Ο Αντώνης Καρυστινός είναι ο ορισμός του τζέντλεμαν. Περιποιητικός, «ζεστός», αλλά και με μια σπίθα στο μάτι, η οποία καμουφλάρεται όμορφα από την ηρεμία που εκείνος σου εκπέμπει ως άνθρωπος. Μια σπίθα που, αν αφουγκραστείς προσεκτικά τα όσα λέει ο ίδιος, έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στις επιλογές ζωής που έχει κάνει, αλλά και στην επικοινωνία του με τους ανθρώπους – αρκεί να διακρίνει σ’ αυτούς κάτι ενδιαφέρον. Τη φετινή σεζόν, οι ρόλοι του είναι ποικίλοι: πρωταγωνιστής στο «Porto Leone» του ALPHA, πρωταγωνιστής στην παράσταση «Ένα κάποιο κενό» στο Θέατρο Εμπορικόν, καθηγητής στο Θέατρο των Αλλαγών. Ρωτώντας τον πού «συναντιέται» με τον Ντίνο Βούλγαρη, τον τηλεοπτικό του χαρακτήρα, εκείνος απαντά στο αίσθημα δικαίου που χαρακτηρίζει και τους δύο. Ξεκάθαρα συμβατό με την επιθυμία μας, εδώ και καιρό, να εξασφαλίσουμε μια συνέντευξη μαζί του: Ήταν δίκαιο και έγινε πράξη.
Πολλές φορές, δίνεις την εντύπωση ενός ανθρώπου λίγο απόμακρου και μαζεμένου. Ομολογώ ότι αυτό πίστευα κι εγώ, μέχρι που μου το κατέρριψες σήμερα. Θα μπορούσε αυτό να λειτουργεί σαν «δίχτυ ασφαλείας» για σένα;
Είναι πολλά πράγματα που συμβάλλουν σ’ αυτό. Πρώτα απ’ όλα, να σου πω ότι μου πήρε πολύ χρόνο να αποδεχθώ τον τρόπο δουλειάς της τηλεόρασης. Η διαδικασία με τους συναδέλφους πάντα μου άρεσε, γιατί είναι acting, είναι υποκριτική. Ο τρόπος δουλειάς, όμως, είναι πολύ διαφορετικός από τον τρόπο με τον οποίο δουλεύεις στο θέατρο. Μου πήρε πάρα πολύ χρόνο να το αποδεχθώ αυτό, και ν’ αρχίσω να το ευχαριστιέμαι – τη διαδικασία, τα ωράρια, τον αποσπασματικό τρόπο με τον οποίο γυρίζουμε τις σκηνές… Όλο αυτό το «εμπρός-πίσω», «πέρα-δώθε», δεν μου πολυάρεσε. Οπότε τα πρώτα χρόνια, όταν έδινα μια συνέντευξη για μία τηλεοπτική δουλειά, δεν το ευχαριστιόμουν και πολύ.
Ένα άλλο κομμάτι είναι ότι αγαπάω τους ανθρώπους, γι’ αυτό και μου αρέσει να τους παρατηρώ, μου αρέσει να τους βλέπω και να φαντάζομαι, ας πούμε, πώς μπορεί να ήταν παιδιά, ποιο ήταν το όνειρό τους, πώς πήγε η ζωή τους – όλα αυτά που κάνει και ένας ηθοποιός, που αρχίζει να φτιάχνει ιστορίες με το μυαλό του…
Ωστόσο, δεν βάζω ανθρώπους στη ζωή μου εύκολα. Και δεν είναι ότι δεν εμπιστεύομαι· είναι ότι θέλω να τους θαυμάζω και δεν μπορώ να ζω πολλά γκρεμίσματα.
Αυτό, όμως, δείχνει μια βαθιά ευαισθησία. Διότι τα γκρεμίσματα πάντα αφήνουν ένα τραύμα, έτσι δεν είναι…;
Μπορεί να είναι και ευαισθησία, δεν ξέρω τι είναι. Έχω πολύ δυνατές αποσκευές, τις έχω πάντα μαζί μου, στη δουλειά μου – είναι πλούτος αυτό. Έχω πολλές αναφορές, κι ας μη γεννήθηκα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κι ας μην έζησα τεράστια ιστορικά συμβάντα.
Αλλά ακόμα κι αυτά που συμβαίνουν σήμερα, προσπαθώ να μην τα βλέπω σαν απλά «δελτία καιρού» και να τα αναλύω λίγο περισσότερο.
Σε απασχολεί, δηλαδή, τι γίνεται γύρω μας. Θα μπεις στη διαδικασία να διαβάσεις, δεν θα μείνεις στον τίτλο της είδησης.
Τώρα η αλήθεια με την πραγματικότητα είναι τόσο μπερδεμένες, που άκρη δεν βρίσκεις. Θα προσπαθήσω, όμως, να καταλάβω ποιο είναι το δίκαιο.
Προσπαθώ να μην είμαι στο μικρόκοσμό μου κλεισμένος. Έχω, βέβαια, και την τύχη να κάνω μια τέτοια δουλειά, που δεν σε αφήνει να επαναπαυθείς. Οι αφορμές είναι τόσο ισχυρές, που ψάχνεις να βρεις συνέχεια πράγματα μέσα σου – να τοποθετηθείς απέναντι και στον εαυτό σου, και σε αυτά που συμβαίνουν γύρω σου.
Θα γυρίσω λίγο πίσω. Με την υποκριτική ασχολήθηκες σε σχετικά μεγαλύτερη ηλικία, 25-26 χρονών, έχοντας κάνει πριν διάφορες δουλειές – μέχρι και γραφίστας, διάβασα… Τι ήταν αυτό που σε έκανε να πεις «Ναι, αυτό θέλω να κάνω τελικά»;
Αυτό που με έκανε τότε και με κάνει ακόμα και σήμερα να δοκιμάζω καινούργια πράγματα, είναι η συνειδητοποίηση ότι το χειρότερο δεν είναι να χάσεις, να πονέσεις ή να αποτύχεις. Το χειρότερο είναι να συνηθίσεις το κενό και να το πεις «ζωή». Αυτή είναι μία σκέψη, την οποία έχω καταγράψει με αφορμή το θεατρικό έργο, στο οποίο θα είμαι φέτος.
Αν, λοιπόν, όλα σε σπρώχνουν είτε στην αδράνεια, είτε στην υπερδιέγερση (κανένα από τα δύο άκρα δεν είναι το ζητούμενο), πάντα υπάρχει κάπου μια σπίθα – και αυτή η σπίθα είναι η αλήθεια μας. Αυτή την αλήθεια, λοιπόν, εγώ την έφερα στην επιφάνεια επιλέγοντας ν’ ασχοληθώ με την υποκριτική, ώστε να μη συνηθίσω αυτό το κενό που, πίστεψέ με, ακόμα και σ’ εκείνη την ηλικία εμένα μού ήταν ορατό.
Μα ήσουν πολύ νέος για να αισθάνεσαι έτσι…
Ναι, γιατί εγώ έβλεπα τι σημαίνει φιλία, τι σημαίνει οικογένεια, τι σημαίνει αλήθεια, τι σημαίνει υποκρισία – μπορούσα να τα ξεκαθαρίσω και να τα καταλάβω. Παρόλο, λοιπόν, που μου έλεγαν «Γιατί τα παρατάς σ’ αυτή την ηλικία και επιλέγεις να κάνεις κάτι τόσο high-risk;», δεν φοβήθηκα να το δοκιμάσω, γιατί καταλάβαινα ότι αυτό ανάβει μια σπίθα μέσα μου. Αυτή είναι η απάντηση!
Προφανώς, όλα αυτά τα χρόνια έχεις υποδυθεί πολλούς ρόλους, που όλοι έχουν κάτι διαφορετικό να σου δώσουν. Τι είναι αυτό που σε κάνει, διαβάζοντας ένα ρόλο, να πεις «ναι, θα το κάνω»;
Πρώτα απ’ όλα είναι οι συνεργάτες, δεν είναι ο ρόλος. Ξεκάθαρα πρώτα οι συνεργάτες! Διότι ακόμα κι ένας πολύ ωραίος ρόλος, σε μία λάθος στιγμή με λάθος συνεργάτες, μπορεί να μην έχει καμία αλήθεια.
Σου έχει τύχει αυτό;
Δεν μου έχει τύχει, και νομίζω ότι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος.
Άρα, αυτό δείχνει ότι κάνεις σωστές επιλογές.
Με κόστος, όλα γίνονται. Αλλά είπαμε: δεν πρέπει να φοβάσαι να πονέσεις, να αποτύχεις. Χειρότερο είναι να αποτύχεις με τους σωστούς συνεργάτες· αυτό πονάει περισσότερο τελικά.
Αλλά, τι να κάνουμε, κάποιες φορές πρέπει να επιλέξουμε και πράγματα που ξέρουμε εκ των προτέρων ότι δεν θα μας φτάσουν κάπου όμορφα ή πολύ βαθιά, ότι δεν θα τα ευχαριστηθούμε πολύ…
Παίζουν ρόλο και οι εκάστοτε ανάγκες της ζωής, το καταλαβαίνω απόλυτα…
Ακριβώς. Δεν είναι απαραίτητα «θέμα επιβίωσης», που συχνά το λέμε για να το ξεπετάξουμε. Γιατί κάποιοι μπορεί να χρειάζονται 10 για να επιβιώσουν, κάποιοι άλλοι να επιβιώνουν με 5, και κάποιοι άλλοι να κάνουν ότι επιβιώνουν, αλλά στην πραγματικότητα να δυσκολεύονται πάρα πολύ.
Ένας ηθοποιός μπορεί να βρίσκεται σε ένα από αυτά τα τρία στάδια και να μην το ξέρει κανείς. Και δεν αφορά και κανέναν.
Αυτό το «δεν αφορά και κανέναν», τώρα, είναι πολύ μεγάλη κουβέντα. Γιατί, όταν κάνεις μία δουλειά τόσο προβεβλημένη, πόσο εύκολο είναι να χαθεί το όριο; Εγώ θα δεχτώ και την ευθύνη των ΜΜΕ…
Κοίταξε, εφόσον ο άνθρωπος πια έχει αποδεχθεί ως πραγματική ζωή τη ζωή μέσα από τις οθόνες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τότε ευθύνονται όλοι.
Με τον «Ντίνο Βούλγαρη» συναντιόµαστε στο ότι και αυτός θέλει τα πράγµατα να γίνονται δίκαια
Όταν έχεις να υποδυθείς έναν ρόλο δύσκολο και ψυχοφθόρο, έχεις τρόπους να φροντίζεις μετά τον εαυτό σου, για να μη σε «καταπιεί» όλο αυτό που ζεις;
Κάποια στιγμή, είχα παίξει σε μια παράσταση που λεγόταν «Καυτός πάγος» και έκανα έναν παιδόφιλο. Αν ερχόσουν στο σπίτι μου, θα καλούσες την αστυνομία: αυτό που είχα φτιάξει ήταν τρομακτικό. Σε καμία περίπτωση δεν είχα φωτογραφίες παιδιών, ωστόσο όλα αυτά που διάβαζα, το πώς είχα φτιάξει το γραφείο μου…
Όταν το κατάλαβα, λοιπόν, έκανα μια συζήτηση με τον εαυτό μου. Η παιδοφιλία είναι ένα από τα πιο ζοφερά πράγματα που υπάρχουν, γι’ αυτό και αποφάσισα ότι εγώ, ως άνθρωπος, δεν μπορώ να μπω σε τέτοιο σκοτάδι. Έτσι, λοιπόν, έφτιαξα άλλες διαδρομές. Κατάλαβα ότι υπάρχουν και όρια που δεν μπορείς να ξεπεράσεις, γιατί δεν θα μπορείς να κοιμηθείς πια, δεν θα μπορείς να ζήσεις – κι εγώ δεν θέλω να μπω σε τέτοια διαδικασία.
Το να κάνω, για παράδειγμα, ότι είμαι ερωτευμένος έχει μια διαδικασία πολύ δημιουργική. Οι ηθοποιοί έχουμε τον δρόμο μας και την εκπαίδευσή μας…
Παρόλα αυτά, στην πράξη πώς αλλιώς «ησυχάζεις» μετά από μια παράσταση ή ένα γύρισμα; Θες, ας πούμε, να καθίσεις μια ώρα μόνος σου…;
Έχω τέτοιους μηχανισμούς, ναι. Φυσικά πέρασα κι εγώ, όπως πολλοί συνομήλικοί μου, τα χρόνια πριν την οικονομική κρίση, που φεύγαμε σφαίρα από το θέατρο για να πάμε στο μπαρ να πιούμε ποτό. Θυμάμαι ότι έχω φύγει από το θέατρο με συνάδελφο και έχουμε μπει στο μπαρ· βγάζω το κράνος, πηγαίνω να τον πιάσω και νιώθω ότι κάτι έχει το μπουφάν του – από τη βιασύνη του, είχε φύγει μαζί με την κρεμάστρα! (γέλια)
Τώρα πλέον, και πριν την παράσταση και μετά, έχω τη δική μου ρουτίνα για να αποφορτιστώ. Την ίδια στιγμή, όμως, υπάρχει ένας μηχανισμός μέσα σου που σε αποζημιώνει γι’ αυτό το ρίσκο που παίρνεις. Τουλάχιστον έτσι το βιώνω εγώ.
Μελετώντας σε λιγάκι, συνειδητοποιώ ότι, τα τελευταία χρόνια στην τηλεόραση, είσαι πάντα κάποιος πολύ πλούσιος, πολύ γοητευτικός, αλλά στρυφνός και δυνάστης. Τι βλέπουν, άραγε, σε σένα και σου τα αναθέτουν αυτά; (γέλια)
Αυτές είναι οι δύο τελευταίες τηλεοπτικές δουλειές. Η πρώτη δουλειά ήταν ο «Έρωτας φυγάς», στη δεύτερη δουλειά, το “Porto Leone”, διακτινίστηκα και πήγα στον Πειραιά σχεδόν στην ίδια εποχή, τη δεκαετία του ’60.
Θα σου πω κάτι… Ο χαρακτήρας στο “Porto Leone” απλά ξεκινάει έτσι. Επειδή, όμως, οι γυναίκες θα κινήσουν τα νήματα (ο Καζαντζάκης, νομίζω, έχει πει ότι σε ένα σπίτι μπορεί ο άνδρας να ήταν το κεφάλι, αλλά η γυναίκα ήταν ο λαιμός), μετά το ένα τρίτο της ιστορίας ο συγκεκριμένος χαρακτήρας θα ακολουθήσει μία άλλη διαδρομή. Οπότε, προς το παρόν φαίνεται έτσι, αλλά δεν είναι.
Εγώ, πάντως, έχω σημειώσει μια σκηνή στα πρώτα επεισόδια: Κάποια στιγμή, η κόρη του χαρακτήρα σου αντιδρά απέναντι στον πατέρα της που επιμένει να δώσει το παιδί της, κι εκείνος, αν και είναι ο άνθρωπος που πήρε την απόφαση, της λέει «Υπομονή…». Εμένα αυτό μου δείχνει ότι, κάτω από όλη αυτή την σκληρότητα, υπάρχει μια κρυμμένη ευαισθησία…
Πολύ μου άρεσε που το αντιλήφθηκες αυτό, διότι θυμάμαι πολύ καλά και τη σκηνή, και την παύση μου τη συγκεκριμένη στιγμή. Πρέπει να σου πω ότι αυτό το «Υπομονή» ήταν δικός μου αυτοσχεδιασμός.
Αλήθεια;
Ναι, δεν υπήρχε στο κείμενο. Ήταν ένας αυτοσχεδιασμός της στιγμής, βγήκε από μέσα μου. Προφανώς άρεσε και στον σκηνοθέτη, κι έτσι κράτησαν αυτή τη λήψη.
Αυτό σηκώνει πολλές αναγνώσεις. Η έγνοια σου, ως ηθοποιός, είναι να κάνεις τον χαρακτήρα πολυδιάστατο – δεν είναι ωραίο να παίζεις πράγματα μονοδιάστατα. Οπότε, αυτό δεν ήταν μια προσπάθεια να δείξει ότι «ξέρετε, δεν είμαι κακός». Οι άνθρωποι είμαστε πορώδεις, έχουμε μέσα μας πολλές ρωγμές… Ας πούμε ότι αυτή η στιγμή ήταν μία ρωγμή.
Φάνηκε!
Με συγκινεί το ότι στάθηκες σε αυτό…
Το θέμα είναι να σταματάς λίγο τον χρόνο με κάποιες τέτοιες στιγμές. Μου αρέσουν αυτά εμένα στο θέατρο, μου αρέσει να υπάρχουν αυτές οι στιγμές που θα γίνει το «λάθος». Αυτό το “divine error”, που λένε οι ξένοι, το οποίο θα προκύψει και θα σε πάει κάπου που ούτε το φανταζόσουν!
Αντιλαμβάνομαι, λοιπόν, ότι κάποιες στιγμές του «Ντίνου Βούλγαρη» είναι και δικές σου…
«Ντίνος» για τους φίλους! Τέλειο δεν είναι αυτό το «Ντίνος»; Ο Βασίλης Τσελεμέγκος, ο σκηνοθέτης μας, το έφερε. Είσαι κι εσύ φίλη, λοιπόν!
Έχω την εντύπωση ότι αυτό το όνομα ήταν πολύ κοινό τη δεκαετία του ’60 – αν σκεφτείς, δηλαδή, τις ελληνικές ταινίες…
Ακριβώς, γι’ αυτό το έφερε! «Κωνσταντίνος» ήταν το όνομά του στα σενάρια, και λέει ο Τσελεμέκος «Να το κάνουμε “Ντίνος”, να σε λένε Ντίνο μόνο στην οικογένεια, η γυναίκα σου, ο κολλητός σου… Στο γραφείο, όμως, θα σε λένε “Κωνσταντίνο”». Έτσι, το κρατήσαμε!
Ως φίλη, λοιπόν, θα ρωτήσω κι εγώ: με τον Ντίνο Βούλγαρη του “Porto Leone”, εσύ, ως Αντώνης, πού «συναντιέσαι» – αν συναντιέσαι; Και πού υπάρχει χάσμα μεταξύ σας;
Στο μόνο που συναντιόμαστε με τον Ντίνο Βούλγαρη είναι στην αγάπη για τη θάλασσα. Ίσως και στην καταγωγή, γιατί κι εγώ είμαι κατά το ήμισυ από τη Σύρο… Από εκεί και πέρα, συναντιόμαστε και στο ότι, σε μια πρώτη ανάγνωση, και αυτός θέλει τα πράγματα να γίνονται δίκαια.
Σε όλα τα υπόλοιπα δεν συναντιόμαστε πουθενά!
Ε, συναντιέστε και εμφανισιακά! (γέλια)
Του δάνεισα λίγο αυτό που είμαι εγώ, για να μπορέσει να υπάρξει και αυτός ο άνθρωπος… (γέλια) Πόσο τα κατάφερα, θα το δούμε στη συνέχεια.
Ο κόσμος, πάντως, ανταποκρίθηκε πολύ στα πρώτα επεισόδια. Ίσως είναι το όλο περιβάλλον, η εποχή, το κλίμα της σειράς… είναι πολύ ωραία φτιαγμένη. Με βάση τα δικά σου κριτήρια, ποια είναι τα δυνατά χαρτιά αυτής της σειράς;
Για εμένα, το δυνατό χαρτί είναι το λιμάνι! Το σινεμά το λατρεύει, η Τέχνη το έχει ζωγραφίσει, το έχει τραγουδήσει, το έχει κάνει ποίημα, το έχει κάνει βιβλίο…
Ένα λιμάνι έχει το φως, έχει και το σκοτάδι· έχει την επιθυμία, έχει και την ακύρωσή της· έχει την αναχώρηση, έχει και την επιστροφή. Το λιμάνι, λοιπόν: τελεία και παύλα!
Το χειρότερο δεν είναι να πονέσεις και να αποτύχεις. Το χειρότερο είναι να συνηθίσεις το κενό και να το πεις αυτό «ζωή»
Μα μέχρι και ο Ολυμπιακός εμπλέκεται – αν κρίνω από τον Δημήτρη Σέρφα, ο οποίος στη σειρά είναι ποδοσφαιριστής, και είχε έρθει στην πρεμιέρα με το κασκόλ της ομάδας.
Ακριβώς!
Αν και δεν έχω ζήσει τη δεκαετία του ’60, νομίζω ότι έχεις τα χαρακτηριστικά που φαντάζεται κανείς ότι είχαν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής – έχεις κάτι «ευγενές»! Για κάποιον λόγο, τα τελευταία χρόνια οι σειρές εποχής κερδίζουν το κοινό. Ίσως να απευθύνονται στο συλλογικό μας ασυνείδητο…
Σε ευχαριστώ για το κομπλιμέντο!
Για τις σειρές εποχής το έχω σκεφτεί. Νομίζω ότι είναι μια αφορμή για να ταξιδέψεις λίγο, για να βγεις από την καθημερινότητα και το παρόν.
Ένα σύγχρονο σίριαλ θα έχει και σύγχρονες αναφορές – είναι αυτό που ζεις ούτως ή άλλως. Τα σίριαλ εποχής σε βάζουν σε μία θέση απέναντι σε κάτι που είναι παρελθόν, άρα το βλέπεις και νοσταλγικά. Ακόμα και κάτι ακραίο να συμβεί, είναι πολύ μακριά πίσω, δεν «κινδυνεύεις» από αυτό. Οπότε, το απολαμβάνεις. Είναι σαν να μπαίνεις μέσα στο σπίτι της γιαγιάς που μυρίζει κουλουράκια.
Παρόλα αυτά, στο θέατρο φέτος είσαι σε κάτι σύγχρονο: στην παράσταση «Ένα κάποιο κενό» της Βαλέριας Δημητριάδου, στο Θέατρο Εμπορικόν.
Στην παράσταση υπάρχουν επτά χαρακτήρες, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους και μας αφηγούνται μία κοινή ιστορία.
Ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο και το τι μπορεί να σημαίνει αυτό το κενό: υπάρχει το “vacuum fear”, ο φόβος του κενού. Υπάρχει στη φιλοσοφία και το “existence fear”, ο φόβος της ύπαρξης, υπάρχει το υπαρξιακό κενό.
Κακώς είπα, λοιπόν, ότι πρόκειται για σύγχρονο έργο. Διαχρονικό είναι το έργο μάλλον.
Ακριβώς. Ο ρόλος μου, ο Σταύρος, μπορεί να είναι ο καθένας μας. Έχει μία οικογένεια, έχει ένα σπίτι, μία «κανονική ζωή». Κι όμως, μέσα του υπάρχει ένα απύθμενο κενό. Υπάρχει ένας έρωτας που δεν ειπώθηκε ποτέ, μια αλήθεια που δεν εξομολογήθηκε ποτέ, και είναι ένας άνθρωπος που ζει με το «σχεδόν» και με το «εάν».
Πολλοί άνθρωποι, λίγο-πολύ, βρίσκονται σε αυτό το σημείο. Το ζήτημα είναι πώς επιτρέπουμε να συνηθίσουμε να ζούμε με αυτό το κενό μέσα μας.
Το έργο είναι όντως διαχρονικό. Ακόμα και ο Ντοστογιέφσκι, μέσα από τη φυλακή, είχε πει ότι είναι πάρα πολύ σκληρό, αλλά ο άνθρωπος συνηθίζει τα πάντα. Παίρνοντας και μία φράση μέσα από το έργο, θα πω «σαν τα βατράχια που σιγοβράζουν»…
Και πώς εκφράζεται η διαπίστωση αυτή σήμερα;
Σήμερα ο φόβος είναι ότι, λίγο-πολύ, συνηθίσαμε να ζούμε –και μέσα στο σπίτι μας και ως κοινωνικά όντα– μία παγκόσμια κατάσταση, η οποία ουσιαστικά κανονικοποιεί την απώλεια κάθε νοήματος. Έτσι, μπορεί να συμβαίνουν πράγματα γύρω μας, κι εμείς να συνηθίζουμε μέσα σε αυτή την κανονικότητά μας, με αποτέλεσμα να μην τους δίνουμε την αξία που έχουν: να βλέπεις το περιβάλλον να καταστρέφεται, να βλέπεις τις ουρές των προσφύγων, να βλέπεις πολέμους, παιδιά να πεθαίνουν, να βλέπεις διεφθαρμένους πολιτικούς και, σιγά-σιγά, να μεταλλάσσεις τις αξίες σου και να λες «δεν πειράζει».
Ο άνθρωπος περπατάει έχοντας πάνω του δύο σάκους, έναν μπροστά και έναν στην πλάτη. Μέσα σε αυτούς τους σάκους έχει περιττώματα: μπροστά έχει τα περιττώματα των άλλων και πίσω τα δικά του – γι’ αυτό και βλέπει πάντα τα περιτώματα των άλλων, και όχι τα δικά του. Οπότε, κρίνοντας από αυτό το μοτίβο, σιγά-σιγά χάνει την ταυτότητά του και δεν ξέρει πλέον ποιος είναι.
Αυτό με ποιον τρόπο λειτουργεί μέσα στο έργο;
Στην παράσταση ξεκινάμε με μία τέτοια φαινομενική ησυχία και, σιγά-σιγά, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, θα μετακινηθούμε και θα φτάσουμε στο σημείο να βγάλουμε τα φίλτρα που είχαμε, τις μάσκες που είχαμε, και να δούμε το πρόσωπο που είχαμε κρυμμένο.
Θυμάσαι που με ρώτησες στην αρχή γιατί αποφάσισα να κάνω αυτή τη δουλειά σε αυτή την ηλικία; Θα σου πω ξανά, λοιπόν, ότι το χειρότερο δεν είναι να πονέσεις και να αποτύχεις. Το χειρότερο είναι να συνηθίσεις το κενό, και να το πεις αυτό «ζωή». Αυτή είναι η θεματολογία της παράστασης.
Εσύ το έχεις νιώσει ποτέ;
Το νιώθω κάθε μέρα με αυτά που συμβαίνουν. Οι πληροφορίες είναι πολλές, κι εμείς πρέπει με το ζόρι να τις αφομοιώσουμε, ζώντας αυτό που λέμε «σύγχρονη ζωή» – κι αυτό είναι όλο απάνθρωπο. Το ζήτημα είναι να μην περνάμε από το Σύνταγμα και να έχουμε συνηθίσει το ότι υπάρχει εκεί ένας άνθρωπος που κάνει απεργία πείνας, προσπερνώντας τον αδιάφοροι…
Δυστυχώς, παρακολουθώντας τις ειδήσεις σήμερα, το συνηθίζεις: όταν εκτίθεσαι τόσο συχνά σε σκληρές εικόνες, μετά δεν σου κάνουν καμιά εντύπωση…
Μπορεί αυτό να είναι και δύναμη του άνθρωπου, για να μπορέσει να επιβιώσει. Αυτή είναι η κατακλείδα.
Μπορεί να είναι, όμως, και ασπίδα – ένας τρόπος άμυνας απέναντι σε πράγματα που δεν μπορεί να διαχειριστεί.
Ουσιαστικά, είναι προσαρμοστικότητα. Ο άνθρωπος τα συνηθίζει όλα, όπως συνηθίζει, ας πούμε, το κρύο και τη ζέστη. Το ζήτημα είναι, όμως, να μη φτάσει να συνηθίζει στο απάνθρωπο, να μη φτάσει να συνηθίζει το κενό και το μηδέν ως μια φυσική κατάσταση.
Πόσο εύκολο, όμως, είναι να ρίξεις τις μάσκες και να εκφράσεις αυτό που πραγματικά αισθάνεσαι, όπως οι χαρακτήρες στο έργο;
Δεν ξέρω. Ας προσπαθήσουμε να ορίσουμε την ευτυχία. Τι είναι ευτυχία; Το να είσαι καλά, να είσαι χαρούμενος; Ο Ταρκόφσκι, για παράδειγμα, λέει ότι η ευτυχία δεν υπάρχει· για εκείνον (έναν άνθρωπο που έχει προσφέρει όλες αυτές τις ποιητικές στιγμές στις ταινίες του), είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να αγωνίζεται.
Δεν ξέρω αν είναι εύκολο, μέσα σε μία οικογένεια, να αναμετρηθούν οι άνθρωποι με αυτά. Γιατί ήρθες, δηλαδή, σε αυτή τη ζωή; Δεν πρέπει να φύγεις με κάποια πνευματικότητα; Διαφορετικά, ήρθες για να αποκτήσεις υλικά αγαθά ή για να αποκτήσεις ακροατήριο και να έχεις ανθρώπους να σε επευφημούν;
Μεγάλη συζήτηση αυτό…
Ε, ας κάνουμε κάποτε και μια μεγαλύτερη συζήτηση…
Να πούμε και τα πρακτικά για το θέατρο; Πού και πότε μπορούμε να σας δούμε;
Η πρεμιέρα είναι στις 25 Οκτωβρίου. Είμαστε στο Θέατρο Εμπορικόν, στου Ψυρρή, και θα παίζουμε Σάββατο, Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη.



Μαρία Λυσάνδρου
