Καθόμασταν δίπλα-δίπλα στη γιορτή του σχολείου. Εκείνη είχε παιδί σε άλλη τάξη, οπότε δεν είχαμε την τύχη να γνωριστούμε ποτέ. Περιμένοντας, όμως, να ξεκινήσει η γιορτή, δύο μαμάδες εγκλωβισμένες στην αίθουσα εκδηλώσεων ενός σχολείου, είχαμε χρόνο να τα πούμε. «Με τον άντρα μου μένουμε μαζί, αλλά έχουμε χωρίσει», είπε. Τη ρώτησα πόσα χρόνια ζούνε έτσι, απάντησε τρία-τέσσερα. Είναι αρκετά για να πεις ότι κάποιος έχει εγκλωβιστεί σε μια τελειωμένη κατάσταση, επειδή δεν έχει τα φόντα να βγει από εκεί. Αυτοί οι δύο δεν την είχαν. Και να ’ταν οι μόνοι!
Στον περίγυρό μου ξέρω ήδη δύο-τρεις περιπτώσεις που μένουν μαζί, ενώ κανονικά θα έπρεπε να έχουν τραβήξει χωριστούς δρόμους. Ένα από αυτά τα ζευγάρια, κι ενώ έφτασε ακόμα και σε δικηγόρο, αποφάσισε να παγώσει τον χωρισμό μέχρι να βρει ο ένας από τους δύο κάπου να μείνει, κάπου που να το αντέχει η τσέπη του. Μαντέψτε, το ζευγάρι αυτό είναι ακόμα μαζί. Το πάγωμα του χωρισμού έχει κρατήσει ενάμιση χρόνο – ούτε στο Βόρειο Πόλο τέτοιο πάγωμα.
«Τι έγινε, ρε παιδιά; Δεν θα το λήξετε;», έχουμε αρχίσει και τους δουλεύουμε. Γελάνε και οι ίδιοι: «Πού να το λήξουμε; Δεν βλέπεις τι παθαίνουν όσοι το λήγουν;»
Η αλήθεια είναι ότι βλέπω. Τέτοιο ζόρι να κρατηθείς μόνος, ειδικά αν δεν έχεις δικό σου σπίτι και πρέπει να νοικιάσεις, δεν έχει ματαξαναϋπάρξει στα χρονικά. Αν έχεις και παιδιά, κλάφ’ τα Πολυχρόνη, που λένε. Δύο δουλειές να κάνεις, μόνος σου δύσκολα στηρίζεις την κατάσταση με τους σημερινούς μισθούς και τις δεδομένες συνθήκες. Φεύγεις από το πρόβλημα της συμβίωσης και πέφτεις στο πρόβλημα της κατά μόνας επιβίωσης. Αφήνεις τη σχέση που ράγισε, και ραγίζεις εσύ από την υπεράνθρωπη προσπάθεια να σταθείς στα πόδια σου χωρίς κάποιον δίπλα, να μοιράζεστε τα ζόρια.
Είναι μια νέα κατηγορία ζευγαριού, εγώ τους αποκαλώ οι «χωρισμένοι συγκάτοικοι». Δεν είναι ακριβώς ζευγάρι, δεν είναι ακριβώς χωρισμένοι, δεν είναι και συγκάτοικοι με την κανονική έννοια, γιατί έχουν κοινό παρελθόν, πιθανόν παιδιά, περιουσία, λογαριασμούς, συγγένειες, οικογενειακές υποχρεώσεις και μια ολόκληρη ζωή που δεν μπορεί να κοπεί με ένα «μαζεύω τα πράγματά μου και φεύγω». Είναι άνθρωποι που έχουν πάρει την απόφαση συναισθηματικά, αλλά δεν έχουν καταφέρει να την υλοποιήσουν πρακτικά.
Θα μου πεις, πάντα οι χωρισμοί ήταν δύσκολοι, πάντα είχαν διλήμματα και αναβλητικότητα. Αυτό που ζούμε τώρα είναι κάτι διαφορετικό. Οι δικηγόροι διαζυγίων είναι οι πρώτοι που μίλησαν γι’ αυτή την νέα κατηγορία χωρισμένων. Και είναι τρελό και παράδοξο ότι τα οικονομικά προβλήματα που διαλύουν τις σχέσεις, τα ίδια τις κρατούν στο snooze επ’ αόριστον.
Οι χώρες καταγράφουν αυτό το φαινόμενο, η μια μετά την άλλη. Στην Αυστραλία έχει αρχίσει να χρησιμοποιείται ο όρος «separation under the same roof», δηλαδή χωρισμός κάτω από την ίδια στέγη. Το γαλλικό Ινστιτούτο Δημογραφικών Μελετών είχε καταγράψει ήδη από το 2020 ότι, σε περίπου μία στις τέσσερις περιπτώσεις χωρισμού στη Γαλλία, οι πρώην σύντροφοι συνέχιζαν να μένουν κάτω από την ίδια στέγη, για τουλάχιστον έναν χρόνο.
Η οικονομία μπαίνει μέσα στο υπνοδωμάτιο και αποφασίζει για την ερωτική μας ζωή· και αυτό, όπως και να το δει κανείς, είναι άχαρο. Γιατί άλλο να μένεις σε έναν γάμο επειδή αγαπάς τον άνθρωπό σου, επειδή ελπίζεις ότι κάτι θα αλλάξει και θες να παλέψεις για τη σχέση σου, και άλλο να μένεις επειδή, όταν κάνεις τον λογαριασμό στο χαρτί, το αποτέλεσμα λέει «δεν βγαίνουμε αγάπη μου».
Είναι μια εντελώς διαφορετική μορφή εγκλωβισμού που σε πιέζει συναισθηματικά και δεν σε αφήνει να ηρεμήσεις. Γιατί μπορεί να έχεις ήδη αποδεχτεί ότι ο γάμος σου τελείωσε, αλλά κάθε πρωί συναντιέστε στην κουζίνα για πρωινό. Μπορεί να έχετε χωριστά δωμάτια, ξεχωριστά προγράμματα και ξεχωριστές ζωές, αλλά κάποια στιγμή θα βρεθείτε μπροστά στο ίδιο ψυγείο και θα συζητήσετε ποιος θα πληρώσει το ρεύμα. Δεν το λες ακριβώς και ιδανικό περιβάλλον για να θεραπεύσεις τη ραγισμένη σου καρδιά, έτσι; Άσε που συνήθως συνεχίζετε να τσακώνεστε, όπως ακριβώς τσακωνόσασταν και όταν ήσασταν ζευγάρι.
Ούτε να προχωρήσεις στη ζωή σου μπορείς. Γιατί πες ότι γνωρίζεις κάποιον, ότι πας να δοκιμάσεις μια άλλη σχέση. Τι ακριβώς θα πεις σ’ αυτόν τον νέο άνθρωπο αν έρθει σπίτι σου; «Ξέρεις, στο σπίτι είναι και ο Γιώργος. Έχουμε χωρίσει, αλλά μένουμε ακόμα μαζί γιατί τα ενοίκια είναι 900 ευρώ». Αν το σκεφτείς, είναι ένα νέο είδος ερωτικού τριγώνου: εσύ, ο νέος εραστής και ο πρώην σύντροφος-συγκάτοικος.
Ακούγεται αστείο, αλλά για όποιον το ζει δεν είναι καθόλου. Γιατί η αυτονομία είναι βασική προϋπόθεση για να μπορέσεις να ξαναστήσεις τη ζωή σου. Όταν φτάσεις στο σημείο να χωρίσεις, το πρώτο που θες είναι να έχεις έναν χώρο δικό σου, να γυρνάς από τη δουλειά και να μην βλέπεις μούτρα που δεν θες να δεις. Να μπορείς να φέρεις ένα Σαββατόβραδο το νέο σου αμόρε και να περάσεις το βράδυ μαζί του. Με τον πρώην συγκάτοικο, πώς θα το φέρεις; Θα του πεις να φύγει για να έχεις προσωπικές στιγμές με άλλον; Δεν ακούγεται κάπως άχαρο, μεταξύ μας;
Το χειρότερο είναι ότι παγώνεις σ’ αυτή τη θέση, όπως το ζευγάρι των γνωστών μου. Που συνεχίζουμε να τους πειράζουμε λέγοντας ότι, αν μείνουν έτσι για λίγο ακόμα, θα γεράσουν και δεν θα χρειαστεί να χωρίσουν. Η αλήθεια, πάντως, είναι ότι αυτός ο εγκλωβισμός κάτω από μια κοινή στέγη, σου δίνει και μια ευκαιρία (αναγκαστικά) να επαναξιολογήσεις τη σχέση. Μπορεί να πεις, για παράδειγμα, μένουμε που μένουμε μαζί από ανάγκη, δεν το προσπαθούμε λίγο ακόμα; Δεν πάμε και μια εκδρομή μαζί; Δεν ερωτοτροπούμε και λίγο;
Αν έχεις πίσω σου χρόνια συμβίωσης, χρόνια δεσμού και οικειότητας, το να κάνεις ένα πισωγύρισμα παρόλο που είπες χωρίζω, είναι το πιο εύκολο πράγμα στο κόσμο. Άλλωστε, σ’ αυτή την αίθουσα αναμονής που έχετε μπει, κάπως πρέπει να περάσει ο χρόνος ευχάριστα, ειδικά όταν κανείς από τους δύο δεν προχώρησε στη ζωή του. Είναι δύσκολες και οι σχέσεις, είσαι κι εσύ δύσκολος πια έχοντας περάσει τις Συμπληγάδες μιας μακροχρόνιας συμβίωσης, πού να τρέχεις, σε ποιον; Μένεις εκεί που έχεις συνηθίσει.
Μπορεί να σου έχει τελειώσει ο έρωτας, αλλά ο λογαριασμός της ΔΕΗ παραμένει μια σχέση που απαιτεί δέσμευση. Κι εκεί, φίλε μου, δεν συμφέρει να δεσμευτείς μόνος.



Λίλα Σταμπούλογλου