Ο Γιάννης Μπέζος είναι εκείνη η περίπτωση συνεντευξιαζόμενου που απολαμβάνεις να ακούς να μιλάει. Κι αυτό, επειδή λέει λίγα, ουσιαστικά και «αφτιασίδωτα». Συναντηθήκαμε ένα ηλιόλουστο μεσημέρι στα Εξάρχεια για να τα πούμε, έχοντας ως υπόκρουση τους «ζωντανούς» ήχους του κέντρου της Αθήνας και τις ζωηρές συζητήσεις των διπλανών μας που, ενώ ήταν μόλις τρεις, έκαναν για δέκα. Συζητώντας μαζί του, συνειδητοποίησα κάτι σημαντικό: ενώ στη μακρόχρονη καριέρα του έχει υποδυθεί πολλούς εμβληματικούς τηλεοπτικούς ρόλους, έχει καταφέρει κανένας από αυτούς να μην τον χαρακτηρίσει, ξεκινώντας κάθε φορά «καινούργιος» – πάντα με την ίδια λαμπερή αύρα και την ίδια «κρυφή» γλυκύτητα και ευαισθησία. Φέτος, στη σειρά «Σούπερ Ήρωες» του ΑΝΤ1, είναι ο «Βασίλης Μεταξάς», ένας ιδιοκτήτης σουπερμάρκετ που παλεύει, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, να κουμαντάρει υπαλλήλους και γιο διευθυντή (με βύσμα), μέσα από ιστορίες καθημερινής τρέλας. Κι αυτό δεν θα μπορούσε παρά ν’ αποτελέσει την ιδανικότερη βάση για μια συζήτηση περί κοινωνίας, παιδείας, τηλεόρασης και, φυσικά, θεάτρου.
Ένα σουπερμάρκετ θα μπορούσε να είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας μας;
Εκ των πραγμάτων είναι! Είναι ένα μέρος, στο οποίο εργάζονται πολλοί άνθρωποι διαφορετικοί – υπάλληλοι, εργοδότες, διευθυντές, ο καθένας με τις ιδιαιτερότητές του. Αυτό είναι που το κάνει και ενδιαφέρον, το ότι ο καθένας μπορεί να αναγνωρίσει ένα κομμάτι από τον εαυτό του.
Το θέμα εδώ δεν ήταν να κάνουμε άλλη μία κωμωδία – κωμωδίες έχουν γίνει πολλές και καλές. Το θέμα ήταν να κάνουμε κάτι που δεν έχει ξαναγίνει στο παρελθόν. Επιπλέον, το σουπερμάρκετ είναι ένας χώρος πολύ γνώριμος σε όλους, είναι οικείος. Επομένως, αν αυτά που διαδραματίζονται εκεί έχουν ενδιαφέρον, θα ενδιαφέρουν και τον τηλεθεατή.
Έχετε πρωταγωνιστήσει σε πολλές επιτυχημένες σειρές, αρκετές από τις οποίες ήταν κωμωδίες. Μετά από τόσα χρόνια, έχετε καταλήξει καθόλου στο ποια είναι εκείνα τα «συστατικά» που κάνουν μια σειρά να πάει καλά;
Το «να πάει καλά» είναι σχετικό. Διότι ο κόσμος, πολλές φορές, ακολουθεί και ανοησίες.
Το θέμα είναι αν θα ενδιέφερε πρώτα εμένα να τη δω. Αλλά δεν φτάνει μόνο αυτό. Είναι και η πραγμάτωσή της: η παραγωγή, οι συντελεστές, πώς γίνεται, πότε γίνεται, σε ποιον σταθμό γίνεται – όλα έχουν σημασία.
Το βασικότερο είναι το κίνητρο του συγγραφέα. Γιατί γράφει το σενάριο; Για να γίνει απλά μια σειρά; Και, αν ναι, γιατί να την παρουσιάσουμε; Τι ενδιαφέρον θα έχει για τους τηλεθεατές; Αυτό ψάχνουμε κάθε φορά. Δεν έχουν σημασία τόσο οι ρόλοι – αν είναι, δηλαδή, μεγάλοι ή μικροί. Σημασία έχει να είναι ενδιαφέροντες.
Στην παρουσίαση των χαρακτήρων της σειράς «Σούπερ Ήρωες», καθένας έχει την υπερδύναμή του. Η υπερδύναμη της σειράς συνολικά ποια θα λέγατε ότι είναι;
Το ότι, πέρα από ενδιαφέροντες, οι ήρωες γίνονται και συμπαθείς. Όλοι είναι άνθρωποι του μεροκάματου.
Ακόμα και ο δικός μου χαρακτήρας, ο ιδιοκτήτης, είναι ένας άνθρωπος πολύ γνώριμος, τον έχεις συναντήσει στη ζωή σου. Αλλά δεν είναι κανένας εργοδότης «αιμοσταγής», με αυτή την –ψευδή πολλές φορές– εικόνα που έχουμε για τους εργοδότες. Είναι ένας άνθρωπος που έστησε ένα μαγαζί και έχει εκεί κάποιους εργαζόμενους, με τους οποίους κοιτάζει συνέχεια να κάνει οικονομίες. Παράλληλα, όμως, τους αγαπάει. Νομίζω ότι αυτό είναι κάτι σύνηθες, δεν είναι μακριά από την πραγματικότητα.
Σκεφτόμουν μήπως το όνομα του ιδιοκτήτη, το «Μεταξάς», σημειολογικά παρέπεμπε κάπου…
Όχι, όχι… δεν έχει καμία σχέση. Είναι καθαρά σύμπτωση!
Θεατρικά κινείστε σε πολλά είδη έργων – και δραματικά, και κοινωνικά, και κλασικά… Τηλεοπτικά, ωστόσο, παρόλο που έχετε πρωταγωνιστήσει και σε δραματικές σειρές, σας βλέπουμε κυρίως σε κωμωδίες. Αυτό είναι κάποια δική σας προτίμηση;
Όχι. Απλά τυχαίνει. Εμένα πρωτίστως με ενδιαφέρει το κείμενο – το αν είναι δραματικό ή κωμικό είναι μια άλλη ιστορία.
Εμείς ήμασταν και σε μια εποχή, στην οποία η κωμωδία είχε μεγάλη άνθηση. Υπήρχαν πολύ καλοί συγγραφείς, αλλά και μια όρεξη από τους σταθμούς να κάνουν κωμωδίες. Τώρα αυτό είναι σε ύφεση.
Δεν έχουμε πολλές κωμωδίες τα τελευταία χρόνια, όντως… Γιατί, πιστεύετε, συμβαίνει αυτό;
Γιατί η κωμωδία θέλει τόλμη, δεν θέλει politically correct και τέτοιες υπερβολές. Χωρίς τόλμη και ελευθερία, δεν γράφεται κωμωδία.
Το «πολιτικώς ορθόν» έχει φτάσει πλέον να ορίζει τον δημόσιο λόγο. Άρα, υπό αυτές τις συνθήκες, και η κωμωδία «χάνει»…
Δεν «χάνει» απλά· είναι ανύπαρκτη! Αν οι σύγχρονοί μας γνώριζαν τον αριστοφανικό λόγο καλά, θα πάθαιναν παράκρουση με την ελευθερία του λόγου! Όλοι εκθειάζουμε τον Αριστοφάνη, αλλά όταν πάμε να τον πλησιάσουμε, μας τρομάζει.
Όταν θες να διακωμωδήσεις κάτι, πρέπει να δείξεις τη γελοία πλευρά του για να έχει ενδιαφέρον. Η κωμωδία δεν ασχολείται με συγκεκριμένα πρόσωπα, ασχολείται με συμπεριφορές. Αυτό, λοιπόν, θέλει τόλμη, δεν μπορεί να μετράς συνεχώς τα λόγια σου!
Δεν γίνεται να κάνεις κωμωδία και να αυτολογοκρίνεσαι συνέχεια, για να μην ενοχληθεί κάποιος. Μη σας πω ότι ο σκοπός της κωμωδίας είναι ακριβώς να ενοχληθεί κάποιος! Εάν δεν ενοχληθεί, δεν έχει κανένα νόημα!
Πάντως, παρακολουθώντας τα πρώτα επεισόδια από τους «Σούπερ Ήρωες» στον ΑΝΤ1, διαπιστώνει κανείς ότι η συγκεκριμένη κωμωδία, παρόλο που με ένα τρόπο καυτηριάζει καταστάσεις, είναι παράλληλα ανθρώπινη και τρυφερή. Και πάλι γελάς!
Ναι, γιατί μια τέτοια κωμωδία πρέπει να έχει όλα αυτά που έχει και η ζωή – και η ζωή ποτέ δεν είναι μονοδιάστατη. Η καθημερινότητά μας έχει αστείες στιγμές, έχει δραματικές στιγμές, έχει συγκινητικές στιγμές, έχει ερωτικές στιγμές… τα πάντα! Η καρδιά της σειράς, όμως, είναι κωμική. Σκοπός είναι να γελάσουμε, έστω κι αν είναι να γελάσουμε με τα ελαττώματά μας.
Αυτό, λοιπόν, είναι ένα δομικό στοιχείο σε μια επιτυχημένη κωμωδία; Να γελάς με πράγματα που αναγνωρίζεις στον εαυτό σου;
Μόνο με τον εαυτό τους γελάνε οι θεατές! Μην κοιτάτε που γελάνε με τους ήρωες… Γελάνε επειδή σ’ αυτούς τους ήρωες αναγνωρίζουν δικά τους κομμάτια!
Και στο δράμα το ίδιο γίνεται. Καθένας φέρει το προσωπικό του δράμα και, με βάση αυτό, ερμηνεύει όσα βλέπει στη σκηνή ή στην οθόνη. Επομένως, χωρίς τόλμη και χωρίς ελευθερία, αυτό δεν μπορεί να γίνει. Δεν μπορεί η δικιά μας η δουλειά να γίνεται «φαρμακείο», είναι λάθος!
Μόνο µε τον εαυτό τους γελάνε οι θεατές! Γελάνε επειδή στους ήρωες αναγνωρίζουν δικά τους κοµµάτια.
Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι, ενώ τα τελευταία χρόνια υπάρχει υπερ-πληθώρα τηλεοπτικών σειρών (άρα και περισσότερες επιλογές για τον τηλεθεατή), παρατηρείται μια μεγάλη στροφή προς τις πλατφόρμες, επηρεάζοντας σημαντικά και την τηλεθέαση;
Ε, φυσικό είναι… Όταν η πλατφόρμα έχει ενδιαφέροντα πράγματα να δει, πάει εκεί. Με ένα αντίτιμο σχετικά μικρό, ο θεατής θα προτιμήσει να δει μεγάλες ξένες παραγωγές.
Η αλήθεια, όμως, είναι ότι οι θεατές έχουν την ανάγκη να έρχονται σε επαφή με τη γλώσσα τους – έχει μεγάλη σημασία αυτό. Και πρόκειται για διεθνές φαινόμενο, δεν είναι μόνο ελληνικό. Όσο πιο μικρή είναι η χώρα δε, τόσο πιο πολύ περιχαρακώνεται στη γλώσσα της.
Εγώ, βέβαια, αυτό που γίνεται το εγγράφω ως θετικό. Οι υπερβολικά υψηλές τηλεθεάσεις που υπήρχαν παλιά ήταν και λίγο «άρρωστες», δεν ήταν φυσιολογικές. Αλλά αυτό γινόταν επειδή η ιδιωτική τηλεόραση μετρούσε ακόμα λίγα χρόνια, και είχαν πέσει όλοι με τα μούτρα. Ήταν αλλιώς και η αγορά, αλλιώς η οικονομική κατάσταση… όλα έχουν σημασία! Και, βέβαια, υπήρχε και ένα έμψυχο υλικό, το οποίο είχε ενδιαφέρον – και ηθοποιοί, και συγγραφείς, και σκηνοθέτες.
Σε αντίθεση με την τηλεόραση που δείχνει κάπως αποδυναμωμένη, το Θέατρο παρουσιάζει άνθηση τα τελευταία χρόνια. Έχω την εντύπωση ότι αυτό έγινε πιο εμφανές μετά τον κορονοϊό…
Δεν νομίζω ότι αυτό οφείλεται στον κορονοϊό. Ναι, ο κόσμος πάει στο Θέατρο. Ίσως να έχει στραφεί, όμως, σε ορισμένες δουλειές, δεν πάνε όλες ιδιαίτερα καλά. Έχει στραφεί, κι αυτό είναι το πιο θετικό, σε άλλου είδους ρεπερτόριο. Προτιμά έργα πιο «υποψιασμένα», τα οποία έχουν κάτι να του πούνε. Δεν πάει να καταναλώσει «εύπεπτα» πράγματα, όπως έκανε παλαιότερα.
Πιστεύω ότι αυτό οφείλεται στο ότι έχουν αλλάξει οι θεατές, έχουν μπει πια νεότεροι. Άνθρωποι που πριν δέκα χρόνια ήταν 20 χρονών, τώρα είναι 30 – επομένως είναι πια μέσα στο «παιχνίδι», έχουν μπει στην παραγωγή… Άρα, είναι πλέον άλλου είδους θεατές, πιο απαιτητικοί, ακριβώς επειδή έχουν μεσολαβήσει όλα αυτά που είπατε πριν: οι πλατφόρμες και το διαδίκτυο, που τους δίνουν την ευκαιρία να παρακολουθούν τα διεθνή και να έχουν ευρύτερη γνώση. Αυτό πρέπει να το πιστώσουμε στο κοινό.
Επίσης και οι σκηνές είναι καλύτερες, τα θέατρα φέρνουν καλύτερα πράγματα. Το ρεπερτόριο έχει ανοίξει πολύ, με έργα που 30 χρόνια πριν θα ήταν αδιανόητα!
Έχετε πει παλαιότερα ότι, περνώντας πολλά χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά, καταλαβαίνεις ότι αυτό που έχει σημασία είναι να έχεις κάτι να πεις όταν βγαίνεις στη σκηνή. Ως ελληνικό θεατρικό κοινό θεωρείτε ότι είμαστε αρκετά εκπαιδευμένοι, ώστε να εισπράττουμε αυτό το «κάτι»;
Δεν είναι θέμα παιδείας αυτό, είναι θέμα ευαισθησίας. Και αυτοί οι νεότεροι άνθρωποι που έρχονται στο Θέατρο είναι πιο «ανοιχτοί», έχουν άλλον ορίζοντα. Έχουν διαβάσει περισσότερο, έχουν έρθει περισσότερο σε επαφή με πράγματα από το εξωτερικό – και όχι ταξιδεύοντας απαραίτητα. Αμέσως οι απαιτήσεις σου αυξάνονται. Αυτό δημιουργεί και τον καλώς εννοούμενο ανταγωνισμό. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να δώσουμε κάτι παραπάνω, γιατί και οι θεατές περιμένουν από εμάς κάτι παραπάνω. Κι αυτό δεν είναι μόνο θέμα της Αθήνας, αφορά όλη την Ελλάδα.
Άρα, λοιπόν, το Θέατρο δεν θέλει παιδεία, θέλει ευαισθησία. Θέλει να είσαι έτοιμος να «ταξιδέψεις».
Όταν πληρώνεις εισιτήριο για να πας δύο ώρες να δεις μια παράσταση, ξέρεις εκ των πραγμάτων ότι αυτό που θα δεις είναι μια σύμβαση, είναι ένα ψέμα. Πας, όμως, γιατί το έχεις ανάγκη – έχεις ανάγκη να έρθεις σε επαφή με ένα ισχυρό κείμενο και μια παράσταση ενδιαφέρουσα. Αυτή είναι η αποστολή του Θεάτρου. Φτάνει ο θεατής να είναι ευαίσθητος, να είναι έτοιμος να αφεθεί, να «συν-ταξιδέψει», να ονειρευτεί ή και να παρηγορηθεί από αυτό που βλέπει.
Το Θέατρο δεν είναι σχολείο – αυτή η καραμέλα που μας έχουν μάθει. Είναι μια Τέχνη! Αν το Θέατρο ήταν σχολείο, οι άνθρωποι θα ήταν καλύτεροι από τον 5ο αιώνα! Αποστολή του είναι να σου δημιουργήσει ερωτηματικά, να σε κάνει να αναρωτηθείς, όχι να σου δώσει απαντήσεις.
Πάντως έχει ενδιαφέρον αυτό που λέτε για τους νεότερους. Ειδικά αν αναλογιστούμε ότι ζούμε στην εποχή της τεχνολογίας, όπου όλοι μαθαίνουν να λειτουργούν μέσα από μια οθόνη. Θα περίμενε κανείς οι νεότεροι να απομακρυνθούν από τις Τέχνες, αφού πια τα βρίσκουν όλα εκεί.
Μα τι βρίσκουν ακριβώς; Δεν τα βρίσκουν! Ή αυτό που βρίσκουν είναι ένα placebo! Γι’ αυτό και στρέφονται στο πρωτογενές. Είναι σαν να προσπαθείς ν’ ανακαλύψεις έναν πίνακα αφού τον φωτογραφίσεις. Ε, δεν υπάρχει περίπτωση! Αυτό πρέπει να το ζήσεις – είτε με τη μουσική, είτε με το θέατρο, είτε με τη ζωγραφική, είτε με τον χορό… Αν δεν γίνει δια ζώσης, δεν μετράει!
Τους νέους τους κατηγορούμε συνήθως για πολλά, για το ότι είναι παγιδευμένοι στην τεχνολογία. Επειδή, όμως, η Φύση υπερέχει όλων αυτών, κάποια στιγμή, εκ των πραγμάτων, θα στραφούν στο «ζωντανό». Διότι αυτό τους καλύπτει το κενό που αφήνει η τεχνολογία.
Η Τεχνολογία είναι για να σε βοηθάει στην καθημερινότητα, όχι για να σε βοηθάει να ζήσεις. Η Τέχνη σε βοηθάει πριν κοιμηθείς.
Σε μια πρόσφατη τηλεοπτική σας συνέντευξη στον ΑΝΤ1, σας ζητήθηκε να σχολιάσετε τη πολιτική επικαιρότητα. Θέλω, λοιπόν, να ρωτήσω το εξής: όταν ένας καλλιτέχνης σχολιάζει τα πολιτικά τεκταινόμενα, δεν ρισκάρει να δυσαρεστήσει μια μερίδα του κοινού που τον ακολουθεί;
Όχι, δεν το πιστεύω. Αφήστε που οι περισσότεροι από αυτούς που ενοχλούνται, πιστεύω ότι σε εκτιμούν και περισσότερο. Ενοχλούνται επειδή ανακαλύπτουν, καμιά φορά, ότι έχεις δίκιο! (γέλια) Με αυτή τη λογική, δεν θα πρέπει να μιλάει κανείς ποτέ. Κι αυτό δεν είναι μόνο θέμα των καλλιτεχνών, είναι όλων των ανθρώπων.
Το να παρεμβαίνεις στα πολιτικά (και μιλάω για τα αμιγώς πολιτικά, όχι τα «προσωπικο-πολιτικά») είναι πολύ σημαντικό – η αδιαφορία μάς οδήγησε εδώ που μας οδήγησε. Αλλά αυτή η παρέμβαση πρέπει να γίνεται με ένα τρόπο. Δεν πρέπει να γίνεται με κραυγές, ούτε να γίνεται μόνο με καταγγελία· πρέπει να έχεις και κάτι να προτείνεις. Γι’ αυτό και, όταν κάνεις εσύ τη δουλειά σου, πρέπει να την κάνεις καλά. Δεν μπορείς να κάνεις κριτική, ενώ εσύ δεν κάνεις το καλύτερο που μπορείς.
Λέμε, καμιά φορά, για τους πολιτικούς, αλλά κι εμείς δεν κάνουμε τη δουλειά μας καλά… Όλα αυτά είναι σχετικά. Αν εμείς είμαστε σωστοί στη δουλειά μας, θα ακυρώσουμε, με έναν τρόπο, το κακό που κάνει ο άλλος. «Και ποια είναι η δουλειά σου;», μπορεί να πει κάποιος. Αυτή που έχω ταχθεί να κάνω!
Την κριτική την έχουμε όλοι εύκολη, αυτή είναι η αλήθεια.
Εμείς έχουμε την τάση να κάνουμε κριτική σε όλους, η «αυτοκριτική» μάς είναι άγνωστη λέξη. Ε, δεν γίνεται μ’ αυτά τα μυαλά…
Η πολιτική είναι πολύ δύσκολη υπόθεση, δεν είναι απλά τα πράγματα. Επίσης, εμείς κάνουμε ένα λάθος: δίνουμε στην πολιτική ηθικά πρόσημα. Στην πολιτική δεν υπάρχουν αυτά· θα χρησιμοποιήσεις πολλά μέσα προκειμένου να πετύχεις τον σκοπό σου – εξαρτάται ποιος είναι σκοπός σου.
Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα μεγάλων πολιτικών, οι οποίοι έκαναν τις άπειρες κομπίνες προκειμένου να κερδίσει κάτι η ανθρωπότητα. Δεν γίνεται πολιτική με τον σταυρό στο χέρι! Αυτά είναι για τις εκκλησίες, για κάτι ηθικολόγους…
Εγώ δεν εννοώ να πάμε στη διαστροφική εκδοχή της πολιτικής, που κάνουν ανοησίες ή που κλέβουν. Προφανώς και δεν εννοώ αυτό. Μιλάω πάντα για ανθρώπους που μοχθούν για την πολιτική και ενδιαφέρονται πραγματικά.
Δεν υπάρχει περίπτωση, ούτε μία στο δισεκατομμύριο, να μην πεις ψέματα. Απλώς ο μεγάλος πολιτικός είναι ικανός να πει το μεγάλο ψέμα, αυτή είναι η διαφορά! Και να το πει με τρόπο που να γίνει πιστευτό – έχουμε κι εμείς παραδείγματα… Ε, λοιπόν, αυτό δεν είναι του καθενός.
Δεν γίνεται πολιτική µε τον σταυρό στο χέρι! Αυτά είναι για τις εκκλησίες, για κάτι ηθικολόγους…
Άρα, για να γυρίσουμε στην αρχική μας κουβέντα, λέτε ότι οι καλλιτέχνες πρέπει να εκφράζουν την άποψή τους για την πολιτική.
Το αν πρέπει να μιλάμε εμείς, ναι. Το αν πρέπει να πολιτικολογούν μονίμως οι καλλιτέχνες, όχι. Δεν έχει κανένα νόημα να σχολιάζεις συνεχώς οτιδήποτε γίνεται.
Επειδή, όμως, αυτή η περίοδος που περνάμε είναι λίγο έντονη, με πολλές αναταράξεις, καλό είναι να υπάρχει μια παρέμβαση, η οποία θα λειτουργεί συνθετικά και όχι διαλυτικά.
Πρέπει να καταλάβουμε ότι τα προβλήματά μας είναι ενιαία – δεν αντιμετωπίζονται με μαγικές λύσεις. Τα κόμματα, βέβαια, δεν μπορούν να ορθώσουν ανάστημα, διότι τώρα πια έχουν κυβερνήσει όλοι! (γέλια) Πέρα από τα ακραία κόμματα, τα οποία λειτουργούν συνθηματολογικά, τα τρία μεγάλα κόμματα έχουν όλα δοκιμαστεί. Επομένως, κανείς δεν μπορεί πια να κάνει μεγάλες υποσχέσεις για αλλαγές από τη μια μέρα στην άλλη.
Αυτή τη σεζόν είχατε πολλά: και γυρίσματα για τους «Σούπερ Ήρωες», και θέατρο με τις «Βλαβερές συνέπειες του γάμου», αλλά και σκηνοθεσίες άλλων παραστάσεων. Είστε ο άνθρωπος που θα επιλέξει να σταματήσει για ένα διάστημα για να ξεκουραστεί, ή είστε η περίπτωση του ανθρώπου που «ξεκουράζεται» δουλεύοντας;
Ο χρόνος είναι κάτι πολύ σχετικό. Και η διαχείρισή του επίσης. Αν κάθεσαι από το πρωί μέχρι το βράδυ και σκέφτεσαι ή διαλογίζεσαι, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ξεκουράζεσαι κιόλας.
Βεβαίως, υπάρχουν διαστήματα στη ζωή μου που δεν κάνω τίποτα – για ένα δίμηνο, ας πούμε, μπορεί να καθίσω. Αλλά υπάρχουν και άλλα διαστήματα, στα οποία δουλεύω έντονα. Εμένα αυτό δεν με κουράζει. Πρώτα απ’ όλα, αυτή τη δουλειά δεν την κάνεις για να κουράζεσαι, την κάνεις για να «ξεκουράζεσαι», για να προσφέρεις. Θέλει κόπο, βέβαια, ψυχικό κόπο, παίζεις με το νευρικό σου σύστημα…
Η μεν τηλεόραση θέλει πολλές ώρες με τα γυρίσματα, το δε θέατρο απαιτεί πολλή προετοιμασία προηγουμένως. Όλα αυτά, όμως, έχουν μια γοητεία.
Φέτος το καλοκαίρι θα σκηνοθετήσετε «Οθέλλο», με τον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη, τον Μιχάλη Σαράντη και τη Στεφανία Γουλιώτη. Γιατί «Οθέλλο»; Έχω την εντύπωση ότι είναι από τα έργα του Σαίξπηρ που βλέπουμε λιγότερο συχνά…
Αυτή ήταν μια επιθυμία των παιδιών που έψαχναν ένα έργο για να παίξουν μαζί, και μου πρότειναν να το σκηνοθετήσω.
Βέβαια, εδώ μιλάμε για ένα έργο… θηριώδες! Ο Σαίξπηρ έχει όντως και κάποια έργα πιο «απλά». Ο «Οθέλλος» περιλαμβάνεται σε μια κατηγορία έργων πιο κλασικών, τα οποία συνομιλούν με τον χρόνο – έχει τα στοιχεία της ζήλιας, αλλά και της διαφορετικότητας του ήρωα, τα οποία παραμένουν πάντα επίκαιρα.
Το έργο είναι γραμμένο πριν από 420 χρόνια, διαδραματίζεται στη Βενετία και μετά στην Κύπρο, στην Αμμόχωστο. Η Βενετία ήταν μια μεγάλη δύναμη της εποχής, οικονομική και πολιτική, κάτι σαν τις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα. Έχει, λοιπόν, στις τάξεις της έναν στρατηγό, για να κάνει τη «βρώμικη δουλειά» που λέμε, ο οποίος είναι άλλου αξιακού συστήματος – κατάγεται από τη Μαυριτανία, είναι λίγο παγανιστής… δεν έχει καμία σχέση με τις ευρωπαϊκές συνήθειες. Παρόλα αυτά, η Βενετία τον έχει ανάγκη. Το έργο, λοιπόν, μας δείχνει ότι αυτός προδίδεται και από την πόλη που υπηρετεί, αλλά και από το παρελθόν του.
Παράλληλα, στο έργο υπάρχει και το θέμα της ζήλιας, το οποίο όμως εδώ είναι κάτι βαθύτερο. Δεν ζηλεύει μόνο ο Οθέλλος τη γυναίκα του, ζηλεύουν όλοι – ο Ιάγος ζηλεύει τον Οθέλλο, ο Κάσσιος ζηλεύει, ο Ροδρίγο ζηλεύει… Η ζήλια εδώ ορίζεται ως φθόνος. Αυτά, λοιπόν, είναι πράγματα που συμβαίνουν και δίπλα μας. Και όχι απλά δίπλα μας… μέσα μας!
Ε, αυτό, συν ο ποιητικός οίστρος του Σαίξπηρ, κάνουν το έργο «μεγάλο». Και γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολο και απαιτητικό.
Και για να τα λέμε όλα, εδώ μιλάμε και για φοβερούς ηθοποιούς…
Ασφαλώς!
Το δικό σας προσωπικό πρόγραμμα τι λέει για το επόμενο διάστημα;
Συνεχίζουμε τα γυρίσματα για τους «Σούπερ Ήρωες», δεν έχουμε τελειώσει ακόμα. Θα γυρίσουμε τώρα 45 επεισόδια, από τα οποία κάποια θα παιχτούν και την επόμενη σεζόν. Από εκεί και πέρα, βλέπουμε.
Θεατρικά, από τον Οκτώβριο θα είμαι στο Θέατρο Αλκυονίς. Θα κάνω κι εγώ Σαίξπηρ, τον «Έμπορο της Βενετίας» – κατά σύμπτωση, κι αυτό διαδραματίζεται στη Βενετία και έχει επίσης να κάνει με τη διαφορετικότητα, με ήρωα έναν Εβραίο. Βλέπεις την εικόνα που είχε ο κόσμος για τους Εβραίους, ενώ στην πραγματικότητα η Βενετία είναι χειρότερη!
Το στοίχημα στο θέατρο είναι να μπορέσουμε να δούμε τη μεγάλη εικόνα, και όχι μόνο αυτό που μας συμφέρει. Το Μεγάλο Θέατρο μπορεί να το κάνει αυτό. Το Μεγάλο Θέατρο είναι ταυτόχρονα και πολιτικό θέατρο – διαχωρίζεται, όμως, από τη πολιτική. Ουσιαστικά ασχολείται με πράγματα της πόλης, δεν «κάνει μάθημα», ούτε βγάζει μπροσούρες. Σου θυμίζει ότι είσαι κοινωνικό ον, ότι έχεις δικαιώματα, αλλά κυρίως υποχρεώσεις.
Ορίστε, λοιπόν, μια κλισέ φράση που ισχύει 100%: «το Θέατρο είναι πρωτίστως πολιτική πράξη»!
Βεβαίως! Οτιδήποτε παρουσιάζεται δημόσια είναι πολιτική πράξη, έτσι κι αλλιώς.
Άρα και ένα τηλεοπτικό σίριαλ μπορεί να είναι πολιτική πράξη;
Ασφαλώς! Όταν βγαίνεις και εκτίθεσαι στα μάτια των άλλων, σημαίνει ότι κάτι έχεις να τους πεις! Και ο τρόπος που το λες έχει σημασία – αυτό είναι που το καθιστά «πολιτική πράξη». Και, προφανώς, δεν εννοούμε ότι αυτό διαμορφώνει μια πολιτική· εδώ εννοούμε την πολιτική με την ευρεία της έννοια. Κι αυτό είναι κάτι που μας αφορά όλους.
Η Τεχνολογία είναι για να σε βοηθάει στην καθηµερινότητα. Η Τέχνη σε βοηθάει πριν κοιµηθείς.
Τι να πούμε, έτσι, για να το κλείσουμε;
Το θέμα μας εδώ δεν είναι να πούμε ότι έχουμε φοβερές δουλειές ή φοβερές παραστάσεις – πολλές φορές, ο κόσμος ακολουθεί και μέτρια πράγματα. Πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη σημασία στην παιδεία, ώστε να δοθεί σημασία και στην ποιότητα.
Έχετε πει πως τα σοβαρότερα θέματα της χώρας σήμερα είναι η παιδεία και το κυκλοφοριακό της Αθήνας…
Το είχα πει στον Μητσοτάκη πριν από λίγους μήνες, σε μια συζήτηση που είχε γίνει στο πλαίσιο του “Greece talks”. Εκεί το είχα αναφέρει. Αυτά τα δύο είναι πολύ μεγάλα πολιτικά προβλήματα! Η δε παιδεία, νομίζω, είναι εθνικό θέμα!
Φτάσαμε σε σημείο αυτοί που διδάσκουν να υποκρίνονται ότι διδάσκουν, και οι άλλοι να υποκρίνονται ότι διδάσκονται. Δεν έχει νόημα αυτό – να σου πιστοποιεί τις σπουδές σου με ένα πτυχίο, το οποίο είναι άνευ νοήματος. Επειδή ασχολούμαι πολύ και με τα δικά μας εκπαιδευτικά, υπάρχουν παιδιά (ορισμένοι είναι και του πανεπιστημίου), τα οποία δε μπορούν να κάνουν ούτε ανάγνωση – δεν μπορούν να καταλάβουν, δηλαδή, τι λέει ένα κείμενο! Αυτό είναι μεγάλο φάουλ.
Τα παιδιά δεν έχουν μάθει να λειτουργούν με αναλυτική σκέψη, έχουν μάθει μόνο να παπαγαλίζουν. Το Λύκειο είναι ανύπαρκτο, έχει μετατραπεί απλά σε ένα στάδιο προετοιμασίας εξετάσεων για το πανεπιστήμιο, και τίποτα παραπάνω.
Το Λύκειο θα έπρεπε να σου προσφέρει μια σφαιρική γνώση. Και, στο κάτω κάτω, μπορεί να έρθει κάποιος μια μέρα και να πει «ρε φίλε, εγώ δεν θέλω να πάω πανεπιστήμιο! Θέλω ν’ ασχοληθώ με μια επιχείρηση που έχει ο πατέρας μου, θέλω ν’ ασχοληθώ με την αγροτική ζωή»! Εκείνος που δεν ενδιαφέρεται να πάει να σπουδάσει είναι ο χαμένος της υπόθεσης, γιατί το σχολείο, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, δεν του προσφέρει τίποτα.
Αυτό, λοιπόν, είναι πολύ μεγάλο πρόβλημα. Πώς αντιμετωπίζεται; Με πολιτικές αποφάσεις – πολύ απλά! Όμως δεν το αντιμετωπίζει ποτέ κανείς, γιατί έχουν στραφεί όλοι προς τα πανεπιστήμια. Εκεί είναι οι ψήφοι.



Μαρία Λυσάνδρου
