Citizen Journalism | Trend - planbemag.gr
Plan Be Mag
Citizen Journalism
Trend

Citizen Journalism | Οι «δημοσιογράφοι» της διπλανής πόρτας (και οι επιπτώσεις για την ίδια τη δημοσιογραφία)

Ένας περαστικός βιντεοσκοπεί με το κινητό του επεισόδια σε μια πορεία στο κέντρο της Αθήνας και ανεβάζει το βίντεο στο διαδίκτυο. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρήστες έχουν δει το περιστατικό, πολύ πριν φτάσει στο σημείο οποιοδήποτε ειδησεογραφικό συνεργείο.
Στον θαυμαστό καινούργιο κόσμο της ψηφιακής υπέρμετρης πληροφόρησης, η είδηση έπαψε προ πολλού να είναι το αποτέλεσμα μιας επίπονης διαδικασίας διασταύρωσης, έρευνας και αξιολόγησης. Σήμερα, η είδηση είναι ένα story στο Instagram, ένα βίντεο λίγων δευτερολέπτων στο TikTok, μια οργισμένη ανάρτηση με 280 ή και παραπάνω χαρακτήρες στο Χ και στο Facebook.  Θεωρητικά, όποιος κρατάει ένα έξυπνο τηλέφωνο, μπορεί να μοιραστεί την εκδοχή του για τα γεγονότα και να γίνει πηγή ειδήσεων.

Γιώτα ΧουλιάραΓιώτα Χουλιάρα

Ένας περαστικός βιντεοσκοπεί με το κινητό του επεισόδια σε μια πορεία στο κέντρο της Αθήνας και ανεβάζει το βίντεο στο διαδίκτυο. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρήστες έχουν δει το περιστατικό, πολύ πριν φτάσει στο σημείο οποιοδήποτε ειδησεογραφικό συνεργείο.

Στον θαυμαστό καινούργιο κόσμο της ψηφιακής υπέρμετρης πληροφόρησης, η είδηση έπαψε προ πολλού να είναι το αποτέλεσμα μιας επίπονης διαδικασίας διασταύρωσης, έρευνας και αξιολόγησης. Σήμερα, η είδηση είναι ένα story στο Instagram, ένα βίντεο λίγων δευτερολέπτων στο TikTok, μια οργισμένη ανάρτηση με 280 ή και παραπάνω χαρακτήρες στο Χ και στο Facebook.  Θεωρητικά, όποιος κρατάει ένα έξυπνο τηλέφωνο, μπορεί να μοιραστεί την εκδοχή του για τα γεγονότα και να γίνει πηγή ειδήσεων.

Η Δημοσιογραφία των Πολιτών (Citizen Journalism) δεν είναι ένα νέο φαινόμενο, καθώς εμφανίστηκε από την εποχή της ανόδου των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Σύμφωνα με τις αναλύσεις διεθνών Think Tanks, όπως το ISA Publisher (2026), ορίζεται ως η συλλογή, επεξεργασία και διάδοση ειδήσεων από άτομα που στερούνται επαγγελματικής ιδιότητας, ακαδημαϊκής κατάρτισης και, το κυριότερο, δέσμευσης σε κώδικες δεοντολογίας.

Η Κόρτνεϊ Κ. Ραντς, Αμερικανίδα δημοσιογράφος και ακαδημαϊκός, υπέρμαχος της ελευθερίας της έκφρασης, την ορίζει ως «μια εναλλακτική μορφή αναφοράς που λειτουργεί εκτός των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης, καθοδηγούμενη από διαφορετικούς στόχους, και βασιζόμενη σε εναλλακτικές πηγές νομιμότητας». Ο ορισμός του καθηγητή Δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης Τζέι Ρόζεν είναι ακόμη πιο απλός. Σύμφωνα με τον Ρόζεν, είναι αυτό που συμβαίνει «όταν οι άνθρωποι που παλαιότερα ήταν γνωστοί ως κοινό, χρησιμοποιούν τα εργαλεία Τύπου που έχουν στην κατοχή τους για να ενημερώνουν ο ένας τον άλλον».

Αρχικά παρουσιάστηκε ως η απόλυτη νίκη της δημοκρατίας έναντι των «κλειστών» δημοσιογραφικών συστημάτων. Όμως, καθώς η σκόνη της τεχνολογικής ευφορίας κατακάθεται, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια επικίνδυνη πραγματικότητα: την πλήρη απαξίωση της δημοσιογραφικής ιδιότητας και τη μετατροπή της ενημέρωσης σε ένα απέραντο, αφιλτράριστο ψηφιακό καφενείο. Το αποτέλεσμα είναι μια σύνθετη, συνεχιζόμενη ένταση μεταξύ αμεσότητας και ακρίβειας, εκδημοκρατισμού και ευθύνης, πολιτικής ενδυνάμωσης και  χειραγώγησης.

Ποιος φέρει την ευθύνη;

Οι ίδιες ιδιότητες που καθιστούν τη Δημοσιογραφία των Πολιτών ισχυρή (η ταχύτητά της, η έλλειψη θεσμικών περιορισμών και η συναισθηματική της ωμότητα), δημιουργούν επίσης σοβαρούς κινδύνους. Χωρίς συντακτική εποπτεία, χωρίς ελεγκτές γεγονότων και χωρίς επίσημη εκπαίδευση στη δημοσιογραφική δεοντολογία, ο πολίτης-ανταποκριτής μπορεί να γίνει φορέας παραπληροφόρησης

Στο παρελθόν, η πληροφορία περνούσε από το «κόσκινο» του αρχισυντάκτη ή του διευθυντή ειδήσεων, ο οποίος είχε την ευθύνη –νομική και ηθική– για την εγκυρότητα της είδησης. Σήμερα, το «κόσκινο» παραμερίστηκε, καθώς τον πρώτο λόγο έχει πλέον το κινητό. Το  έξυπνο τηλέφωνο που λειτουργεί ως κάμερα, αλλά και ως υπολογιστής, έχει μετατραπεί σε ένα όπλο μαζικής ενημέρωσης. Η είδηση πλέον δεν «παράγεται», αλλά αναδύεται μέσα από μια ακατέργαστη ζωντανή μετάδοση (live streaming), μια φωτογραφία χωρίς λεζάντα, ή μια ανάρτηση που στερείται ερευνητικού πλαισίου. Το αποτέλεσμα; Μια κοινωνία που «ξέρει» τα πάντα την ώρα που συμβαίνουν, αλλά δεν γνωρίζει σε βάθος τίποτα από όσα βλέπει.

Πλέον, η πληροφορία πρώτα δημοσιεύεται και μετά ίσως και να επαληθευτεί. Αυτή η αντιστροφή της δημοσιογραφικής πυραμίδας έχει δημιουργήσει μια στρατιά «ανταποκριτών» που πιστεύουν ότι επειδή βρέθηκαν στο σημείο ενός γεγονότος, κατέχουν αυτόματα και την ικανότητα να το ερμηνεύσουν.

Παράλληλα, η ανωνυμία επιδεινώνει το πρόβλημα της λογοδοσίας. Μια λεπτομερής ανάλυση των πρακτικών της Δημοσιογραφίας των Πολιτών έναντι των επαγγελματιών, εύκολα διαπιστώνει ότι οι πολίτες-δημοσιογράφοι, που παραμένουν ανώνυμοι, δεν μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνοι για όσα δημοσιεύουν – πράγμα που σημαίνει ότι ισχυρισμοί, εντυπωσιακές αναφορές και απροκάλυπτες κατασκευές μπορούν να κυκλοφορήσουν χωρίς συνέπειες. Ένας επαγγελματίας δημοσιογράφος, αντίθετα, είναι αναγνωρίσιμος, υπόλογος σε έναν συντάκτη και υπόκειται σε δημόσιο και νομικό έλεγχο.

Η ψευδαίσθηση του πλουραλισμού και ο αλγόριθμος

Αναμφίβολα, υπάρχουν στιγμές που η κάμερα του πολίτη έγινε ο μοναδικός μάρτυρας μιας ιστορίας. Είδαμε την αξία της Δημοσιογραφίας των Πολιτών σε κλειστά καθεστώτα, σε αυθόρμητες διαδηλώσεις ή σε στιγμές κρίσης όπου τα επίσημα δίκτυα άργησαν να αντιδράσουν. Από την Αραβική Άνοιξη μέχρι τις πρόσφατες γεωπολιτικές αναφλέξεις στην Ευρασία και τη Μέση Ανατολή, οι πολίτες-ανταποκριτές προσέφεραν εικόνες που τα παραδοσιακά μέσα, δέσμια κρατικών περιορισμών ή γραφειοκρατίας, δεν μπορούσαν να φτάσουν. Αυτή είναι η «φωτεινή» πλευρά: η ωμή αλήθεια του πεζοδρομίου και η καταγραφή της. Ωστόσο, η ελευθερία αυτή αποδείχθηκε δίκοπο μαχαίρι.

Σύμφωνα με πρόσφατες αναλύσεις (Council of Europe, 2026), η Δημοσιογραφία των Πολιτών συχνά εργαλειοποιείται. Αυτό που ξεκινά ως «φωνή του λαού», καταλήγει να είναι ένα ενορχηστρωμένο παιχνίδι προπαγάνδας από κέντρα ισχύος που χρησιμοποιούν την «αυθόρμητη» ανάρτηση για να κατευθύνουν την Κοινή Γνώμη. Σε έναν κόσμο υβριδικών πολέμων, οι «ανεξάρτητοι ανταποκριτές» είναι συχνά στρατιές από trolls ή μισθωμένοι influencers που διοχετεύουν ψευδείς ειδήσεις με το περιτύλιγμα της «αυθόρμητης μαρτυρίας».

Αυτό συμβαίνει γιατί, όταν ο θεατής βλέπει ένα βίντεο από έναν «απλό πολίτη», τείνει να το εμπιστεύεται περισσότερο από ένα επίσημο δελτίο ειδήσεων. Αυτό ακριβώς το ψυχολογικό κενό εκμεταλλεύονται τα κέντρα ισχύος για να κατασκευάσουν αφηγήματα, να πολώσουν κοινωνίες και να αποσταθεροποιήσουν κυβερνήσεις. Ο πολίτης-δημοσιογράφος, χωρίς να το γνωρίζει, γίνεται συχνά το χρήσιμο πιόνι ενός αόρατου πολέμου πληροφοριών. Ο πλουραλισμός μετατρέπεται σε θόρυβο και, μέσα στον θόρυβο, η αλήθεια είναι η πρώτη που χάνει τη μάχη.

Ταυτόχρονα, χάνεται και η έννοια της ιεράρχησης. Στη Δημοσιογραφία των Πολιτών, η είδηση για μια γάτα που σώθηκε από ένα δέντρο μπορεί να έχει την ίδια βαρύτητα με μια πυρηνική δοκιμή, αρκεί η πρώτη να έχει καλύτερο οπτικό υλικό και περισσότερες κοινοποιήσεις (shares).

Η τυραννία του αλγόριθμου επιβραβεύει το ακραίο, το συγκρουσιακό, το εξωφρενικό. Αντίθετα, ο επαγγελματίας δημοσιογράφος που θα προσπαθήσει να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά, να εξηγήσει το «γιατί» πίσω από το «τι», μοιάζει πλέον με αναχρονισμό.

Citizen Journalism

Η επικίνδυνη εξίσωση

Η μεγαλύτερη ανησυχία, όμως, αφορά την ίδια τη φύση του επαγγέλματος. Όπως παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια, έχει εμπεδωθεί η αντίληψη ότι ο καθένας μπορεί να λειτουργήσει σαν δημοσιογράφος, ότι πρόκειται για ένα επάγγελμα που μπορεί να γίνει εύκολα, χωρίς να απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις ή εμπειρία. Όλοι θεωρούν ότι μπορούν να πάρουν μια συνέντευξη, να ανοίξουν ένα ψηφιακό κανάλι και να σχολιάζουν τα πάντα, από τη γεωπολιτική της Ανατολικής Μεσογείου μέχρι τη δημόσια υγεία, χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης. Βλέπουμε ανθρώπους χωρίς κανένα υπόβαθρο να ανοίγουν κανάλια στο YouTube, να κάνουν συνεντεύξεις, να σχολιάζουν περίπλοκα γεωπολιτικά ζητήματα ή οικονομικές θεωρίες με την ελαφρότητα ενός σχολιαστή ποδοσφαίρου.

Αυτή η “creator-fiction” της ενημέρωσης, όπως την περιγράφει το Reuters Institute (2025) –θα μπορούσε να μεταφραστεί ως στροφή προς τους δημιουργούς – μετατοπίζει το ενδιαφέρον από το γεγονός στο πρόσωπο. Το κοινό δεν αναζητά πλέον την αντικειμενικότητα, αλλά τη φωνή ενός «αγαπημένου» ψηφιακού ανταποκριτή.

Όταν ο influencer εξισώνεται με τον πολεμικό ανταποκριτή και το “like” γίνεται το νέο μέτρο της αξιοπιστίας, τότε η δημοσιογραφία παύει να είναι λειτούργημα και γίνεται θέαμα.

Οι συνέπειες δεν είναι μόνο ηθικές, είναι και δομικές. Η άνοδος αυτής της τάσης, σε συνδυασμό με την κυριαρχία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, οδηγεί στον θάνατο των παραδοσιακών ΜΜΕ. Το κοινό προτιμά να καταναλώνει τις πληροφορίες απευθείας από τις πλατφόρμες.

Όταν τα επαγγελματικά μέσα κλείνουν επειδή δεν μπορούν να ανταγωνιστούν το «δωρεάν» και το «εντυπωσιακό» του ερασιτέχνη, οι κοινωνίες μένουν χωρίς πραγματικό έλεγχο στην εξουσία. Ο ερασιτέχνης δεν θα πάει στο δημοτικό συμβούλιο ή στη Βουλή για να πάρει απαντήσεις από τους πολιτικούς, δεν θα κάνει έρευνα σε βάθος χρόνου για ένα σκάνδαλο διαφθοράς, δεν θα διασταυρώσει πηγές. Θα τραβήξει απλώς μια φωτογραφία από ένα ατύχημα στον δρόμο. Η απώλεια της ερευνητικής δημοσιογραφίας είναι το τίμημα που πληρώνουμε για τη γοητεία της διαδικτυακής και γρήγορης ενημέρωσης

Η απαξίωση του επαγγέλματος, τελικά, οδηγεί σε μια κοινωνία όπου κανείς δεν πιστεύει τίποτα, αλλά όλοι είναι έτοιμοι να εξοργιστούν με τα πάντα.

Η ανάγκη για επιστροφή στην ουσία

Το μέλλον της υπεύθυνης δημοσιογραφίας δεν έγκειται στην επιλογή μεταξύ πολιτών και επαγγελματιών, αλλά στην ανάπτυξη πιο έξυπνων σχέσεων μεταξύ των δύο. Τα επαγγελματικά ειδησεογραφικά γραφεία πρέπει να εμπλέκουν τους πολίτες-ρεπόρτερ ως συνεισφέροντες αντί να τους απορρίπτουν, αναλαμβάνοντας παράλληλα την ευθύνη για την επαλήθευση του περιεχομένου που τους προσφέρουν.

Η δυνατότητα του πολίτη να καταγράφει την αδικία είναι μια κατάκτηση του πολιτισμού μας. Αλλά η μαρτυρία δεν είναι δημοσιογραφία. Η καταγραφή ενός γεγονότος είναι η πρώτη ύλη, όχι το τελικό προϊόν.

Πρέπει να σταματήσουμε να εξισώνουμε την κατοχή ενός κινητού με την κατοχή της δημοσιογραφικής ιδιότητας. Η δημοσιογραφία απαιτεί κριτική σκέψη, γνώση του ιστορικού πλαισίου και, κυρίως, αίσθηση του καθήκοντος προς την κοινωνία. Η σύγχυση των ρόλων που βιώνουμε σήμερα δεν είναι πρόοδος, αλλά μια επικίνδυνη οπισθοδρόμηση σε μια προ-ορθολογική εποχή, όπου ο πιο δυνατός (ή ο πιο θορυβώδης) ορίζει την πραγματικότητα και, επομένως, τον αλγόριθμο.

Οφείλουμε να στηρίξουμε την επαγγελματική δημοσιογραφία, εκείνη που δεν φοβάται να είναι δυσάρεστη, εκείνη που δεν κυνηγά τα “likes”, αλλά την ουσία. Η Δημοσιογραφία των Πολιτών μπορεί να είναι ένας χρήσιμος βοηθός, μια συμπληρωματική φωνή για όσα συμβαίνουν, αλλά ποτέ δεν θα μπορέσει να γίνει ο οδηγός μας στο σκοτάδι των καιρών. Γιατί η μεν ενημέρωση είναι δικαίωμα, αλλά η δημοσιογραφία είναι ευθύνη.