Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης | Συνεντεύξεις - planbemag.gr
Plan Be Mag
Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης
Συνεντεύξεις

Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης: «Η σιωπή σήμερα είναι επανάσταση»

Ο Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης θα ήθελε να κάνει κάποτε μια παράσταση, στην οποία θα παίζει σε απόλυτη σιωπή. Κι όμως, με έναν τρόπο, αυτό το κάνει ήδη. Παρακολουθώντας τον κανείς φέτος ως Στέφανο Λεοντή, στη «Διάφανη Αγάπη» στον ALPHA, αντιλαμβάνεται αμέσως ότι πολλές από τις πιο δυνατές στιγμές του είναι εκείνες στις οποίες αντιδρά σιωπηλά σε όσα παρατηρεί – η θλίψη, ο θυμός, η απόγνωση, όλα καθρεφτίζονται στα μάτια του. Σε πραγματικές συνθήκες, ο Μάρκος είναι ο συνεντευξιαζόμενος με τα πιο γελαστά μάτια που έχω συναντήσει.
Μιλήσαμε για πολλά όταν βρεθήκαμε. Για τη σειρά, για το θέατρο, για τις ανθρώπινες σχέσεις, για τη σημασία τού να ζεις και όχι μόνο να επιβιώνεις, για την Ποίηση... Ίσως γι' αυτό, καθ' όλη τη διάρκεια της συζήτησής μας, μου είχε καρφωθεί στο μυαλό η «Λήθη» του Μαβίλη: «Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε / την πίκρια της ζωής..... Α δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι / τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν· / θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν». Μου φάνηκε τόσο ταιριαστό με τον τηλεοπτικό του χαρακτήρα, ο οποίος κινείται ανάμεσα σε δύο κόσμους, βλέποντας πράγματα που, αν και νεκρός ο ίδιος, τον κάνουν να «θυμηθεί» πως δεν έζησε ποτέ πραγματικά. Το σκέφτηκα μόνο, δεν του το είπα. Γιατί, με τον τρόπο που παίζει, εκείνος το κάνει πράξη ήδη.

Μαρία ΛυσάνδρουΜαρία Λυσάνδρου

Ο Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης θα ήθελε να κάνει κάποτε μια παράσταση, στην οποία θα παίζει σε απόλυτη σιωπή. Κι όμως, με έναν τρόπο, αυτό το κάνει ήδη. Παρακολουθώντας τον κανείς φέτος ως Στέφανο Λεοντή, στη «Διάφανη Αγάπη» στον ALPHA, αντιλαμβάνεται αμέσως ότι πολλές από τις πιο δυνατές στιγμές του είναι εκείνες στις οποίες αντιδρά σιωπηλά σε όσα παρατηρεί – η θλίψη, ο θυμός, η απόγνωση, όλα καθρεφτίζονται στα μάτια του. Σε πραγματικές συνθήκες, ο Μάρκος είναι ο συνεντευξιαζόμενος με τα πιο γελαστά μάτια που έχω συναντήσει.

Μιλήσαμε για πολλά όταν βρεθήκαμε. Για τη σειρά, για το θέατρο, για τις ανθρώπινες σχέσεις, για τη σημασία τού να ζεις και όχι μόνο να επιβιώνεις, για την Ποίηση… Ίσως γι’ αυτό, καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησής μας, μου είχε καρφωθεί στο μυαλό η «Λήθη» του Μαβίλη: «Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε / την πίκρια της ζωής….. Α δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι / τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν· / θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν». Μου φάνηκε τόσο ταιριαστό με τον τηλεοπτικό του χαρακτήρα, ο οποίος κινείται ανάμεσα σε δύο κόσμους, βλέποντας πράγματα που, αν και νεκρός ο ίδιος, τον κάνουν να «θυμηθεί» πως δεν έζησε ποτέ πραγματικά. Το σκέφτηκα μόνο, δεν του το είπα. Γιατί, με τον τρόπο που παίζει, εκείνος το κάνει πράξη ήδη.

Με δυσκόλεψες πολύ, να ξέρεις… Δεν δίνεις συχνά συνεντεύξεις και δεν έβρισκα τι να διαβάσω για σένα.

«Τι φάση;», ε…; (γέλια)

Ναι, ρε παιδί μου… Τι φάση; (γέλια)

Όντως δεν δίνω πολλές συνεντεύξεις, δεν μου αρέσει να μιλάω για τον εαυτό μου. Προτιμώ να μιλάει η δουλειά μου για μένα. Δεν θέλω κι εγώ να μιλάω «αέρα πατέρα», δεν μου βγαίνει…

Εξάλλου, δεν έχω κάνει και τόσα πράγματα… Τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου τελείωσα πριν από 10 χρόνια και έκανα κυρίως θέατρο – και το θέατρο είναι μια Τέχνη που αφορά τη στιγμή που γίνεται. Αν το είδες, το είδες! Επίσης, για ένα μεγάλο διάστημα δεν έκανα τηλεόραση, κι ας είχα προτάσεις. Τι τηλεόραση να κάνεις την περίοδο της κρίσης… Το σίριαλ που έκανε τη διαφορά ήταν οι «Άγριες Μέλισσες».

…στις οποίες συμμετείχες! Ήσουν ένας από τους επαναστάτες, σωστά;

Ναι, ήμουν στην τρίτη σεζόν! Κι αυτό το έκανα γιατί αφ’ ενός ήταν πολύ ενδιαφέρον δραματουργικά, αφ’ ετέρου είχε και ένα πολιτικό πρόσημο. Από εκεί ξεκίνησε το ταξίδι μου στην τηλεόραση. Ήταν ένας ρόλος που με ενδιέφερε πραγματικά, ο οποίος μου άνοιξε και ένα τεράστιο «πεδίο».

Στον Λευτέρη Χαρίτο εγώ χρωστάω πάρα πολλά, όπως και στη Μελίνα (Τσαμπάνη) και τον Πέτρο (Καλκόβαλη). Εκείνοι με έβγαλαν από την αφάνεια και με έβαλαν «στη σέντρα».

Ήταν μεγάλο το ρίσκο και για εκείνους, διότι στη «Μάγισσα», παράλληλα με τους γνωστούς ηθοποιούς, ήμασταν και μια φουρνιά από νέα παιδιά – η Καλλιόπη (Χάσκα), ο Βασίλης (Μηλιώνης), εγώ… Από εκεί μας έμαθαν οι περισσότεροι.

Κι όμως, παρά τη μεγάλη αναγνωρισιμότητα που ήρθε με τη «Μάγισσα», ούτε στα social media σε βλέπω ενεργό.

Για μένα μάλλον λειτουργεί το ίδιο με τις συνεντεύξεις… Θα σου το πω διαφορετικά: Νιώθω ότι τα social media κρύβουν ένα ναρκισσισμό. Τον έχω αυτόν τον ναρκισσισμό, αλλά τον εξαντλώ στη σκηνή. Ξέρω πλέον πού και πώς να τον διοχετεύω.

Στο σχολείο, ας πούμε, ήμουν τρομερά νάρκισσος. Ήθελα να με κοιτάνε, τραβούσα τα βλέμματα πάνω μου και μου άρεσε.

Τα social media κρύβουν ένα ναρκισσισµό. Τον έχω αυτόν τον ναρκισσισµό, αλλά τον εξαντλώ στη σκηνή.

Και τι άλλαξε;

Τώρα έχω καταλάβει ότι όλο αυτό πρέπει να διοχετεύεται στον εκάστοτε ρόλο, στη σκηνή – και εκεί πρέπει να παραμένει. Στη ζωή πρέπει να έχεις μια αντίθετη πορεία, να κάνεις «οικονομία δυνάμεων», ώστε να έχεις την ενέργεια και την όρεξη να αποδώσεις 100% στη σκηνή ή στο γύρισμα, και εκεί πραγματικά να λάμψεις! Διαφορετικά, αν σπαταλάς τόση ενέργεια και στην καθημερινότητά σου, αυτό φθίνει. Χρειάζεται μια ισορροπία.

Νομίζω ότι είμαι λίγο πιο “old school”. Ακόμα κι ένα προφίλ που έχω στο instagram, δεν το έφτιαξα μόνος μου! Δεν έχω ιδέα πώς να το διαχειριστώ! Κάποια στιγμή ίσως γίνω πιο ενεργός…

Επιπλέον, το σκέφτομαι και λίγο διαφορετικά: εμένα με γοητεύει λίγο το μυστήριο. Με ένα τρόπο, πιστεύω ότι η σιωπή σήμερα είναι επανάσταση!

Το ξέρεις ότι μόλις μου έδωσες τον τίτλο της συνέντευξης…

Μα το πιστεύω πραγματικά! Αυτή η σιωπή έχει μέσα της πολλή «φασαρία» – και εννοώ υπό την έννοια της πληροφορίας. Μέσα από αυτή τη σιωπή δίνεις πάρα πολλές πληροφορίες για τον εαυτό σου! Θα ήθελα πολύ, κάποια στιγμή, να μπορέσω να παίξω έτσι στο θέατρο, σε απόλυτη σιωπή, και οι άλλοι να καταλαβαίνουν τα πάντα. Αλλά αυτό θέλει χρόνια Τέχνης για να το κάνεις, χρειάζεται μια μεγάλη διαδρομή εσωτερική…

Κάθε έργο, πέρα από τα λόγια, περιλαμβάνει και μια τεράστια σιωπή, η οποία έχει επίσης το νόημά της.

Μα «και η παύση είναι μουσική», έτσι δεν είναι…;

Ε, βέβαια! Αλλά οι πιο πολλοί τη φοβόμαστε αυτή την κατάσταση – και στο θέατρο, και στην τηλεόραση. Αυτή η παύση έχει φοβερό ρυθμό, αλλά επειδή αυτό δεν μας είναι κατανοητό, θέλουμε μονίμως κάτι «να συμβαίνει».

Μου είπες πριν κάτι ενδιαφέρον: επέλεξες να παίξεις στις «Άγριες Μέλισσες», γιατί ο ρόλος είχε και πολιτικό πρόσημο. Αυτό λειτουργεί ως κριτήριο για σένα όταν μπαίνεις στη διαδικασία να κοιτάξεις ένα σενάριο;

Δεν είναι το μόνο κριτήριο, προφανώς. Είναι, όμως, και αυτό ένα κριτήριο.

Εμείς ανεβαίνουμε πάνω στη σκηνή ή στεκόμαστε μπροστά σε μια κάμερα για να αφηγηθούμε μια ιστορία, η οποία περνάει μέσα από το δικό μας φίλτρο και έχει ένα συγκεκριμένο σκοπό. Η υποκριτική έχει πάντα ένα σκοπό, είναι σαν την πολιτική: σου δίνεται ένα βήμα, και εσύ μέσα από ένα ρόλο εξομολογείσαι/μεταδίδεις πράγματα και αξίες. Γι’ αυτό και είμαστε ηθο-ποιοί. Δεν λέμε απλά λόγια, όλοι κάτι θέλουμε να πούμε μέσα από ένα ρόλο.

Στην πραγματικότητα, «ηθοποιός» είναι αυτό που έλεγε ο Χορν: «καημός πολύ πικρός και στεναγμός…». Διότι όταν υποδύεσαι ένα ρόλο, λειτουργείς με όλο σου το «είναι». Όταν ανεβαίνεις στη σκηνή, πρέπει να είσαι από πάνω μέχρι κάτω «εκεί», να είσαι ολόκληρος – και κάτι παραπάνω!

Μιλάμε για μια αδιανόητη συγκέντρωση, η οποία σήμερα είναι ακόμα πιο δύσκολη, με την τόση πληροφορία γύρω μας, με την τόση απόσπαση προσοχής… Είναι πολύ δύσκολο να γίνεις μια «πνευματική μονάδα» και να μεταδώσεις πνεύμα. Και δεν μιλάμε μόνο για έναν ηθοποιό – σκέψου ένα δάσκαλο, ρε παιδί μου, έναν ιερέα, ένα πολιτικό!

Αυτό, το τελευταίο, μου κάνει εντύπωση που το λες…

Μα δες τους πολιτικούς σήμερα όταν μιλάνε… Μοιάζουν να είναι ασυγκέντρωτοι! Ή έχουν κάτι πολύ «φορμαρισμένο». Γι’ αυτό και τους χλευάζουν όλοι, δεν επικοινωνούν αληθινά με το κοινό.

Ο καθένας έχει την στρατηγική του. Αλλά ακόμα κι αν είναι τα ψέματα η στρατηγική σου, πρέπει να την εφαρμόζεις με μια ειλικρίνεια. Ο πολιτικός μπορεί να πει «Εγώ, παιδιά, δεν κατάφερα να πετύχω αυτό που θέλατε, πρέπει να γίνει δημοψήφισμα. Αλλά να ξέρετε: αν ψηφίσετε αυτό, θα συμβεί αυτό κι αυτό». Οι σημερινοί πολιτικοί δεν έχουν καταλάβει πόση δύναμη έχει αυτή η αλήθεια.

Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης

Άλλο κριτήριο για την επιλογή ενός ρόλου;

Το ίδιο το κείμενο, το οποίο αποτελεί επίσης μία πολύ δυνατή «πνευματική μονάδα». Διότι το κείμενο είναι εκείνο, το οποίο ο ηθοποιός θα κληθεί να περάσει μέσα από το δικό του φίλτρο και να το αποδώσει. Το θέμα είναι τι θέλει ο συγγραφέας να πει, και τι θέλω εγώ να πει. Θεωρώ, λοιπόν, ότι αν κάτι δεν αξίζει να ειπωθεί, δεν αξίζει και τον κόπο να παιχτεί. Δεν με αφορά να λέω μπούρδες και να πληρώνομαι. Δεν με αφορά καθόλου… Άλλους δεν τους πειράζει εφόσον πληρώνονται – κι αυτό είναι ok. Ο καθένας το αντιμετωπίζει διαφορετικά.

Λέγαμε πριν για τις «Άγριες Μέλισσες»… Για μένα, η τρίτη σεζόν ήταν η πιο δυνατή, γιατί τα παιδιά, η Μελίνα, ο Πέτρος και ο Λευτέρης, ρίσκαραν πολύ: δεν είχε ξανα-ασχοληθεί κανείς στην τηλεόραση με αυτή την εποχή. Κι όμως φάνηκε ότι, τελικά, για τη μισή Ελλάδα είναι ταμπού – αν καταλαβαίνεις τι εννοώ… Εμένα αυτό με στεναχωρεί, γιατί νόμιζα ότι κάποια θέματα τα είχαμε πια ξεπεράσει.

Μα όλα είχαν παρουσιαστεί πολύ προσεκτικά, δεν έβγαζε η σειρά δογματισμό…

Αυτό ήταν και το ωραίο, διαφορετικά δεν θα με αφορούσε.

Εμένα μου αρέσει η πολιτική στην Τέχνη, δεν μου αρέσει η πολιτικοποιημένη Τέχνη. Είναι απαραίτητο να ανοίγει ένας διάλογος, γιατί και η ίδια η δημοκρατία εμπεριέχει τον διάλογο. Έτσι αναδιαρθρώνεται και «φρεσκάρει» τον ίδιο της τον εαυτό.

Διάβασα ότι σου άρεσε πολύ η Ποίηση από μικρή ηλικία. Σκέφτομαι, λοιπόν… Τι μπορεί να είναι εκείνο που κάνει ένα αγόρι να διαβάζει Ποίηση στα τέλη της δεκαετίας του ’90, σε μια εποχή που εισβάλλουν δυναμικά στη ζωή μας το Ίντερνετ και οι υπολογιστές – ένας κόσμος εντελώς άλλης λογικής;

Ήμουν τυχερός να μεγαλώσω μέσα σε μία οικογένεια, στην οποία υπήρχε η Ποίηση. Και οι ίδιοι οι γονείς μου διαβάζανε, αλλά διάβαζαν πολύ και σ’ εμάς – και Ποίηση, και Λογοτεχνία. Και οι δύο γονείς μου ήθελαν, με κάποιον τρόπο, να γίνουν ηθοποιοί. Μη νομίζεις, κι εμένα «με πιέσανε» να γίνω ηθοποιός, εγώ ποδοσφαιριστής ήθελα να γίνω! (γέλια)

Επιπλέον, από μικρός πήγαινα στην εκκλησία και άκουγα «Ποίηση»… Διότι το κείμενο της Λειτουργίας, πέραν όλων των υπόλοιπων στοιχείων που περιέχει, σου δίνει την ευκαιρία να ακούσεις κάτι που «έρχεται» από πολύ μακριά, πολύ πίσω… Αυτό, λοιπόν, είναι πολύ σημαντικό, γιατί δεν έχουμε πια πολλές ευκαιρίες να συνδεθούμε με μια τέτοια «ρίζα» – και δεν το εννοώ καθόλου εθνικιστικά ή πατριωτικά. Μιλάω για μια «ρίζα» Παγκόσμιας Ποίησης, με την οποία συνδέεται και η γιαγιά, και ο νέος, και τα παιδιά.

Και ποιος ήταν ο αγαπημένος σου ποιητής;

Διαβάζαμε πολύ Ελύτη… Βασικά μου άρεσαν ο Σεφέρης και ο Ελύτης, αλλά και ο Σολωμός πάρα πολύ. Μετέπειτα «ακούμπησα» αυτή την ανάγκη μου στη Σχολή του Εθνικού, διότι πίστευα ότι δύσκολα θα συνέχιζα να έχω Ποίηση στη ζωή μου – δεν έβλεπα να υπάρχει και πουθενά εκεί έξω… Νομίζω ότι, τελικά, αυτός ήταν και ο λόγος που κατέληξα στο Θέατρο: η αγάπη μου για την Ποίηση, τη Λογοτεχνία, τον Χορό και τη Μουσική. Είμαι τρομερά ευτυχής για την εκπαίδευση που πήρα στο Εθνικό, γιατί νομίζω ότι όλα αυτά μαζεμένα δεν θα τα έβρισκα πουθενά αλλού.

Αναρωτιέμαι… μπορεί ένα παιδί που μεγαλώνει με τέτοιες προσλαμβάνουσες και τέτοια ενδιαφέροντα, να συνδιαλλαγεί εύκολα με τα άλλα παιδιά της ηλικίας του;

Ναι, βέβαια! Εμένα δεν μου έλειψε ποτέ αυτό, ποτέ! Εγώ είχα και αρκετούς φίλους που ήταν παρόμοιας λογικής – ευαίσθητα παιδιά, με τα οποία βρίσκαμε τρόπους να επικοινωνούμε. Αλλά, στην πραγματικότητα, όλα όσα με ενδιέφεραν μαζεμένα, τα ανακάλυψα στους συμφοιτητές μου στη Σχολή. Γι’ αυτό λατρεύω τους ηθοποιούς, γι’ αυτό και χαίρομαι πολύ για πολλά παιδιά, με τα οποία είχαμε βγει μαζί «στην πιάτσα», και τώρα είναι πρωταγωνιστές. Ε, αυτό είναι πολύ ωραίο!

Βλέπεις, λοιπόν, ότι υπάρχει μια κολεκτίβα ανθρώπων, οι οποίοι συντηρούν κάτι που δεν είναι καθόλου «παλιό» – είναι απόλυτα ζωντανό και επανέρχεται. Η Διανόηση και το Πνεύμα πρέπει να ξανάρθουν…

«Πρέπει» ή «θα» ξανάρθουν;

Θα ξανάρθουν. Γιατί δεν θα έχουμε άλλη επιλογή…

Είναι σαν αυτό που λέει ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους», όταν αναγκάστηκαν να σηκώσουν τους δύο μεγαλύτερους ποιητές για να επαναπροσδιορίσουν τον λόγο για τον οποίο υπάρχουμε.

Το Πνεύμα είναι μια «τροφή» εξαιρετικά σοβαρή. Όταν υπάρχει πνευματική κρίση, οι εξελίξεις είναι πάντα καταστροφικές. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο δείγμα πολέμου είναι η πνευματική κρίση.

Μα γι’ αυτό και μιλάμε τόσο για την ανάγκη μιας ουσιαστικής Παιδείας…

Βλέπεις; Όλοι το λένε πια!

Ακριβώς επειδή το λένε όλοι τόσο πολύ, φοβάμαι μην είναι απλά ένα κλισέ που το λέμε απλά για να το πούμε…

Μα έχει γίνει όντως κλισέ. Είναι τρομερό…

Ας πάμε λίγο στη «Διάφανη Αγάπη», που βλέπουμε φέτος στον Alpha. Αν σου ζητούσα να μου δώσεις τον βασικότερο χαρακτηρισμό αυτής της σειράς, τι θα μου έλεγες; Είναι μια ιστορία αγάπης; Μια ιστορία για το μεταφυσικό; Μια ιστορία προδοσίας; Μια ιστορία για τη φιλία; Μια ιστορία για όλα εκείνα που δεν προλάβαμε ποτέ να πούμε…;

Όλα αυτά ισχύουν! Αν έπρεπε, όμως, να πω αυτό που εγώ θεωρώ βασικότερο, θα έλεγα ότι είναι μια ιστορία συγχώρεσης. Για τον Στέφανο, τον δικό μου χαρακτήρα, είναι μια ιστορία συγχώρεσης του εαυτού του, πριν περάσει στον τόπο των νεκρών.

Ο σεναριογράφος τον κρατάει σε μια ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ ζωής και θανάτου, όπου αρχίζει να ξετυλίγεται μπροστά του ένα νήμα ζωής, στην οποία συνειδητοποιεί ότι δεν ήταν ποτέ παρών. Πρέπει, λοιπόν, να συγχωρέσει πρώτα τον εαυτό του, γιατί δεν αγάπησε ποτέ ουσιαστικά, δεν πίστεψε ποτέ σε κάτι ουσιαστικά, δεν έζησε ποτέ ουσιαστικά. Γι’ αυτό και πέθανε ανούσια.

Πολλοί λένε «πριν πεθάνω, θα ήθελα να έχω κάνει αυτό, να έχω κάνει το άλλο…». Κι όμως, πραγματική κληρονομιά μας είναι μόνο οι σχέσεις μας. Παραμένουμε «ζωντανοί» διά της απουσίας μας, επειδή η παρουσία μας είχε υπάρξει τόσο θερμή στις σχέσεις μας με τους ανθρώπους. Ο Στέφανος είχε μεν μια θερμή παρουσία, αλλά έβλεπε μόνο τον εαυτό του – δεν έβλεπε την παρουσία κανενός άλλου.

Γι’ αυτό και, παράλληλα, είναι μια ιστορία για τη φιλία, γιατί αποδεικνύεται ότι ο πρώτος πραγματικός φίλος που απέκτησε είναι η μικρή που μπορεί να τον δει. Σκληρό…

Θεωρείς τυχαίο ότι το κορίτσι αυτό το λένε «Φωτεινή»; Ένα πλάσμα που έχει φως;

Όχι! Δεν το θεωρώ καθόλου τυχαίο! Αν και δεν ρώτησα ποτέ γι’ αυτό τον Βασίλη (Ρίσβα) και τη Δήμητρα (Σακαλή), νομίζω ότι το έχουν σκεφτεί.

Μπήκα στη διαδικασία να δω και την εξήγηση του ονόματος «Στέφανος», του δικού σου χαρακτήρα. Βρήκα λοιπόν ότι ο «Στέφανος», μεταξύ άλλων, είναι ικανός να υπερβεί τις αναστολές και τους φόβους του όταν νιώθει ότι αγωνίζεται για ένα ιδανικό…

Φοβερό είναι αυτό! Είναι όλη η ουσία του ρόλου, από το όνομά του και μόνο!

Να ξέρεις, αυτό το κάνουν και πολλοί συγγραφείς στο θέατρο – δίνουν στους ρόλους ονόματα που τους χαρακτηρίζουν…

Πραγµατική κληρονοµιά µας είναι µόνο οι σχέσεις µας. Παραµένουµε «ζωντανοί» διά της απουσίας µας, επειδή η παρουσία µας είχε υπάρξει τόσο θερµή στις σχέσεις µας µε τους ανθρώπους.

Στη σειρά ουσιαστικά είσαι πνεύμα, για τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές είσαι αόρατος. Ποια είναι η μεγαλύτερη δυσκολία τού να γυρίζεις μία σκηνή, στην οποία υποτίθεται ότι δεν είσαι εκεί;

Τους συναδέλφους μου να ρωτήσεις! Για εμένα δεν είναι καθόλου δύσκολο! (γέλια)

Το να προσέχεις, ας πούμε, να μην καθρεφτιστείς σε ένα καθρέφτη;

Αυτό είναι για τον σκηνοθέτη…

Το να είσαι σε δωμάτιο που έχει παρκέ και να πρέπει να κινηθείς χωρίς να τρίξει το πάτωμα;

Ε, αυτό είναι για τον ηχολήπτη! (γέλια)

Ή το να στέκεσαι πάρα πολύ κοντά στους άλλους, όταν τους παρακολουθείς; Μα πας κι εσύ και μπαίνεις μες στη μούρη τους, βρε άνθρωπε… (γέλια)

Είχαμε μια σκηνή στην ταράτσα, όταν έρχονται οι συνάδελφοί μου στη σκηνή του εγκλήματος. Κι είναι ο Ανδρέας ο Κωνσταντίνου, ο οποίος είναι «άσπαστος», ρε παιδί μου… Έφτασα κυριολεκτικά μες στη μούρη του όταν έλεγε τη θεωρία του για το τι συνέβη, και είπα «Τι λες ρε;;;». Δεν κουνήθηκε καθόλου! Του λέω μετά «Μα πώς κρατήθηκες;». «Έκανα meditation εκείνη την ώρα!», μου λέει. (γέλια)

Πάντως, το δυσκολότερο υποκριτικά είναι να παίζεις την απουσία ενός ανθρώπου που είναι παρών – γι’ αυτό και η δυσκολία πέφτει περισσότερο στους συναδέλφους μου.

Εγώ, από την άλλη, δεν υιοθέτησα τη συνθήκη ότι είμαι ένα φάντασμα που μιλάει σε ζωντανούς. Το αντιμετώπισα σαν να ήμουν ζωντανός. Το δύσκολο υποκριτικά σε αυτή τη συνθήκη είναι το αντίκρισμα. Η υποκριτική στηρίζεται στο σχήμα «δράση – αντίδραση». Εγώ, δηλαδή, εισπράττω κάτι από τη δική σου αντίδραση, το οποίο με κάνει να συνεχίζω να μιλάω.

…αλλά, σε αυτή την περίπτωση, εσύ δεν έχεις καμία αντίδραση από κανέναν. Σαν να μιλάς σε τοίχο.

Ακριβώς! Οπότε, πρέπει να φανταστώ ένα είδος αντίδρασης για να συνεχίσω. Η παρουσία τους και μόνο, βέβαια, μου δίνει πολλά…

Γι’ αυτό και θεωρώ ότι στις σκηνές με τη μικρή που με βλέπει, ο κόσμος μπορεί να καταλάβει πολύ περισσότερα για τον χαρακτήρα του Στέφανου – αυτή η σχέση είναι «ζωντανή».

Κι αν σου ζητούσα να μου ψυχογραφήσεις τον Στέφανο Λεοντή έτσι όπως εσύ τον κατάλαβες, όταν πρωτοπήρες το σενάριο;

Ο Στέφανος είναι ένα παιδί που έχει μια μεγάλη πληγή – τους γονείς του. Όπως όλα τα ορφανά παιδιά, έτσι κι αυτός έχει κάποιες ιδιαιτερότητες: δεν ξέρει πώς να συνδεθεί συναισθηματικά με τον κόσμο. Είναι τεράστιο πράγμα η έλλειψη γονιού, το να νιώθεις «εγκαταλελειμμένος»… Αυτή η εγκατάλειψη σε ακολουθεί πάντα.

Κι επειδή εγώ είχα δύο καταπληκτικούς γονείς, αντέστρεψα τη συνθήκη και είπα «φαντάσου, αν δε τους είχες, πώς θα ήσουν». Έχω πάρει φοβερά εφόδια από εκείνους βγαίνοντας στη ζωή – πόσο εύκολα δίνομαι στις σχέσεις, πόσο δεν με νοιάζει να «καώ», να αγαπήσω και να αγαπηθώ, πόσο εύκολα συγχωρώ ή ζητάω συγγνώμη…

Ένα παιδί που δεν έχει αυτές τις προσλαμβάνουσες, υπάρχει κίνδυνος να τα θεωρήσει όλα αυτά μη φυσιολογικά, να τα δει ως «ανωμαλίες». Ο Στέφανος δεν ξέρει να συμπεριφέρεται, με αποτέλεσμα να συμπεριφέρεται άκρως χειριστικά, χωρίς να το καταλαβαίνει απαραίτητα. Δεν κάνει πολύ eye contact, το κάνει μόνο όταν κάτι τον ενδιαφέρει πραγματικά. Δεν δίνεται με την ψυχή του στις σχέσεις, δεν δένεται. Ό,τι ξεκινάει το χαλάει, γιατί δεν ξέρει πώς να το διαχειριστεί. Ουσιαστικά, είναι συναισθηματικά ανάπηρος. Ρε ‘συ… είναι κόλαση αυτό το πράγμα…

Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης

Κι όμως, στο κομμάτι του «γονιού», βλέπουμε ότι ο Νίκος Ραγκούσης, ο χαρακτήρας του Νίκου Ψαρρά, λειτουργεί κάπως σαν πατέρας για εκείνον.

Ο Ραγκούσης τον πήρε υπό την προστασία του, ήταν εκείνος που τον έβαλε στο Σώμα. Όμως δεν ήταν κι αυτός ικανός να γίνει πρότυπο πατέρα. Μέχρι στιγμής, έχουμε δει ότι είναι ένας άνδρας που μεγαλώνει έναν γιο χωρίς μάνα (τους λόγους θα τους δούμε στην πορεία), με τον οποίο δεν έχει καλές σχέσεις.

Ο Ραγκούσης βλέπει στο πρόσωπο του Στέφανου τον γιο που θα ήθελε να έχει, γιατί λόγω δουλειάς έχει μαζί του πιο κοντινή σχέση. Στην εξέλιξη της ιστορίας, θα δούμε πώς δικαιολογείται όλο αυτό.

Η μόνη ουσιαστική σχέση που είχε ο Στέφανος, λοιπόν, ήταν με τον Ραγκούση επειδή τον μεγάλωσε. Η άλλη ουσιαστική σχέση που είχε, με αναλαμπές βέβαια, ήταν με τη γυναίκα του την Άννα. Αν και η αγάπη του για την Άννα βλέπουμε να διογκώνεται στη μετά θάνατον ζωή, δεν ήταν τόσο έντονη όσο ζούσε… Ήταν ένα ζευγάρι σε απόσταση.

Βέβαια και η Άννα ήταν ένα παρόμοιο παιδί με τον Στέφανο. Παρόλο που ξέρει τι σημαίνει αγάπη, γιατί την είχε στην οικογένειά της, μεγάλωσε με ένα πολύ σκληρό πατέρα. Στον Στέφανο βρήκε αυτό που της έλειπε, κατά κάποιον τρόπο. Αλλά, στο βάθος, ούτε εκείνη ξέρει ακριβώς πώς ν’ αγαπάει.

Άρα, δεν μιλάμε για ετερώνυμα ακριβώς…

Νομίζω πως όχι. Ήταν ετερώνυμα επιφανειακά. Στην πραγματικότητα, ήταν συμβατοί συναισθηματικά.

Βλέπεις ότι και η Χαρά (Μάτα Γιαννάτου), ως Άννα, το πάει πολύ καλά – έχει «κρατήματα», έχει δεύτερες σκέψεις… Έτσι είναι ένα παιδί που ζει σε μια πλούσια οικογένεια με έναν υπογείως αυταρχικό πατέρα. Άρα, και για εκείνη ο πατέρας είναι μια πληγή.

Ο Στέφανος έχει πολλά στοιχεία του πατέρα της – είναι και εκείνος αυταρχικός, πολύ σίγουρος για τον εαυτό του… Αυτή η αυταρχικότητα, όμως, δηλώνει ένα μεγάλο συναισθηματικό κενό, το οποίο προσπαθεί να «γεμίσει» με την επιθετικότητα και με αυτή τη φοβερή σιγουριά που δείχνει.

Όταν πια έχει σκοτωθεί, ο Στέφανος μπαίνει στη συνθήκη της αγάπης πολύ πιο βαθιά, γιατί πλέον τη βοηθάει, ενώ δεν έχει τίποτα να κερδίσει από αυτό, τη βοηθάει χωρίς αντίτιμο. Και όχι απλά χωρίς αντίτιμο – βλέποντάς την και με άλλους άνδρες. Αυτό, όμως, είναι η ουσιαστική αγάπη.

Έχει και τη μικρή, βέβαια, που κάπως συμβάλλει σ’ αυτή τη μεταστροφή…

Έτσι είναι, ναι. Αλλά ακόμα και τότε τού είναι δύσκολο – πάλι ο τύπος λέει τα δικά του! (γέλια) Σιγά σιγά, όμως, θα δημιουργηθεί κάτι πολύ αληθινό.

Μου έλεγε πριν μερικές μέρες η Μέγκι (Σούλι), η οποία υποδύεται τη Φωτεινή, ότι πήρε ένα μήνυμα από κάποιον που είχε χάσει πρόσφατα ένα αγαπημένο του πρόσωπο, και της έλεγε ότι αυτή η σειρά τον «καθησυχάζει», τον κάνει να αισθάνεται καλύτερα…

Εσύ είσαι τέτοιος άνθρωπος; Πιστεύεις ότι άνθρωποι που έχουν «φύγει» μπορεί να είναι, με κάποιον τρόπο, δίπλα μας;

Το πιστεύω πάρα πολύ – γι’ αυτό και είμαι στο Θέατρο! Και στο θέατρο αυτό αισθάνεσαι, νιώθεις ότι γύρω σου κινούνται πνεύματα! Στην Αγγλία αφήνουν πάντα ένα μικρό φως αναμμένο στο θέατρο, για τα πνεύματα που ζουν εκεί…

Μα τα θέατρα του Λονδίνου «παίζει» να είναι τα πιο στοιχειωμένα στον κόσμο… Το αισθάνεσαι με το που μπαίνεις!

Ακριβώς! Τα θέατρα είναι γεμάτα ενέργειες, γεμάτα «απουσίες»! Και δανείζονται το σώμα των ηθοποιών για να υπάρξουν! Μα και οι χαρακτήρες των έργων είναι σκέψεις ανθρώπων…

Στο θέατρο εγώ δεν παίζω τον Όστιν – παίζω τον ίδιο τον Σέπαρντ! «Ζωντανεύω» την ψυχή ενός ανθρώπου, κι αυτό είναι πολύ ωραίο να το σκέφτεσαι: ότι, μέσα από σένα, ξαναζεί μια μεγάλη ψυχή!

Εγώ θέλω να ζω, δεν θέλω απλά να «εκτελώ» κάτι – όσο κι αν µ’ αρέσει αυτό που κάνω.

Μίλησέ μου λίγο για τον θεατρικό σου χαρακτήρα. Φέτος είσαι στο Θέατρο Χώρα, στην παράσταση “True West” του Σαμ Σέπαρντ. Ο Όστιν είναι πολύ διαφορετικός από τον Στέφανο…

Ο Όστιν είναι ο ίδιος ο Σέπαρντ, το έργο είναι αυτοβιογραφικό. Είναι ένας άνθρωπος που κλήθηκε να γράψει την επόμενη επιτυχία, στο σπίτι της μητέρας του, με ένα μπουκάλι ουίσκι και μια γραφομηχανή. Είναι ένας άνθρωπος χωρίς έμπνευση. Ξεκινώντας, λοιπόν, να γράψει, εισβάλλουν οι μνήμες – και ο αδελφός του, ο Λη, ο οποίος είναι εντελώς διαφορετικός από εκείνον, είναι η πιο ισχυρή μνήμη που έχει. Αυτό ήθελε να δείξει και η σκηνοθέτις μας, η Έλενα Καρακούλη.

Ο Σέπαρντ δεν είχε αδέλφια. Στην πραγματικότητα, «διχοτομεί» την ψυχή του σε δύο μορφές, τον Όστιν και τον Λη, γιατί αυτό ήταν και ο ίδιος στη ζωή του: αφ’ ενός, ήταν ένας άνθρωπος οργανωτικός, που έγραφε ωραία, είχε τα πάντα τακτοποιημένα, όπως ο Όστιν· αφού έκανε αυτό, πήγαινε στην έρημο, έπαιζε ξύλο, έπινε, έπαιρνε ναρκωτικά… Ήταν αυτοκαταστροφικός, όπως ο Λη. Πίστευε, όμως, ότι μόνο έτσι μπορούσε να επιστρέψει και να γράψει. Δεν αρκεί να είσαι τακτικός και οργανωμένος για να γίνεις κάτι εξαιρετικό – σου λείπει η εμπειρία της περιπέτειας. Αυτό λέει, ουσιαστικά, και ο Γκαίτε στο «Φάουστ».

Έρχεται, λοιπόν, ο Λη και κλέβει τη δουλειά από τον Όστιν, γιατί απλά είναι φοβερός παραμυθάς – αυτή είναι και η μισή τέχνη της συγγραφής. Για τον Σέπαρντ αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό…

Και είναι και μια συνεργασία με τον Νίκο Ψαρρά, πέρα από τη «Διάφανη Αγάπη» – αν και η λέξη «συνεργασία» μού φαίνεται πολύ πεζή για να περιγράψει τη σχέση των δυο σας…

Με τον Νίκο βρεθήκαμε για πρώτη φορά στη «Μάγισσα» και αγαπηθήκαμε πολύ. Από την πρώτη μέρα που συναντηθήκαμε, καταλάβαμε ότι ταιριάζουμε – έχουμε αρκετά κοινά «τοπία» και ψυχικά, και εγκεφαλικά. Παράλληλα, είμαστε σε αρκετά πράγματα αντίθετοι, οπότε ο ένας έρχεται κάπως και συμπληρώνει τον άλλον.

Ο Νίκος είναι από τους πιο αστείους τύπους που ξέρω, είναι φοβερός παραμυθάς. Διηγείται τόσο ωραία ιστορίες από τη ζωή του – σαν να είναι ηθοποιός, ρε παιδί μου! (γέλια)

Όταν είδαμε, λοιπόν, πόσο ταιριάζαμε, αποφασίσαμε ότι έπρεπε να κάνουμε κάτι μαζί. Μετά από μεγάλη αναζήτηση, βρήκαμε το “True West”, έχοντας ως σκηνοθέτιδα τη γυναίκα του Νίκου, την Έλενα Καρακούλη, με την οποία έκαναν πέρυσι πολύ μεγάλη επιτυχία με το «Σκηνές από ένα γάμο». Αυτή η συνάντηση στο “True West” ήταν τρομερή συγκυρία, είναι από τις ωραιότερες δουλειές που θα έχω να θυμάμαι.

Και τηλεόραση, και θέατρο φέτος, λοιπόν…

Το κάνω με πολύ μεγάλη χαρά, αλλά από του χρόνου αυτό θα το αλλάξω.

Εγώ θέλω να ζω, δεν θέλω απλά να «εκτελώ» κάτι – όσο κι αν μ’ αρέσει αυτό που κάνω. Θέλω να τροφοδοτούμαι και από άλλα πράγματα. Ακόμα και το να κάτσεις μέσα μια μέρα και να κοιτάς το ταβάνι, είναι χρήσιμο! Ή να αφιερώσεις χρόνο για να κοιμηθείς!

Έχουμε ξεχάσει βασικά πράγματα, τα οποία όμως είναι ζωτικής σημασίας για τον άνθρωπο. Όλη τη μέρα είμαστε σε κίνηση, σε τρελούς ρυθμούς – για ποιον λόγο; Τα πάντα γύρω μας είναι διαμορφωμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε απλά να επιβιώνουμε. Δεν ζούμε! Αλλιώς θα έβλεπες τις καφετέριες γεμάτες με ανθρώπους με βιβλία…

«Εσείς έχετε ερωτευτεί ποτέ;». «Όχι, δεν έχω χρόνο να ερωτευτώ», είπε ο άλλος. Πω πω, φίλε… τι απίστευτη ατάκα αυτή… Δεν έχεις χρόνο να ερωτευτείς; Αν δεν ρισκάρεις, αν δεν χαρείς, αν δεν δοκιμάσεις τις ισορροπίες σου, τότε γιατί ζεις;

 

 

 

 

Ο Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης στο Instagram