Για χρόνια, η ζωή μας έμοιαζε να μετακινείται αθόρυβα, αλλά σταθερά, προς μια κατεύθυνση: προς την οθόνη. Τα κοινωνικά δίκτυα έγιναν κάτι περισσότερο από εργαλεία επικοινωνίας, έγιναν προέκταση του εαυτού μας. Το προφίλ μας λειτουργεί πια σαν δεύτερη ταυτότητα, ένας χώρος όπου επιμελούμαστε την εικόνα μας, διαλέγουμε τι θα δείξουμε και τι θα κρύψουμε, τι αξίζει να μείνει και τι να χαθεί στο scroll. Κάποια στιγμή, σχεδόν χωρίς να το καταλάβουμε, η καθημερινότητα άρχισε να μετριέται σε stories, likes και αναρτήσεις. Και μετά, κάτι άλλαξε.
Αυτή η αλλαγή δεν έγινε απότομα, ούτε θεαματικά. Δεν υπήρξε κάποιο συλλογικό «στοπ». Αντίθετα, η μετατόπιση είναι αργή και συμβαίνει κάτω από τη μύτη μας. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι αρχίζουν να απομακρύνονται, λίγο ή πιο πολύ, από αυτή τη διαρκή ανάγκη για παρουσία. Να ποστάρουν λιγότερο, να μοιράζονται λιγότερα, να εξαφανίζονται για διαστήματα. Κάποιοι το ονομάζουν “digital detox”, άλλοι απλώς λένε ότι κουράστηκαν, άλλοι δεν λένε τίποτα.
Έρευνες δείχνουν ότι η ένταση της δραστηριότητας στα social media αλλάζει μορφή. Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί και από το BBC, οι χρήστες, ιδίως οι νεότεροι, δημοσιεύουν λιγότερο στο δημόσιο feed, σε σχέση με το παρελθόν, και στρέφονται περισσότερο σε ιδιωτικές συνομιλίες ή κλειστές ομάδες. Το «μοιράζομαι τα πάντα» φαίνεται να δίνει τη θέση του σε μια πιο επιλεκτική και πιο εσωστρεφή χρήση. Αυτό που κάποτε ήταν αυτονόητο, να ανεβάσεις μια φωτογραφία, να δείξεις πού είσαι, τι κάνεις, πώς περνάς, αρχίζει να μοιάζει για κάποιους περιττό ή ακόμα και κουραστικό.
Η τάση φυγής από τα κοινωνικά δίκτυα έχει πολλές εκδοχές.
Υπάρχουν εκείνοι που τα διαγράφουν πλήρως, κόβοντας απότομα μια συνήθεια ετών. Άλλοι επιλέγουν περιόδους αποχής, κάποιοι απλώς περιορίζουν τη χρήση τους, βάζοντας όρια στον χρόνο που περνούν μπροστά στην οθόνη. Και υπάρχει και μια πιο σιωπηλή κατηγορία: εκείνοι που παραμένουν εκεί, αλλά σχεδόν δεν συμμετέχουν. Κρίνοντας από τον δικό μου περίγυρο, έχω την εντύπωση ότι πρόκειται για έναν αρκετά μεγάλο όγκο χρηστών.
Τι είναι αυτό που οδηγεί σε αυτή τη μεταστροφή; Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά ένα κομμάτι της βρίσκεται στις ίδιες τις παρενέργειες της υπερβολικής έκθεσης. Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότερες μελέτες συνδέουν την εντατική χρήση των social media με αυξημένα επίπεδα άγχους, σύγκρισης και χαμηλότερης αυτοεκτίμησης. Ο τρόπος που βλέπουμε τον εαυτό μας αρχίζει να επηρεάζεται από το πώς αποδίδει η εικόνα μας στο ψηφιακό περιβάλλον.
Δεν συγκρίνεσαι απλώς με άλλους, συγκρίνεσαι με τις καλύτερες στιγμές τους. Με επιλεγμένα καρέ, φιλτραρισμένες εμπειρίες και ζωές που μοιάζουν τέλειες. Και χωρίς να το συνειδητοποιείς, αρχίζεις να νιώθεις ότι η δική σου πραγματικότητα υστερεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα κοινωνικά δίκτυα είναι από μόνα τους κακά. Αλλά σημαίνει ότι ο τρόπος που τα χρησιμοποιούμε έχει συνέπειες. Και αυτές οι συνέπειες, για πολλούς, έγιναν πλέον απτές. Όχι θεωρητικές. Τις βιώσαμε και καταλάβαμε τις παρενέργειες στο πετσί μας.
Παράλληλα, υπάρχει και η κόπωση της διαρκούς παρουσίας. Η αίσθηση ότι πρέπει πάντα να έχεις κάτι να πεις, κάτι να δείξεις και κάτι να ανεβάσεις. Να απαντήσεις στον καθένα που θα σου στείλει κάτι, ακόμα και σε εκείνον που δεν γνωρίζεις καθόλου και δεν σ’ ενδιαφέρει να τον ξέρεις. Η αίσθηση ότι η ζωή σου, για να υπάρχει, πρέπει να καταγραφεί. Αυτή η διαρκής ετοιμότητα να είσαι ορατός μπορεί να γίνει εξαντλητική. Είναι απόλυτο φυσιολογικό που γεννήθηκε η ανάγκη για το αντίθετο, για μια κάποια αορατότητα, για ιδιωτικότητα και στιγμές που δεν καταγράφονται, για εμπειρίες που δεν χρειάζεται να αποδειχθούν.
Σε αυτό το κλίμα, δεν είναι τυχαίο ότι αρχίζουν να διαμορφώνονται και πιο αυστηρά πλαίσια γύρω από τη χρήση των social media, ιδιαίτερα για παιδιά και εφήβους. Σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, η συζήτηση για τον περιορισμό της έκθεσης των ανηλίκων στις πλατφόρμες αυτές γίνεται όλο και πιο έντονη. Δεν αφορά μόνο τον χρόνο χρήσης, αλλά και το περιεχόμενο, την ψυχική υγεία και την ασφάλειά τους. Γιατί, αν οι ενήλικες αρχίζουν να συνειδητοποιούν τις επιπτώσεις, τότε το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο πιεστικό για εκείνους που μεγαλώνουν μέσα σε αυτή τη συνθήκη.
Μάλιστα, πρόσφατες διεθνείς έρευνες δείχνουν ότι η υπερβολική χρήση κοινωνικών δικτύων συνδέεται και με δυσκολίες συγκέντρωσης, διαταραχές ύπνου και αυξημένη ψυχική κόπωση, ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η συνεχής εναλλαγή εικόνων, πληροφοριών και ερεθισμάτων επηρεάζει τον τρόπο που λειτουργεί η προσοχή μας και ενισχύει την ανάγκη για άμεση επιβράβευση. Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν πλέον συνειδητά χρόνο μακριά από την οθόνη, προσπαθώντας να επαναφέρουν μια πιο ισορροπημένη σχέση με την τεχνολογία και την καθημερινότητά τους.
Υπάρχει και μια πιο υπαρξιακή διάσταση σε όλο αυτό. Τα social media μάς έμαθαν να αφηγούμαστε τη ζωή μας προς τα έξω. Να τη μετατρέπουμε σε περιεχόμενο. Αλλά, κάποια στιγμή, πολλοί αρχίζουν να αναρωτιούνται τι πραγματικά μένει όταν σταματήσεις να αφηγείσαι και ποια είναι η εμπειρία όταν δεν συνοδεύεται από την ανάγκη να μοιραστεί. Η αποσύνδεση, σε αυτή την περίπτωση, είναι μια προσπάθεια να επαναπροσδιορίσεις τη σχέση σου με τον εαυτό σου, χωρίς το φίλτρο της συνεχούς έκθεσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα κοινωνικά δίκτυα θα εξαφανιστούν από τη ζωή μας. Κάθε άλλο. Είναι βαθιά ενσωματωμένα στον τρόπο που επικοινωνούμε, ενημερωνόμαστε και συνδεόμαστε. Αλλά φαίνεται πως περνάμε σε μια νέα φάση χρήσης τους. Από την άκριτη υιοθέτηση, στην πιο συνειδητή χρήση. Αφού τα αφήσαμε για ένα διάστημα να αλώσουν σχεδόν κάθε πτυχή της καθημερινότητάς μας, τώρα αρχίζουμε να τραβάμε μια γραμμή, όχι για να τα απορρίψουμε, αλλά για να τα επανατοποθετήσουμε.
Δεν αναζητούμε την πλήρη αποκοπή, αλλά σίγουρα χρειαζόμαστε περισσότερη ισορροπία. Λίγο χώρο να αναπνεύσουμε έξω από την οθόνη, να υπάρξουμε χωρίς να καταγραφόμαστε και να ζήσουμε στιγμές που δεν θα μετατραπούν σε περιεχόμενο. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της τάσης: ότι δεν πρόκειται για επιστροφή στο παρελθόν, αλλά για μια διόρθωση πορείας. Μια ήσυχη, αλλά ουσιαστική υπενθύμιση ότι, όσο κι αν αλλάζουν τα μέσα, η ανάγκη για πραγματική εμπειρία παραμένει ίδια.
Η ιστορία κάνει κύκλους λένε, και μάλλον έκανε κι εδώ. Και ανάμεσα στο online και το offline, διαμόρφωσε ένα νέο τοπίο. Λιγότερο θορυβώδες, ίσως πιο ειλικρινές και σίγουρα πιο ανθρώπινο.



Λίλα Σταμπούλογλου