Δώρα Χρυσικού | Συνεντεύξεις-planbemag.gr
Plan Be Mag
Δώρα Χρυσικού
Συνεντεύξεις

Δώρα Χρυσικού: «Πάντα πήγαινα ενάντια στους πολλούς, και αυτό το θεωρώ παράσημο!»

Η Δώρα Χρυσικού είναι η προσωποποίηση του ψυχικού σθένους – και το λέω έχοντας κουβεντιάσει μαζί της και σε μια πολύ δύσκολη περίοδο, κατά την οποία ο καρκίνος της είχε μόλις χτυπήσει την πόρτα, αλλά και τώρα, που η ζωή της έχει επανέλθει πια σε κανονική τροχιά. Οι αγώνες που επιλέγει να δίνει δεν αφορούν μόνο την ίδια. Αφορούν την υπεράσπιση του ηθικού της κώδικα, αλλά και την ισχυρή πεποίθησή της ότι είναι στο χέρι μας να διαμορφώσουμε έναν καλύτερο κόσμο. Ο μονόλογος «18/9», τον οποίο παρουσιάζει στο Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης», έγινε από νωρίς sold-out. Καμία έκπληξη εκεί. Υπήρξε, όμως, και η αφορμή να ξαναβρεθούμε, να μιλήσουμε για τη δυνατή αυτή παράσταση, για τη νέα βρετανική σειρά στην οποία πρωταγωνιστεί, αλλά και για την «Αρετή» της στη «Γη της Ελιάς», στο Mega. Και, κυρίως, ήταν η αφορμή για να τη δω να χαμογελάει, χωρίς καμιά σκιά στα μάτια της. Γιατί η Δώρα πια χαμογελάει πλατιά· κι αυτό είναι αποκλειστικά δική της κατάκτηση.

Μαρία ΛυσάνδρουΜαρία Λυσάνδρου

Η Δώρα Χρυσικού είναι η προσωποποίηση του ψυχικού σθένους – και το λέω έχοντας κουβεντιάσει μαζί της και σε μια πολύ δύσκολη περίοδο, κατά την οποία ο καρκίνος της είχε μόλις χτυπήσει την πόρτα, αλλά και τώρα, που η ζωή της έχει επανέλθει πια σε κανονική τροχιά. Οι αγώνες που επιλέγει να δίνει δεν αφορούν μόνο την ίδια. Αφορούν την υπεράσπιση του ηθικού της κώδικα, αλλά και την ισχυρή πεποίθησή της ότι είναι στο χέρι μας να διαμορφώσουμε έναν καλύτερο κόσμο. Ο μονόλογος «18/9», τον οποίο παρουσιάζει στο Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης», έγινε από νωρίς sold-out. Καμία έκπληξη εκεί. Υπήρξε, όμως, και η αφορμή να ξαναβρεθούμε, να μιλήσουμε για τη δυνατή αυτή παράσταση, για τη νέα βρετανική σειρά στην οποία πρωταγωνιστεί, αλλά και για την «Αρετή» της στη «Γη της Ελιάς», στο Mega. Και, κυρίως, ήταν η αφορμή για να τη δω να χαμογελάει, χωρίς καμιά σκιά στα μάτια της. Γιατί η Δώρα πια χαμογελάει πλατιά· κι αυτό είναι αποκλειστικά δική της κατάκτηση.

Την προηγούμενη φορά που βρεθήκαμε, το 2021, η «Γη της Ελιάς» δεν είχε αρχίσει ακόμα να προβάλλεται κι εσύ βρισκόσουν στην αρχή της περιπέτειας με την υγεία σου. Τέσσερα χρόνια μετά, η σειρά έχει αποδειχθεί μεγάλη επιτυχία, την ασθένεια την έχεις αντιμετωπίσει, ενώ πρωταγωνιστείς και σε μια παράσταση που κάνει απανωτά sold-out. Θέλω λίγο να μου συγκρίνεις τη Δώρα του 2021 με τη Δώρα του 2025.

Είμαι πολύ πιο δυνατή, είμαι πολύ πιο αποφασισμένη. Πριν ήμουν ένα φοβικό άτομο. Βέβαια, αυτά τα «δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί της», «δυνατός και θαρραλέος άνθρωπος» που ακούω τώρα, προφανώς και ήταν κομμάτια της προσωπικότητάς μου – δεν πιστεύω, δηλαδή, ότι μια τόσο σοβαρή ασθένεια, όπως ο καρκίνος, μπορεί ν’ αλλάξει τον πυρήνα σου. Μπορεί, όμως, αυτά τα στοιχεία που ήταν καταπιεσμένα, να τα φέρει στην επιφάνεια.

Το έθεσες χρονικά: «η Δώρα του 2021 – η Δώρα του 2025». Η αλήθεια είναι ότι, με αυτή την ασθένεια, διασαλεύεται η σχέση που έχεις με τον χρόνο. Ο χρόνος παύει να είναι γραμμικός – συστέλλεται, διαστέλλεται… Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ας πούμε, εγώ τον χρόνο τον βιώνω με τρίμηνα, τότε που κάνω τις εξετάσεις μου και παίρνω το «ελευθέρας» ότι είμαι καλά.

Υπό αυτή την έννοια, αρχίζει μια μεγαλύτερη αυτοκριτική για τον χρόνο που έχει περάσει, για τα πεπραγμένα της ζωής σου. Γίνεται μια ουσιαστική ενδοσκόπηση σε σχέση με τις επιλογές που είχες κάνει, αλλά και με το πώς θέλεις να διαθέσεις τον χρόνο από εδώ και πέρα. Η ασθένεια σε φέρνει προ της θνητότητάς σου και καταλαβαίνεις ότι ο χρόνος δεν είναι απέραντος και ανεξάντλητος. Όταν, λοιπόν, σου έχει δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία ζωής, όπως δόθηκε σε μένα, σκέφτεσαι: «Αυτόν τον χρόνο που ξεκινάει από τώρα, πώς θέλω να τον διαθέσω; Με ποιους θέλω να τον περάσω;»

Και ποιο ήταν το συμπέρασμα της δικής σου ενδοσκόπησης;

Αυτό στο οποίο έχω σίγουρα καταλήξει είναι ότι δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση ο φόβος, όποιας μορφής και να είναι, να αναστέλλει αυτά που θέλω να κάνω. Η παράσταση «18/9» είναι ένα αποτέλεσμα αυτής της εσωτερικής διαδικασίας, γιατί ενδεχομένως να μην είχα τα κότσια να το τολμήσω πιο πριν. Η παλιά Δώρα μπορεί να μην το αποτολμούσε.

…λόγω της θεματικής της παράστασης; Λόγω δικής σου ανασφάλειας;

Λόγω προσωπικής ανασφάλειας ότι δεν θα τα καταφέρω, όχι λόγω θέματος.

Σε ρωτάω, γιατί θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί «Ωραίο το θέμα, αλλά δεν το ακουμπάω διότι δεν θέλω να προκαλέσω».

Όχι, όχι, δεν έχει να κάνει καθόλου με αυτό. Ήταν τόσο μεγάλη η ευθύνη, ακριβώς εξαιτίας του θέματος, που μπορεί να ένιωθα ότι εγώ δεν ήμουν επαρκής. Όμως η ασθένεια μού πρόσθεσε πολλά μέτρα μπόι σε σχέση με τη δύναμή μου και το τι μπορώ να καταφέρω. Γι’ αυτό και τη Δώρα τώρα την εκτιμώ και την αγαπώ 100 φορές περισσότερο.

Αλαζόνας δεν θα μπορούσα να γίνω ποτέ, γιατί κάνω συνεχώς κριτική στον εαυτό μου και είμαι εκ φύσεως σεμνή. Όμως δεν θέλω πια να μην αντιλαμβάνομαι και τον «χώρο» που πραγματικά μου αντιστοιχεί. Αυτό δεν το έκανα πριν. Τώρα πλέον πιστεύω ότι, αν βάλω την καρδιά και την ψυχή μου, δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορώ να καταφέρω. Και, αν με ρωτάς, δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλος που θα μπορούσε να κάνει αυτή την παράσταση καλύτερα από μένα, γιατί δεν υπάρχει κανένας άλλος που να έχει ασχοληθεί τόσο πολύ με το θέμα, που να έχει συνδεθεί η ζωή του τόσο μαγικά και άρρηκτα με τον Παύλο (Φύσσα) και την οικογένειά του. Δεν είναι ότι εγώ έγινα ξαφνικά πολιτικό ον. Αυτή είναι η ζωή μου!

Αυτή η παράσταση σε κάνει να νιώθεις άβολα. Κι αυτό ήταν ζητούµενο για µένα.

Διάβασα ότι ήσουν από τους ανθρώπους που πήγαιναν σταθερά στη δίκη για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Τα παρακολουθούσες όλα από κοντά, δεν είχε να κάνει με την παράσταση.

Μα στη δίκη προέκυψε η ιδέα για το έργο! Εγώ την κυρία Μάγδα, την οικογένεια και τους φίλους του Παύλου δεν τους ήξερα! Εκεί γνωρίστηκα με αυτούς τους ανθρώπους, εκεί κατάλαβα τον αγώνα τους, εκεί θαύμασα το θάρρος τους, την ηθική τους, και θέλησα να κάνω κάτι για το παιδί τους, αλλά και για τη σύγχρονη ιστορία, σε σχέση με το παιδί τους.

Έχεις πει ότι «η παράσταση αυτή είναι ένα σκούντημα στον θεατή». Γιατί θεωρείς ότι χρειαζόμαστε αυτό το «σκούντημα»;

Γιατί κοιμόμαστε! Είμαστε εν υπνώσει.

Και τι είναι αυτό που μας κοιμίζει; Η άγνοια; Το βόλεμα; Ο φόβος;

Είναι όλα αυτά μαζί. Ο φόβος είναι κάτι πολύ σεβαστό – είναι ένα βουνό που μπορεί να σε συνθλίψει. Αυτό το παιχνίδι με τον φόβο υπάρχει στις ζωές όλων των ανθρώπων, απλώς σε κάποιους δείχνει το πιο σκληρό του πρόσωπο. Γι’ αυτό και πρέπει να βρίσκεις τρόπους να τον τιθασεύεις.

Την άγνοια δεν μπορώ να τη δεχτώ ως δικαιολογία. Υπάρχει τεράστια πληροφόρηση πλέον. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος, με τέτοια πρόσβαση που υπάρχει σήμερα στην πληροφορία από χίλιες δυο πλευρές, να πει ότι δεν γνωρίζει. Ένας πολύ μεγάλος άνθρωπος, ο οποίος μπορεί να παπαγαλίζει αυτό που του λέει η τηλεόραση, ενδεχομένως να ήταν δικαιολογημένος.

Αυτό που έχω καταλάβει είναι ότι η πληροφορία χρειάζεται εύφορο έδαφος για να ανθήσει. Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ένα σύστημα πολύ κλειστό, φτιαγμένο από ακραίες και βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις και φοβίες, έχοντας ένα πολύ συγκεκριμένο αφήγημα που δεν ταρακουνιέται εύκολα – ό,τι κι αν έρθει στην απέναντι πλευρά. Οπότε, αυτή η αλλαγή σκέψης και νοοτροπίας δεν μπορεί να επιτελεστεί από τη μία στιγμή στην άλλη. Επίσης, θέλει και ένα προσωπικό θάρρος να απεκδυθείς αυτά που έχεις μάθει και ν’ αφήσεις χώρο, ώστε να μπορέσεις να πάρεις μια καινούργια πληροφορία, που μπορεί να μην είναι και πολύ «βολική» για σένα και για τα όσα πίστευες μέχρι τώρα.

Επειδή έχω σπουδάσει Ψυχολογία, αυτό το λένε και για τους ανθρώπους π.χ. που σου λένε «Είμαι πολύ δυστυχισμένος σ’ αυτόν τον γάμο». Τους λες «Και γιατί δεν χωρίζεις;». Δεν υπάρχει μεγαλύτερος τρόμος από εκείνον της αλλαγής. Υπάρχουν άνθρωποι που προτιμούν ένα μοτίβο, ακόμα κι αν είναι κακοποιητικό, μόνο και μόνο επειδή τους είναι οικείο, από το να αντιμετωπίσουν τον φόβο του καινούργιου.

Και το βόλεμα; Αυτό παίζει καθόλου ρόλο σ’ αυτή τη μαζική «ύπνωση»;

Υπάρχει ένα βόλεμα πολύ βαθύ, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας. Υπάρχουν πάντα φωνές αντίστασης, απλά μέσα στους πολλούς αυτές οι φωνές νιώθουν μια αφόρητη μοναξιά.

Νομίζω ότι το βόλεμα, και η έλλειψη παιδείας και αντανακλαστικών έχουν συμβάλει πολύ σ’ αυτή την κατάσταση.

Δώρα Χρυσικού

Πιστεύεις ότι μια παράσταση μπορεί να κάνει τη διαφορά;

Δεν νομίζω ότι το θέατρο δίνει απαντήσεις, ούτε λύσεις – η ζωή θα σε προλάβει με το που θα βγεις από την αίθουσα. Πιστεύω, όμως, ότι μια παράσταση μπορεί να σου δημιουργήσει ερωτήματα, να σε ταρακουνήσει ψυχικά και να σε κάνει να αισθανθείς λιγότερο μόνος.

Έζησα ένα συγκλονιστικό περιστατικό με δύο κορίτσια, τα οποία σε όλη την παράσταση κρατιόντουσαν χέρι-χέρι και κλαίγανε. Τα κορίτσια αυτά ήταν ζευγάρι. Στο τέλος ήρθαν και μ’ αγκάλιασαν και μου είπαν «Κυρία Χρυσικού, ο κόσμος εκεί έξω για εμάς είναι αφόρητος. Εδώ μέσα νιώσαμε πολύ τρυφερά και πολύ ασφαλείς». Αν μπορεί, λοιπόν, το θέατρο ως σύμβαση να προκαλέσει αυτά τα συναισθήματα σε δύο πλάσματα, προφανώς και είναι κέρδος. Πόσω μάλλον αν καταφέρει, έστω, να σε μετακινήσει από τις βεβαιότητές σου· να σε κάνει να σκεφτείς «Κι αν δεν είναι τα πράγματα έτσι όπως νομίζω;». Ή να σε κάνει να νιώσεις άβολα.

Αυτή η παράσταση σε κάνει να νιώθεις άβολα. Κι αυτό είναι ένα πράγμα που το ήθελα, ήταν ζητούμενο για μένα. Τη στήσαμε με τον σκηνοθέτη με τέτοιο τρόπο, ώστε σε κάποια κομμάτια που είναι πιο «οικουμενικά» και δεν σχετίζονται τόσο με το θέμα του Παύλου Φύσσα, να απευθύνομαι στο κοινό. Τους κάνω συμμέτοχους. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν αντέχουν να με κοιτάξουν, σκύβουν το κεφάλι.

Αυτή είναι και η μυσταγωγία της Τέχνης: δεν ξέρεις με ποιον τρόπο θα επιδράσει πάνω σου. Οι επιδράσεις είναι όσα και τα μάτια που σε παρακολουθούν.

Και μια και μου είπες για τα κορίτσια… Πέρα από το θέμα του Παύλου Φύσσα, ποια άλλα κομμάτια αγγίζει αυτή η παράσταση από πλευράς περιεχομένου;

Κάποια στιγμή, όταν μιλάω γι’ αυτή την αδιαφορία που επικρατεί, αναφέρομαι και στον Ζακ Κωστόπουλο. Λέω λοιπόν ότι εκεί, στην οδό Γλάδστωνος, τον σκότωσαν μέρα μεσημέρι μπροστά σε δεκάδες ανθρώπους που πίνανε καφέ. Άνθρωποι αδιάφοροι, που έβλεπαν ένας άνθρωπος να λιντσάρεται μπροστά στα μάτια τους, κι εκείνοι ήταν «ήσυχοι παρόντες» – έτσι τους λέει το κείμενο. «Αυτούς φοβάμαι πάνω απ’ όλους: τους ήσυχους παρόντες»…

Κάποια στιγμή, λοιπόν, είχαν έρθει κάποια παιδιά από το Antivirus και ο Βασίλης ο Θανόπουλος, που είναι ένα πλάσμα που αγαπώ κι εκτιμώ πολύ, ο οποίος μου είπε «Ξέρεις τι; Το ότι έβαλες τον Ζακ με έκανε να αισθανθώ κι εγώ μέρος αυτής της παράστασης, σαν να συμπεριέλαβες και τη δική μου κοινότητα». Και ήταν πολύ συγκινητικό το ότι στην πρεμιέρα ήταν και η μαμά του Ζακ, και μίλησε με την κυρία Μάγδα.

Ε, δεν μπορώ, λοιπόν, να μη ρωτήσω τη γνώμη σου: Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε να κυκλοφορούν πολλές καμπάνιες περί συμπερίληψης και διαφορετικότητας, προκειμένου να ευαισθητοποιηθεί η κοινωνία. Βλέπεις να έχει αλλάξει κάτι – έστω και στο ελάχιστο;

Δεν βλέπω, όχι!

Καταλαβαίνω ότι κάποια πράγματα, από πλευράς ορολογίας, είναι καινούργια. Αυτά είναι απότοκο των μαχών που έχουν δώσει οι φεμινίστριες ή η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα και, ακόμα περισσότερο, του κινήματος #metoo – όροι, όπως «τοξική αρρενωπότητα», «τρανσοφοβία» ή «woke ατζέντα». Παρόλα αυτά, ο κακοποιητικός λόγος ακόμα διαχέεται στη δημόσια σφαίρα.

Δεν γίνεται να υπάρχουν ακόμα άνθρωποι π.χ. που λένε τους γκέι «αδελφές», και αυτό να είναι ανεκτό – δεν είναι κανονικό πια, δεν είναι αποδεκτό! Διότι για σένα αυτό μπορεί να είναι απλά μια ορολογία· για εκείνους είναι η ζωή τους, είναι η ταυτότητά τους! Και, τελοσπάντων, έχουμε φτάσει στο 2025. Δεν μπορεί να υπάρχει απόλυτη εξέλιξη σε όλα τα επίπεδα, κι εσύ να μην καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείς να κακοποιείς ανθρώπους λεκτικά και ψυχολογικά. Ή να λες τις γυναίκες «υστερικές» και ν’ ακούς φράσεις του τύπου «έλα, πήγαινε εσύ στην κουζίνα σου»…

Δεν μπορεί να μπει η ζωή των ανθρώπων αυτών σε παύση μέχρι να είναι έτοιμη η κοινωνία. Η κοινωνία δεν θα είναι ποτέ έτοιμη! Πρέπει να θεσπιστούν μέτρα άμεσα, ώστε όποιος παρουσιάζει τέτοιες συμπεριφορές να έχει και τις ανάλογες συνέπειες.

Και ξέρεις ποιο είναι το φοβερό… Υποσυνείδητα όλοι κουβαλάμε τέτοιες, πιο συντηρητικές, απόψεις. Ακόμα κι αν θεωρούμε τους εαυτούς μας ανοιχτόμυαλους και προοδευτικούς.

Κανένας μας δεν είναι απόλυτα εξοικειωμένος, αυτό είναι αλήθεια. Υπάρχουν κάποιες πεποιθήσεις πολύ βαθιά ριζωμένες. Κάθε μέρα προσπαθώ όλα αυτά τα λανθασμένα ένστικτα, τα «φορεμένα» από τον τρόπο που έχω μεγαλώσει, να τα αμφισβητώ. Κι εγώ, αν δω ένα Ρομά πλάσμα, μπορεί ενστικτωδώς να σφίξω την τσάντα μου. Αλλά, εκείνη τη στιγμή, πρέπει αυτόματα να πω «όχι»· πρέπει να βάλω τον εαυτό μου απέναντι.

Σίγουρα θα γίνονται και αστοχίες, ανθρώπινο είναι. Το θέμα είναι να είσαι «ανοιχτός» και να μπορέσεις να συνειδητοποιήσεις ότι αυτό είναι κάτι που πρέπει να φτιαχτεί. Δηλαδή όλοι εκείνοι που ζητάνε μια κοινωνία ισότητας και ισονομίας, θεωρώντας a priori κάποιους ανθρώπους δευτέρας κατηγορίας, για ποιον τη ζητάνε ακριβώς; Για τους εαυτούς τους και τους όμοιούς τους; Είναι αυτό Δικαιοσύνη;

Με τη «Δάφνη», τον χαρακτήρα σου στην παράσταση, πού συναντιέσαι και πού διαφοροποιείσαι;

Συναντιόμαστε στο ότι, τελικά, καταφέρνουμε να δαμάσουμε τον φόβο. Η Δάφνη, ουσιαστικά, σε όλη την παράσταση αυτό προσπαθεί να κάνει: να κοντρολάρει την ατολμία της και τη φωνούλα στο κεφάλι της που της λέει «Γιατί να πας εσύ να καταθέσεις; Εδώ δεν έκαναν τίποτα οι πολιτικοί, γιατί να βγάλεις εσύ το φίδι απ’ την τρύπα; Εσύ είσαι ένα τίποτα».

Το έργο ξεκινάει τη μέρα που ξυπνάει για να πάει να καταθέσει στο δικαστήριο ως αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα. Συναντιόμαστε, επίσης, στην υψηλή αίσθηση συνείδησης – όλος ο μονόλογος είναι αυτή η εσωτερική πάλη που έχει «θα πάω – δεν θα πάω». Ξέρει τι την περιμένει. «Θα με εξαφανίσουν». Το ξέρει. Βάζει και βγάζει δύο φορές τα ρούχα της. Από την άλλη, λέει «Τον σκότωσαν μπροστά μου. Δεν μπορώ να ζω έτσι».

Η Δάφνη έχει απόλυτη επίγνωση του σωστού και του λάθους· ο φόβος είναι εκείνος που λειτουργεί ως τροχοπέδη. Τελικά, όμως, η συνείδησή της και η ηθική της πυραμίδα τον υπερνικούν. Εκεί, λοιπόν, συναντιόμαστε.

Και πού δεν συναντιέστε;

Δεν συναντιόμαστε μάλλον στο ότι η Δάφνη είναι προϊόν της οικογένειάς της. Είναι καρμπόν της κοινωνίας – την παίρνει στα σοβαρά, τα σχόλια της κοινωνίας την επηρεάζουν. Εγώ την κοινωνία τη γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια.

Αυτό ισχύει τώρα, έχοντας περάσει αυτή τη φοβερή προσωπική περιπέτεια; Ή από πάντα;

Από πάντα! Αυτή είναι η διαφορά του δικού μου σπιτιού. Εμένα οι γονείς μου με μεγάλωσαν να είμαι ελεύθερη, απόλυτα αυτεξούσια, και να μη δίνω ποτέ σημασία στο τι λέει ο ένας κι ο άλλος. Δεν ήταν ποτέ συντηρητικοί, ποτέ δεν μου είπα «παντρέψου» ή «κάνε αυτό, κάνε εκείνο». Γι’ αυτό κι εγώ τη ζωή μου την έζησα με τα «θέλω» μου, όχι με το τι πρέπει να κάνω.

Κι ένα στρατό να μου φέρεις απέναντι, να μου λέει «μην κάνεις το τάδε», αν εγώ νιώθω ότι είναι ηθικά σωστό, θα το κάνω – κι ας πέσουν όλοι να με φάνε! Γι’ αυτό και, από μικρή, είχα πάντα μια τάση να υπερασπίζομαι τα παιδάκια που αδικούνταν. Όπου υπήρχε παιδάκι που το κοροϊδεύανε ή δεν το παίζανε, εγώ ήμουν πάντα εκεί, δίπλα. Πάντα πήγαινα ενάντια στους πολλούς, και αυτό το θεωρώ παράσημο!

Η Δάφνη είναι θύμα αυτού του κόσμου. Μόνο με έναν τέτοιο χαρακτήρα θα μπορούσε να έχει ενδιαφέρον για τον μέσο άνθρωπο η παράσταση. Αν ήταν ένας άνθρωπος σαν κι εμένα, που μπαίνει στη φωτιά χωρίς να το καλοσκεφτεί, θα ήταν πολύ αυτονόητο να πάει να καταθέσει. Το δικό της βήμα έχει πολύ μεγαλύτερη αξία, γιατί γίνεται κατόπιν πολύ μεγάλης εσωτερικής πάλης και πόνου.

Κανένας άνθρωπος δεν είναι η ασθένειά του.

Αυτή η παράσταση θα μπορούσε να έχει νόημα για ένα θεατή με ακροδεξιά φρονήματα;

Όταν είχα δώσει την πρώτη μου συνέντευξη για την παράσταση αυτή, είχα πει ότι θα ήθελα πάρα πολύ να έρθουν να τη δουν οι επονομαζόμενοι «δεξιοί-συντηρητικοί». Ένας ακροδεξιός δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να τη δει, δεν θα μπορούσε να την αντέξει στο πετσί του. Όμως ένας άνθρωπος που μπορεί να έχει ψηφίσει τη λαϊκή Δεξιά ή Νέα Δημοκρατία, ο οποίος έχει δημοκρατικά αντανακλαστικά και καταλαβαίνει ότι, σε μια ευνομούμενη δημοκρατική κοινωνία, δεν μπορεί ένας στρατός από μαχαιροβγάλτες και τάγματα εφόδου να δολοφονεί πολίτες εν ψυχρώ, φυσικά και μπορεί να την παρακολουθήσει. Αυτό είναι κάτι στο οποίο όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε, δεν έχει να κάνει με κομματικό πρόσημο. Έχει να κάνει με το αν θέλουμε να ζούμε σε μια Δημοκρατία!

Θα ήθελα πάρα πολύ, λοιπόν, να έρθουν άνθρωποι που αυτό το κατανοούν και το σέβονται – ασχέτως κομματικού προσανατολισμού. Πιστεύω ότι όλοι θα βρουν τη «θέση» τους μέσα στην παράσταση, ακόμα κι αν όσα βλέπουν δεν εκφράζουν ακριβώς τις δικές τους απόψεις. Θα καταλάβουν τι ακριβώς συνέβη εκείνο το βράδυ, αλλά και τι συνέβαινε όλο το διάστημα που η Χρυσή Αυγή ήταν παντοδύναμη και ατιμώρητη, σκορπώντας τον φόβο στις γειτονιές αυτές.

Πέρα από την παράσταση, όμως, έχεις κι άλλα συναρπαστικά νέα. Συμμετέχεις σε μια βρετανική σειρά, με πρωταγωνιστικό ρόλο μάλιστα!

Ναι! Είναι μια σειρά cosy crime για το Channel 5 και το Paramount Plus, και λέγεται “Sunshine Murders”. Υποδύομαι μια Ελληνίδα ντετέκτιβ, την Ελένη Μουστάκα, στην οποία εμφανίζεται από το πουθενά μια τύπισσα από τη Νέα Ζηλανδία, λέγοντάς της ότι είναι αδελφή της από τον ίδιο πατέρα. Είχαμε τρεις μήνες γυρίσματα εδώ, στην Κύπρο και στην Αγγλία, ενώ λίγο πριν ξεκινήσω εγώ έκαναν γυρίσματα και στη Νέα Ζηλανδία. Θα αρχίσει να προβάλλεται από τον Ιούνιο.

Τώρα είναι η ωραία περίοδος του editing – η περίοδος του post production, οπότε θα ξεκινήσουν οι φωτογραφίσεις, το promo…  Θα πρέπει ν’ αφήσω τα όπλα μου και να βάλω τα τακούνια μου! (γέλια)

Έχω να πω, πάντως, ότι το teaser-άκι που είδα με έψησε! Άσε που στη σειρά βλέπουμε και πολλές γνωστές φυσιογνωμίες…

Χαίρομαι πολύ που το λες αυτό, σ’ ευχαριστώ! Να πούμε ότι η σειρά είναι στα Αγγλικά, τα Ελληνικά είναι ελάχιστα. Και η ιστορία, αν και μυστηρίου, δίνεται με ένα σκωπτικό και ανάλαφρο τρόπο. Ευελπιστούμε ότι θα πάει πολύ καλά και θα υπάρξει και season 2. Σεναριακά όλα είναι ανοιχτά.

Και ναι! Στη σειρά παίζουν πολλοί γνωστοί ηθοποιοί – από τον Nick Moran, που συμμετέχει σε πολλές ταινίες του Guy Ritchie, μέχρι την Stephanie Beacham από τη «Δυναστεία», μια εμβληματική Αγγλίδα ηθοποιό. Και, φυσικά, ο Peter Andre, το pop idol των 90s! Δεν το πίστευα ότι συνεργαζόμουν με τους ανθρώπους αυτούς, ήταν πολύ ωραία εμπειρία!

Μου έλεγες πριν ότι η σειρά έχει πουληθεί ήδη σε πολλές χώρες. Ξέρεις αν θα τη δούμε και στην Ελλάδα;

Ακόμα δεν έχει πουληθεί σε κάποιο κανάλι, αλλά το service έχει η Green Olive, η οποία έχει τμήματα και εδώ, και στην Κύπρο. Οπότε, ευελπιστώ ότι θα καταφέρουμε να τη δούμε κάποια στιγμή.

Να πω ότι φέτος ολοκληρώνω και στη «Γη της Ελιάς»…

Δώρα Χρυσικού

Με φέρνεις στο άλλο θέμα που ήθελα να συζητήσουμε, τη «Γη της Ελιάς» στο Mega: Τέσσερα χρόνια ζεις με την «Αρετή», αυτόν τον φοβερό (από όλες τις απόψεις) χαρακτήρα. Τι σημαίνει πια για σένα η «Αρετή»;

H Αρετή θα με ακολουθεί για πάντα! Ακούω πια σε δύο ονόματα: και στο «Δώρα», και στο «Αρετή»! (γέλια)

Η «Γη της Ελιάς» είναι σταθμός για μένα, γιατί είναι συνδεδεμένη και με μια πολύ ιδιαίτερη περίοδο της ζωής μου. Η Αρετή, όμως, θεωρώ ότι είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που όσα πράγματα και να κάνω από εδώ και πέρα, σε 20 χρόνια μπορεί ακόμα έτσι να με θυμούνται. Το θεωρώ δεδομένο.

Μα είναι και τόσο ιδιαίτερος αυτός ο χαρακτήρας… Πώς έχει καταφέρει να είναι τόσο συμπαθής, με τα τόσα απαράδεκτα που έχει κάνει; (γέλια) Πολύ μεγάλη κατάκτηση είναι αυτό.

Τρομερό δεν είναι; Ο κόσμος αγαπάει να μισεί την Αρετή! Εγώ πιστεύω ότι, όταν φύγω, θα τους λείψω. Κάποια στιγμή έλεγα στη Βάνα Δημητρίου «Νομίζω ότι θα φύγει η Αρετή και θα γίνει πάρτι στο Twitter – X», κι εκείνη μου λέει «Εγώ νομίζω θα γίνει οδυρμός!». (γέλια)

Άρα, για να συνοψίσουμε: Έρχεται τώρα η σειρά “Sunshine Murders”· μέχρι τέλος της σεζόν έχουμε «Γη της Ελιάς» στο Mega· έχουμε και την παράσταση «18/9» στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, η οποία είναι sold-out.

Ναι, είναι sold-out από νωρίς… Όταν τελειώσω με τις παραστάσεις στο «Μιχάλης Κακογιάννης», στις 24 με 27 Φεβρουαρίου θα ανέβω στη Θεσσαλονίκη, στο Θέατρο «Αυλαία», και μετά θα κάνω και μια μίνι περιοδεία σε μεγάλες πόλεις. Ίσως κάνω μια μικρή περιοδεία και το καλοκαίρι. Όπως δείχνουν τα πράγματα, η παράσταση μάλλον θα συνεχίσει και του χρόνου. Με τα τηλεοπτικά θα δούμε.

Τηλεοπτικά υπάρχει έστω κάποια συζήτηση για την επόμενη σεζόν;

Είναι πολύ νωρίς για να πω οτιδήποτε, αλλά πιστεύω ότι κάτι θα κάνω.

Για το τέλος, θέλω να στείλουμε ένα μήνυμα. Μια και ο Φεβρουάριος είναι μήνας αφιερωμένος στην ευαισθητοποίηση για τον καρκίνο (στις 4/2 είναι η Παγκόσμια Ημέρα Καρκίνου), τι θα έλεγες στους ανθρώπους που περνούν τη δική τους περιπέτεια με τη νόσο;

Θα έλεγα να μην το δουν ως απειλή, να το αντιμετωπίσουν ως δοκιμασία και να προσπαθήσουν να διαφυλάξουν τα πράγματα που αγαπάνε στον εαυτό τους. Κανένας άνθρωπος δεν είναι η ασθένειά του· αυτή είναι μόνο μια συνθήκη. Ό,τι κι αν συμβαίνει, παραμένουν οι ίδιοι άνθρωποι – και αυτό δεν πρέπει να το ξεχάσουν.

Διαβάστε περισσότερα για την παράσταση «18/9» εδώ

 

 

 

Η Δώρα Χρυσικού στο Instagram