουν συνελεύσεις. Δεν μιλάμε, λοιπόν, για τέτοια περίπτωση. Υπήρξε ένα κοινωνικό αίτημα από κάτω. Οι ομοφυλόφιλοι ζητάνε απλά, ως ενεργά και φορολογούμενα μέλη της κοινωνίας, να έχουν τα ίδια δικαιώματα που έχουν και οι υπόλοιποι. Δεν είναι το ζητούμενο να τους «αγαπήσει» ολόκληρη η κοινωνία.
Τα τελευταία χρόνια, το θέμα της κοινωνικής συμπερίληψης έχει «περάσει» αρκετά μέσα σε σειρές, σε ταινίες… Θεωρείς ότι, μέσα από αυτό το «κανάλι», μπορεί να επηρεαστεί η κοινωνία και να συντελεστεί ευκολότερα αυτή η κοινωνική προσαρμογή;
Βέβαια, ναι! Αρκεί να μη γίνεται σε υπερβολικό βαθμό.
Τι εννοώ… Αυτό το μέσο μπορεί, όντως, να λειτουργήσει πολύ καλά ως προς την εξοικείωση των ανθρώπων με αυτή την πραγματικότητα. Και, σε τελική ανάλυση, όλα είναι Τέχνη και ο καθένας μπορεί να βάζει το «αλατοπίπερο» που θέλει. Απλά έχω ένα φόβο ότι, αν γίνεται με υπερβολικό τρόπο και σε υπερβολική ποσότητα, μπορεί να οδηγήσει στο αντίθετο αποτέλεσμα και να προκαλέσει αντίδραση.
Δεν µπόρεσα ποτέ να καταλάβω τους καλλιτέχνες που δεν λένε την άποψή τους.
Θεωρείς ότι, ως κοινωνία, είμαστε αρκούντως ενημερωμένοι για σοβαρά θέματα που μας αφορούν; Και δεν το ρωτάω τυχαία αυτό, είναι η γέφυρά μου για να περάσω στο “Famagusta”…
Διαπιστώνω αυτό που έχουν διαπιστώσει, πολύ πιο πριν από εμένα, πολύ πιο ειδικοί από εμένα: ότι υπάρχει αυτό που, ως ορολογία, ονομάζεται «επιβεβαίωση της προκατάληψης», η οποία μετά γίνεται «προκατάληψη της επιβεβαίωσης».
Έχουμε συνηθίσει, ειδικά μέσω των social media και όχι μόνο, να διαβάζουμε και να πληροφορούμαστε από πηγές, με τις οποίες είμαστε εκ των προτέρων σίγουροι κατά 90% ότι συμφωνούμε, ότι «γαργαλάνε» την προκατάληψή μας. Επιβεβαιώνουμε έτσι τη θέση μας, κι αυτό οδηγεί σε μια εγωιστική, αυτάρεσκη κατάσταση, του τύπου «τι ωραία που τα σκέφτομαι, και τι ωραία που τα λέμε όλοι εμείς που συμφωνούμε». Ως αποτέλεσμα, οποιαδήποτε αντίθετη άποψη τη θεωρούμε ως μια κραυγή ζώου που μας επιτίθεται – λίγο σαν το «πας μη Έλλην βάρβαρος»…
Αυτό συμβαίνει επειδή έχουν εκλείψει οι μετριοπαθείς φωνές. Έχουμε επιδοθεί σε μια μόνιμη επιβολή στον διπλανό μας και σ’ ένα μόνιμο «κράξιμο». Είναι πιο «ξεκούραστο» να το κάνεις αυτό…
Θέλω να μου μεταφέρεις την αίσθησή σου περισσότερο: Πώς αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι που παρακολουθούν το “Famagusta”, οι μη Κύπριοι τηλεθεατές, το θέμα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο; Φυσικά τους ενδιαφέρει, φυσικά τους συγκινεί – νιώθουν, όμως, να τους αφορά;
Κοίτα… σίγουρα τους συγκινεί το θέμα των αφηγήσεων των ιστοριών. Προσθέτοντας, βέβαια, και τη δική μου ιστορία, που μιλάει για ένα μωρό που χάθηκε στην εισβολή – κάτι που ήταν πολύ ωραίο εύρημα…
Γνωρίζεις καθόλου αν υπάρχει αντίστοιχη ιστορία που να συνέβη πραγματικά;
Δεν ξέρω αν έχει υπάρξει ίδια ιστορία με τη δική μου, αλλά σε επόμενο επεισόδιο θα δούμε μια μαρτυρία σχετική με ένα παιδί που απήχθη στα 3-4 του χρόνια, και τώρα είναι γιατρός στην Άγκυρα. Και, μάλιστα, γνωρίζει ότι είναι από την Κύπρο, και η βιολογική του μητέρα πάει και τον βλέπει. Αλλά ο ίδιος είναι «Τούρκος» πια, η ζωή του είναι εκεί, δεν σκέφτεται να γυρίσει. Τα πάντα έχουν συμβεί!
Απλά αν ο αγνοούμενος ήταν τότε άνδρας σε στρατεύσιμη ηλικία, κατά πάσα πιθανότητα είναι νεκρός. Είναι πολύ λίγες οι πιθανότητες να ζει κάπου αλλού. Το μόνο που είχε πιθανότητες να ζήσει ήταν ένα παιδί, που θα μπορούσε να το πάρει μια οικογένεια. Κανένας άλλος δεν είχε για τους Τούρκους κάποια χρησιμότητα, ώστε να παραμείνει ζωντανός.
Πολλοί ρωτάνε αν αυτές οι ιστορίες που παρουσιάζονται είναι πραγματικές ή αν είναι κι αυτές προϊόν μυθοπλασίας…
Όλες οι μαρτυρίες των ανθρώπων, από τους οποίους παίρνω εγώ συνέντευξη στη σειρά, είναι αληθινές και εγκεκριμένες, με άδεια κανονικά, από τους ανθρώπους που τις έζησαν. Φαντάσου ότι, μετά από συνεννόηση με τη σεναριογράφο, εκείνοι τις γράφουν σχεδόν! Πρόκειται για πραγματικά περιστατικά, πιστά στον βαθμό που είναι ικανή μια μνήμη, 50 χρόνια μετά, να ανακαλέσει ακριβώς το γεγονότα.
Θα επανέλθω στην πρώτη ερώτηση περί ενημέρωσης, με αφορμή το “Famagusta”. Τι φταίει και έχουμε φτάσει να μαθαίνουμε για τόσο σημαντικά κομμάτια της Ιστορίας μας μέσα από μία σειρά;
Νομίζω ότι είναι πολλοί οι παράγοντες, τους οποίους θα προσπαθήσω να δώσω επιγραμματικά: Ένα κομμάτι είναι ότι πολλοί άνθρωποι, κυρίως νεότεροι, έχουν αποκόψει τον εαυτό τους από αυτό που λέμε «ελληνικότητα» και προσπαθούν να είναι πιο πολύ πολίτες του κόσμου, παρά Έλληνες πολίτες. Άρα, ένα γεγονός που συνέβη στην ελληνική ή την κυπριακή Ιστορία, για εκείνους θα μπορούσε να είχε συμβεί και στην… Πορτογαλία. Απλά ο παππούς και η γιαγιά το ζήσανε.
Ένα άλλο κομμάτι είναι το ότι και οι Ελλαδίτες, και οι Κύπριοι, είχαν πάντα μια ροπή προς τη διχόνοια. Πριν την εισβολή στην Κύπρο είχε γίνει πραξικόπημα, αδελφός σκότωνε αδελφό. Επειδή, λοιπόν, τα πάθη αμέσως ανάβουν –και είναι πολλά– ακόμα και σε οικογένειες μέσα, υπάρχει συχνά αυτή η σιωπηλή απόφαση από όλους «Ας μη μιλάμε τώρα γι’ αυτά, γιατί θα τσακωθούμε πάλι με τον θείο τον Γιώργο».
Επιπλέον, είναι και το θέμα της «επιβεβαίωσης της προκατάληψης» που λέγαμε πριν. Αν μιλήσει κάποιος για ένα θέμα της Ιστορίας, κι αυτά που λέει δεν συνάδουν με τα δικά μου «πιστεύω», αυτόματα για μένα καθίσταται αναξιόπιστος: «Τι να μας πει τώρα ο τάδε… Εγώ θα σου πω, που έχω πληροφορίες που δεν ξέρουν όλοι οι άλλοι!».
Υπάρχει, λοιπόν, μία καχυποψία σε σχέση με τον διπλανό μας (και μια «ψεκασμενίαση», θα πω εγώ) σε σχέση με τις πηγές του καθενός, που δεν μας επιτρέπει να μάθουμε ένα θέμα ουσιαστικά και σε βάθος. «Καλά… αυτουνού του αρέσει η σαρδέλα, κι όχι ο γαύρος. Θα μας πει τώρα για την Κύπρο…;». Συμψηφίζουμε, δηλαδή, κάτι άσχετο που είπε κάποιος με κάτι άλλο άσχετο, κι αυτό μας κάνει να μην ακούμε τι λέει, επειδή δεν μας είχε αρέσει αυτό που είχε πει κάποτε.
Αυτό, όμως, είναι σοβαρή παθογένεια…
Δεν ξέρω για την Κύπρο, αλλά οι Ελλαδίτες νομίζω ότι κάνουμε μια τεράστια προσπάθεια να γίνουμε Ευρωπαίοι, κάνοντας ό,τι μπορούμε για ν’ αποτινάξουμε από πάνω μας τον «Έλληνα». Κι αυτό είναι κακό. Είναι καλό το να γίνεις Ευρωπαίος μεν, χωρίς όμως να απαρνηθείς την ιδιαιτερότητα και τη μοναδικότητά σου. Αυτό αρχίζει να γίνεται και στο θέατρο: πιθηκίζουμε λιγάκι αυτά που γίνονται έξω, χωρίς να βρίσκουμε τη δική μας τη φωνή.
Έχουμε πάρα πολλούς που έχουν διαβάσει Ντοστογιέφσκι, τον ξέρουν απ’ έξω κι ανακατωτά – πόσοι έχουν μελετήσει, όμως, Παπαδιαμάντη και Καζαντζάκη; Είναι πολλοί εκείνοι, ας πούμε, που νιώθουν ωραία όταν τραγουδούν στα Αγγλικά· τα Ελληνικά τα υποτιμούν… Οπότε, λοιπόν, στην προσπάθειά μας να γίνουμε κάτι άλλο, δεν μιλάμε και δεν ασχολούμαστε με τα δικά μας.
Θα σου πω και κάτι άλλο: Το 2019, κάναμε με τον Κώστα Γαβρά την ταινία «Ενήλικες στο δωμάτιο», η οποία αφορούσε τα γεγονότα του 2015. Ήταν η πρώτη φορά που στην Ελλάδα έγινε μια ταινία που αφορούσε κάτι τόσο πρόσφατο!
Ήταν τολμηρή κίνηση αυτή τότε, για πολλούς λόγους…
Πάρα πολύ τολμηρή! Φαντάσου ότι, στον υπόλοιπο κόσμο, μιλάνε για πράγματα που συνέβησαν πέρυσι – συζητάνε γι’ αυτά, τα κάνουν σειρές, τα κάνουν τραγούδια. Εμείς, μέχρι πριν από 10-15 χρόνια, κάναμε ακόμα ταινίες για τον εμφύλιο, που έχει τελειώσει εδώ και 80 χρόνια! Πόσο εμφύλιο να δούμε πια;
Λόγω της γυναίκας σου, Έμιλυς Κολιανδρή, έχετε ως οικογένεια ισχυρούς δεσμούς με την Κύπρο. Τα παιδιά σου πώς αντιμετωπίζουν το όλο θέμα με τη σειρά και τα όσα πραγματεύεται; Γνωρίζουν τα γεγονότα;
Τα παιδιά, κάθε καλοκαίρι, πήγαιναν στην Κύπρο και έμεναν πολύ καιρό για διακοπές. Οπότε, η Κύπρος έχει πολύ σημαντική θέση στην καρδιά τους.
Κυπριακά μιλάνε;
Όταν πάνε, τα περισσότερα τα καταλαβαίνουν και, κάποιες φορές, μιλάνε κιόλας. Αλλά επειδή η παιδική ηλικία είναι η πραγματική μας πατρίδα, η Κύπρος για τα παιδιά μου είναι ένα μεγάλο κομμάτι τους. Ο δε παππούς ήταν από την ευρύτερη περιοχή της Αμμοχώστου, από το Βαρώσι.
Τα παιδιά δεν ξέρουν πολλά από τα όσα έγιναν. Ο μεγάλος μου γιος είναι 12. Ξέρουν ότι έγινε ένας πόλεμος, μπήκαν οι Τούρκοι, έδιωξαν τους Έλληνες και πολλοί πια είναι πρόσφυγες. Έφυγαν, πήγαν στις ελεύθερες περιοχές, στην αρχή έμεναν σε σκηνές… Αυτά τα γενικά προς το παρόν. Όταν μεγαλώσουν, θα μάθουν και περισσότερα.
Ακούγοντας τις ιστορίες στο “Famagusta”, λες «ρε φίλε, κοίτα να δεις… Οι άνθρωποι αυτοί θα µπορούσαν να είναι ο παππούς µου, ο µπαµπάς µου, η γιαγιά ή η µαµά µου»
Θέλω να μου μιλήσεις λίγο και για τους Κύπριους ηθοποιούς, οι οποίοι αφηγούνται τις μαρτυρίες από την εισβολή. Πολλοί από αυτούς είναι πολύ γνωστοί ηθοποιοί στο νησί, οι οποίοι ανέλαβαν να κάνουν κάτι πολύ έντονα φορτισμένο συναισθηματικά. Πώς τους είδες να το προσεγγίζουν;
Κοίταξε να δεις… Είναι όλοι επαγγελματίες, οι οποίοι ήρθαν να κάνουν τη δουλειά τους. Όμως δεν τους δίνεται και κάθε μέρα η ευκαιρία να κάνουν κάτι τόσο «ειδικό», το οποίο να αφορά μια συλλογική μνήμη. Έβλεπα, λοιπόν, επαγγελματίες που έκαναν κάτι που, για εκείνους, ήταν και λίγο προσωπικό. Έβλεπες ότι το είχαν πάρει λίγο πατριωτικά…
Αν είσαι Κύπριος, και πρόσφυγας να μην είσαι, αυτό το θέμα πάντα σε επηρεάζει…
Έτσι είναι. Γιατί και να μην έχεις δικό σου αγνοούμενο στον άμεσο περίγυρο, θα ξέρεις σίγουρα ανθρώπους που έχουν αγνοούμενο στην οικογένεια. Υπάρχει, λοιπόν, κάτι που ανασύρει μια συλλογική μνήμη και ένα πόνο. Πέρα, λοιπόν, από τον επαγγελματισμό τους, εκείνοι είχαν και «κάτι» παραπάνω. Όπως είχαν και ο Ανδρέας (Γεωργίου) και ο Κούλλης (Νικολάου).
Ήρθε ο Ανδρέας και μου λέει «Μας έδωσαν την Αρχιεπισκοπή! Πήγαμε στο γραφείο του Μακαρίου, όπου είναι όλα τα πράγματα όπως τα είχε αφήσει! Μας το δώσανε!». Γι’ αυτόν είναι πάρα πολύ σημαντικό. Και βγήκε ο Βαλτινός ως Μακάριος…
Μα ήταν ίδιος!
Όταν βγήκε, τον είδε ο καφετζής από απέναντι και είπε «Τον είδα, ρε παιδιά! Ήρθε ο παπάς!» (γέλια)
Λόγω των δεσμών σου με την Κύπρο, λοιπόν, ήξερες πολλά πράγματα για το θέμα της εισβολής…
Όχι μόνο λόγω των δεσμών. Μου αρέσει πολύ και η Ιστορία…
Γενικώς ήσουν πιο ενημερωμένος από τον μέσο τηλεθεατή που παρακολουθεί τη σειρά. Παρόλα αυτά, πες μου κάτι που δεν ήξερες και το έμαθες τώρα, λόγω αυτής της δουλειάς.
Δεν ήξερα όλες αυτές τις προσωπικές ιστορίες. Είναι άλλο πράγμα να διαβάζεις την Ιστορία απ’ έξω και να ξέρεις τι έκανε ο Μακάριος, τι έκανε ο Ιωαννίδης, τι έλεγε ο Κίσσιντζερ, τι έκανε ο Γρίβας ή ο Σαμψών, και άλλο να ακούς αυτές τις ιστορίες, οι οποίες σε κάνουν να συνειδητοποιείς ποιος ήταν ο αντίκτυπος στις ζωές των απλών ανθρώπων.
Ξέρεις, καμιά φορά, όταν μιλάς για κάτι από απόσταση, είναι το πράγμα πιο απρόσωπο, είναι «κάτι που έγινε κάπου». Ακούγοντας αυτές τις ιστορίες και βλέποντας και τις οπτικοποιήσεις, λες «ρε φίλε, κοίτα να δεις… Οι άνθρωποι αυτοί θα μπορούσαν να είναι ο παππούς μου, ο μπαμπάς μου, η γιαγιά ή η μαμά μου». Και οι πιο πολλοί ήταν μικρά παιδιά, 20 χρονών, που τους λέγανε «πήγαινε στον πόλεμο», έτσι, με την παντόφλα… Και τους πιάσανε, δεν πρόλαβαν να φύγουν, τους βάλανε σε ένα λάκκο και τους σκοτώσανε. Τους πήρε μετά μια μπουλντόζα, τους έθαψε και δεν τους έκλαψε κανένας…
Για τους Ελλαδίτες αγνοούμενους θα δούμε κάτι; Σε πολλούς δεν είναι γνωστό, αλλά υπήρχαν και τέτοιοι αγνοούμενοι…
Μέχρι στιγμής, δεν γνωρίζω κάτι τέτοιο. Αν η έκβαση του πολέμου ήταν διαφορετική, ίσως αυτούς τους ανθρώπους να τους τιμούσαμε ως ήρωες. Επειδή, όμως, ο πόλεμος εχάθη… πρέπει να υπάρχει κάποιος να φταίει. Φταίει το στραβό μας το κεφάλι, αλλά πρώτα απ’ όλα φταίει η χούντα.
Όπως υπάρχουν και Τουρκοκύπριοι αγνοούμενοι, πρέπει να το πούμε κι αυτό…
Και Τουρκοκύπριοι πρόσφυγες, επίσης. Οι οποίοι ενώ ζούσαν στις ελεύθερες περιοχές μέχρι τότε, μεταφέρθηκαν στα κατεχόμενα.
Έγινε ένα είδος ανταλλαγής πληθυσμών, δηλαδή. Αλλά υπήρχαν και Τουρκοκύπριοι που έφυγαν και πριν τον Ιούλιο από τη νότια Κύπρο, ή έπαιρναν τα όπλα, επειδή τους στοχοποιούσε η ΕΟΚΑ Β’.
Το κυπριακό πρόβλημα είναι γενικώς πολυσύνθετο. Και μεθοδευμένα πολυσύνθετο…
Και, στην ουσία, πολλά έγιναν επειδή έπρεπε να μοιραστούν τα πετρέλαια του Αιγαίου. Αν κάπως είχε βρεθεί μια φόρμουλα για το θέμα αυτό, ίσως και η Κύπρος να ήταν πιο ειρηνική, ποιος ξέρει…
Είναι κι αυτοί οι Τούρκοι, ρε παιδί μου… πάντα έτοιμοι να πάρουν φωτιά. Αν το καλοσκεφτείς, οι Τούρκοι είναι ένας λαός που έχει γαλουχηθεί με τη νοοτροπία της επέκτασης: «Πρέπει να επεκταθώ, να καταλάβω μέρη, να αρπάξω… Κι αυτό δικό μου, κι αυτό δικό μου, όλα δικά μου!».
Πού αποδίδεις εσύ τις εντυπωσιακά μεγάλες τηλεθεάσεις του “Famagusta”;
Ειλικρινά, δεν ξέρω να σου απαντήσω. Το σίγουρο είναι ότι πρόκειται για μία πολύ προσεγμένη σειρά, μια προσεγμένη παραγωγή, με ένα πολύ ειδικό θέμα. Είναι πολύ συγκινητική και η ανθρώπινη ιστορία ενός παιδιού που χάθηκε ως βρέφος και τώρα γυροφέρνει την πραγματική του μαμά χωρίς να το ξέρει, σαν η μοίρα να τους φέρνει κοντά. Επιπλέον, είναι μια ιστορία που αφορά τον Ελληνισμό πριν από μόλις 50 χρόνια – πολλοί άνθρωποι που τα έχουν ζήσει, ζουν ακόμα…
Και, φυσικά, είναι και αυτές οι αληθινές μαρτυρίες. Και το όλο κλίμα με εμένα, ως δημοσιογράφο, που παίρνω συνεντεύξεις από τους ανθρώπους αυτούς, δίνει λίγο την αίσθηση ενός ντοκιμαντέρ. Οπότε, βλέπεις μια ιστορία, αλλά μαθαίνεις και κάτι.
Πρέπει, βέβαια, να πούμε ότι και το Mega την πίστεψε πάρα πολύ αυτή τη σειρά. Αλλά ό,τι και να λέμε, το θέμα είναι πολύ δυνατό.
Έχουμε ένα φιλικό ζευγάρι κάτω, στην Κύπρο. Ο πατέρας της κοπέλας είναι πρόσφυγας και, όταν τους ρωτήσαμε τις προάλλες αν έχουν δει τη σειρά, μας απάντησαν κατηγορηματικά «ΟΧΙ».
Και γιατί αυτό;
Γιατί δεν αντέχουν…
Πέρα από το “Famagusta”, τι άλλο υπάρχει στο πρόγραμμα για το άμεσο μέλλον;
Αυτή τη στιγμή έχω το “Famagusta” και το μόνο σχέδιο που υπάρχει είναι να κάνουμε του χρόνου τον χειμώνα στο θέατρο, με τον Δημήτρη Καραντζά, την «Έντα Γκάμπλερ» στο «Προσκήνιο». Έχω επιλέξει το καλοκαίρι να μην κάνω τίποτα. Ελπίζω να καταφέρω να κάνω δύο μήνες διακοπές. Έχω δουλέψει πάρα πολύ στη ζωή μου· μέσα στα 25 χρόνια που δουλεύω, έχω κάνει θέατρο για 5 ζωές… Οργανώνω μόνο καλοκαιρινές διακοπές!
Τι είναι αυτό που μπορεί να σε κάνει να πεις «Τώρα σταματάω. Μόνο διακοπές!»;
Το σώμα μου, το μυαλό μου… Όταν σώμα και μυαλό «αιμορραγούν», και αντιλαμβάνεσαι ότι με το παραμικρό παθαίνεις breakdown· όταν οι αντοχές σου είναι στο ναδίρ και νιώθεις μονίμως την ανάγκη να κοιμηθείς 15 ώρες· όταν δεν μπορείς να σκεφτείς και η φαντασία σου έχει φτάσει στο μηδέν… λες «ώπα!».
Κι ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι όταν βλέπεις ότι τα παιδιά σου έχουν πάρει πέντε πόντους, κι εσύ δεν έχεις πάρει είδηση. Εκεί σκέφτεσαι «Πρέπει λίγο να σταματήσω»…
Ο Χρήστος Λούλης στο Instagram
Photo Credits: Γιώργος Καπλανίδης



Μαρία Λυσάνδρου
