Γιάννης Στάνκογλου «Παραμυθάδες είμαστε, με λόγια άλλων… Μεταφέρουμε στον κόσμο ιστορίες που τις έχει ανάγκη»

Τον περίμενα λίγο πιο… “μυστήριο”. Δεν ήταν. Λίγο πιο “κλειστό”. Δεν ήταν. Ήταν ένας παράξενος συνδυασμός ενός ανθρώπου παθιασμένου με τη δουλειά του και, παράλληλα, ενός πράου συνομιλητή. Ένας άνθρωπος που, ενώ ασχολείται με πολλά, κρατάει μια στάση που λέει «όλα υπό έλεγχο, παιδιά, το ’χω». Ένας άνθρωπος που μπορείς να τον ακούς να μιλάει για ώρες – και όχι μόνο επειδή τα λέει ωραία. Κυρίως επειδή φαίνεται ότι όσα λέει, τα έχει δουλέψει πολύ μέσα του. Ναι, τον Γιάννη Στάνκογλου θα τον παρακολουθούσες ευχαρίστως, ακόμα κι αν έβγαζε καπέλο σ’ ένα θεατράκι στην Κουμουνδούρου.

Συνέντευξη στη Μαρία Λυσάνδρου 

Στον λογαριασμό σας στο Ιnstagram, υπάρχει το motto «Τη ζωή αξίζει να τη ζεις, αν έχεις κάτι για το οποίο αξίζει να πεθάνεις»…
Η φράση προέρχεται από έναν μονόλογο πάνω στον ποιητή Αρθούρο Ρεμπό, τον οποίο έκανα πριν μερικά χρόνια, με τίτλο «Είμαι ένας άλλος», του Σουηδού ακαδημαϊκού Μίκαελ Αζάρ. Με καλύπτει απόλυτα.

Και για ποιο πράγμα αξίζει να πεθάνει κανείς;
Για τον έρωτα… Για την αγάπη των παιδιών του… Για την αγάπη της πατρίδας του, αν προκύψει ανάγκη…

Αυτό τώρα, όμως, μου ακυρώνει μια άλλη ερώτηση που είχα σκεφτεί.
Η οποία είναι;

Αν έχει υπάρξει ποτέ ατάκα που να έχετε πει είτε στο θέατρο, είτε σε σίριαλ, είτε σε ταινία, η οποία να σας έχει σημαδέψει. Που, όταν την πρωτοδιαβάσατε, σκεφτήκατε «Τι λέει εδώ ο άνθρωπος»…
Α, πολλές… Τα τελευταία χρόνια, ειδικά στο θέατρο, ασχολούμαι με κείμενα, τα οποία είναι αυτό που λέμε “κλασικά”. Οποιοδήποτε έργο και να πάρεις του Σαίξπηρ ή αρχαία τραγωδία, ακόμα και τον Αριστοφάνη, δεν υπάρχει περίπτωση να μη βρεις κάτι που να σε κάνει να πεις «Κοίτα, πόση αλήθεια μέσα σε τρεις γραμμές»…
Ένα τέτοιο κείμενο, ας πούμε, ήταν ο «Καλιγούλας» του Αλμπέρ Καμύ, που έκανα στον Πειραιά πριν από δύο-τρία χρόνια. Υπήρχε, ας πούμε, μια πρόταση που έλεγε ότι η εξουσία κανονικά θα έπρεπε να σου φτιάχνει τη ζωή, όχι να σου τη χαλάει. Κι εμείς, όλοι λίγο-πολύ, είμαστε από την εξουσία πικραμένοι… Και δεν μιλάω μόνο για τους Έλληνες· είναι γενικό το φαινόμενο:   Η εξουσία συνήθως λειτουργεί μονομερώς, για άλλα πράγματα, όχι για το κοινό καλό.

Θα πάω λίγο στις «Άγριες Μέλισσες»… Τώρα που, λόγω κορονοϊού, είναι λίγο ιδιαίτερες οι συνθήκες, πώς λειτουργεί το πράγμα στα γυρίσματα;
Προς το παρόν, τουλάχιστον τις πρώτες αυτές εβδομάδες, είμαστε σε μια “απόσταση”. Δεν επιλέξαμε να βάλουμε σκηνές που οι χαρακτήρες είναι πολύ κοντά – φιλιά, αγκαλιές κ.λπ. Ε, πιστεύω ότι, σε δύο-τρεις εβδομάδες, κι αφού δούμε ότι δεν έχουμε κρούσμα (ξεκινώντας, κάναμε όλοι τεστ και ήμασταν αρνητικοί), θα έρθουμε λίγο πιο κοντά.
Θα ξανακάνουμε το τεστ, και αν όλα είναι καλά… Γιατί δεν μπορεί να μην κάνεις μια σκηνή, όπου είναι ανάγκη να φιλήσεις τον άλλον, να αγκαλιαστείς…

Μα το θέλει και ο κόσμος. Α, ως τηλεθεατής, εγώ θα το πω!
Ε, θα γίνει κι αυτό! Φαντάζομαι, σε λίγο καιρό, σίγουρα!

Τελικά, έχετε καταλήξει πού κατατάσσεται ο Κυπραίος στη συνείδηση του κόσμου; Είναι αμιγώς αντιπαθής ως χαρακτήρας ή, κάποιες φορές, μπορεί να προκαλεί και τη συμπάθεια;
Μόνο αντιπαθής είναι! Εντάξει, ας μην είμαι τόσο απόλυτος… Είναι ένας χαρακτήρας, ο οποίος έχει κάνει πολλά ακραία πράγματα, που δύσκολα τα συγχωρείς. Αλλά με τον τρόπο που το έφτιαξε η Μελίνα (Τσαμπάνη), δηλαδή είδαμε λίγο κάποια flashback για την ιστορία που ο ίδιος κουβαλάει, ίσως μπορείς να του δώσεις κάποια ελαφρυντικά. Εγώ, προσωπικά, δεν του δίνω.
Προσπάθησα να τον κατανοήσω πρώτα εγώ, ούτως ώστε και ο κόσμος να μην έχει καταλήξει ακριβώς αν είναι καλός ή κακός, ή αν άξιζε τον κόπο που είχε συνταχθεί με τους Γερμανούς, που σκότωσε τον γιο του Νέστορα. Είναι και το θέμα της πρέζας, ok. Αυτό το ψάξαμε λίγο με τη Μελίνα…

Πάντως, εκεί που τον αντιπαθείς πραγματικά, πάει και κάνει κάτι καλό – για την Ελένη, για τον συνεταιρισμό… Για να εξιλεωθεί, άραγε;
Κοίτα, το μόνο σίγουρο είναι ότι προσπαθεί να βρει μια “φωλιά”, και η “φωλιά” του είναι η Ελένη. Δεν του έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Θέλει να το ζήσει. Και αν η Ελένη τον εγκαταλείψει, θα εγκαταλείψει τα πάντα και ο ίδιος.

Από τους γυναικείους χαρακτήρες της σειράς, ποιος σας φαίνεται πιο γοητευτικός;
Και οι τρεις αδελφές έχουν πολύ ενδιαφέρον. Θα πω και τη Θεοδοσία, τη γυναίκα του δασκάλου. Έχει “πράγμα”, ρε παιδί μου, υπάρχει υλικό για έναν ηθοποιό για να δουλέψει.
Είναι φοβερό ότι, αν κάτσω και σκεφτώ όλους τους χαρακτήρες, όλοι (και αυτό είναι σπάνιο, ειδικά στην ελληνική τηλεόραση) έχουν μια “δομή” και μια πορεία, που λες «το τρώω, το δέχομαι»…

Από τους ανδρικούς χαρακτήρες;
Ο ρόλος του Νέστορα είναι σχεδόν τραγικός, ειδικά όταν θα έρθουμε αντιμέτωποι με το θέμα του γιου του… Μου αρέσει και ο χαρακτήρας του Ενωμοτάρχη, ο οποίος έχει και χιουμοριστικά στοιχεία, είναι και ένας καλός άνθρωπος. Έχει από δίπλα και τη μητέρα του, τρέλα…
Είναι και ο Μελέτης, που είναι μεν κακός, αλλά έχει ερωτευτεί αυτό το πλασματάκι, τη μικρή Σεβαστού. Ειλικρινά, δεν μπορώ να σου πω. Όλοι έχουν “κάτι”!


Αφιέρωσαν 10 λεπτά για το πώς θα ανοίξουν τα κομμωτήρια, και για τα θέατρα ήρθαν να μας μιλήσουν μετά από δύο εβδομάδες! Αυτό, εμένα προσωπικά, με προσβάλλει.


Και πού αποδίδετε εσείς όλη αυτή την επιτυχία;
Ε, νομίζω ότι βασίζεται πάρα πολύ στην “πένα” της Μελίνας. Από εκεί και πέρα, είναι οι συνεργάτες, ο Λευτέρης Χαρίτος, ο σκηνοθέτης, ο οποίος έκανε ένα εξαιρετικό καστ, με ανθρώπους που ήταν “φρέσκοι”, και τους “πάντρεψε” με κάποιους άλλους, παλαιότερους. Αλλά είναι και η πείρα που υπάρχει πίσω από τις κάμερες. Είναι “χημεία”, νομίζω· δεν συμβαίνει συχνά.
Αν και εγώ είμαι από τους τυχερούς. Την τελευταία φορά που έκανα τηλεόραση ήταν στο «Νησί», επίσης μια σειρά εξαιρετική από όλες τις απόψεις. Είναι αυτές οι δουλειές που τελειώνουν και, ακόμα κι αν δεν έχεις κάνει παρέα με κάποιους από τους ηθοποιούς, νιώθεις ότι συνδέθηκες μαζί τους με κάποιον άλλον τρόπο, λες «ήμασταν εκεί πέρα, μαζί».

Στις «Μέλισσες» θα είστε του χρόνου, τελικά; Γιατί λίγο μπερδευτήκαμε…
Μπερδευτήκαμε! (γέλια) Ναι, μωρέ, το έχω ξαναπεί… Εγώ είχα συμφωνήσει να κάνω 140 επεισόδια, τα οποία ήταν να γίνουν μέχρι το καλοκαίρι. Κατ’ αρχάς, πέρυσι το καλοκαίρι δεν ξέραμε αν θα υπάρξει δεύτερη σεζόν, έτσι; Δεν ξέραμε ότι θα έχει τόση επιτυχία…

Μου κάνει εντύπωση, γιατί ο ΑΝΤ1 εξαρχής είχε ποντάρει πολύ στη συγκεκριμένη σειρά. Δεν το περιμένατε;
Σε τόσο μεγάλο βαθμό; Όχι! Λέγαμε «εντάξει, έχει πολύ ωραίο σενάριο, ωραίους χαρακτήρες», αλλά δεν είσαι ποτέ σίγουρος ότι θα κάνεις τέτοια νούμερα. Αλλά, ναι, ο ΑΝΤ1 πράγματι το πίστευε πολύ. Απλώς νομίζω ότι “πήγε” περισσότερο κι από εκείνο που περίμεναν όλοι.
Οπότε, ναι, η δική μου συμφωνία ήταν μέχρι το καλοκαίρι. Όλων, νομίζω, ήταν μέχρι το καλοκαίρι. Και επειδή θα πήγαινα και στην Επίδαυρο, θα έκανα και περιοδεία, είχαμε αποφασίσει ότι θα τελείωνα. Τώρα που δεν γίνεται αυτό και το γύρισμα έχει πάει πίσω, ούτως ή άλλως… για να τελειώσω εγώ τα 140 επεισόδια, θα πρέπει να πάω καλό Αύγουστο! Είμαστε σε κάποιες συνεννοήσεις με τον Καραγιάννη, τον παραγωγό, και με τη Μελίνα, και θα δούμε αν έχει περιθώριο ο Θωμάς Κυπραίος να συνεχίσει.

Ας πιάσουμε λίγο το θέμα της καραντίνας. Έχετε πει ότι από αυτήν μάθατε πως είναι καλό να κάνουμε κάπου μια παύση, για να ανασυγκροτηθούμε…
Ναι, το θεωρώ τρομερά σημαντικό. Συνήθως για εμάς αυτή η παύση είναι το Πάσχα και, μετά, οι καλοκαιρινές διακοπές. Αλλά έχω την εντύπωση ότι ήταν η πρώτη φορά που, επειδή δεν ήξερες τι σου ξημερώνει, η παύση ήταν ακραία. Ο καθένας, βέβαια, το βίωσε με τον δικό του τρόπο. Άλλοι βγήκαν πιο δυνατοί μέσα από αυτή την κατάσταση, άλλοι πιο αδύναμοι, άλλοι βγήκαν λίγο “ζαλισμένοι”…

Εσείς;
Κάπως έτσι νιώθω κι εγώ, να σου πω την αλήθεια: “ζαλισμένος”. Παρόλο που ούτε κλείστηκα πάρα πολύ στο σπίτι, ούτε έβγαινα πάρα πολύ – είχα ένα μέτρο. Επειδή, όμως, ανήκω κατ’ αρχήν στον χώρο του θεάτρου, συμβαίνει συνήθως το εξής: άμα για καιρό δεν είσαι το βράδυ επί σκηνής, νιώθεις λίγο «έξω από τα νερά σου». Οπότε, πρέπει να ανακαλύψεις άλλα πράγματα, να μαζέψεις τη σκέψη σου και τις δυνάμεις σου, για να δεις πώς θες να προχωρήσεις.
Τα τελευταία χρόνια, όλοι μου λέγανε «Ρε συ, κάνεις παιδικό, κάνεις κανονικό θέατρο, κάνεις διαφημιστικά, ταινίες, τηλεόραση»… Όταν είσαι μέσα στον χορό και χορεύεις, δεν το συνειδητοποιείς. Στην καραντίνα, όμως, σκέφτηκα «Ω, ρε φίλε, μήπως χρειάζομαι χρόνο;».

Ίσως έπρεπε να το δείτε λίγο σαν “διακοπές”…
Πέρυσι ήταν η πρώτη φορά, ύστερα από 12 χρόνια, που πήρα τα παιδιά μου και έκανα δύο μήνες διακοπές. Τα κατάφερα! Κι ενώ, όταν γύρισα, έλεγα «Τέλεια, οι μπαταρίες μου φορτίσανε», ε, μέσα σε δύο μήνες…
Είναι τόσο έντονοι οι ρυθμοί γενικώς, και ειδικά η δική μας η δουλειά απαιτεί να δώσεις όλο σου το “είναι”, να είναι σε εγρήγορση το μυαλό σου, το νευρικό σου σύστημα, η ψυχολογία σου, το σώμα σου. Αλλά υπάρχει και η ζωή έξω από τη δουλειά, που και εκεί χρειάζεσαι δυνάμεις για ν’ αντεπεξέλθεις…

Άρα, τέτοια “σοκ”, όπως αυτό του κορονοϊού, ίσως και να τα χρειαζόμαστε για να επανεκτιμήσουμε τα πράγματα;
Τελικά, ναι, μάλλον τα χρειαζόμαστε. Απλώς θα πρέπει οι παύσεις να προέρχονται από δική μας ανάγκη, όχι από ανάγκη άλλων…
Παλαιότερα, θα με τρομοκρατούσε λίγο το να μη δουλέψω τρεις-τέσσερις μήνες στο θέατρο. Τώρα πια, μέσα από αυτή τη διαδικασία, έχω αρχίσει να λέω «Όχι, το χρειάζεσαι». Νομίζω ότι, αν έμαθα κάτι, αυτό είναι ότι δεν θα φοβηθώ ξανά να πάρω μια απόσταση από τη δουλειά μου, για να μαζέψω τα κομμάτια μου και να συνεχίσω πιο δυνατός.

Πάντως, στην καραντίνα εγώ είδα και ωραία πράγματα. Είδα, ας πούμε, ένα βιντεάκι που χορεύετε σε μια πλατεία.
Ήμασταν με κάτι φίλους εδώ, με τα πιτσιρίκια, και κάναμε πλάκα στο TikTok.

Δεν έχετε θέμα, λοιπόν, να εκτεθείτε…
Μα, κατ’ αρχήν, αυτή είναι η δουλειά μου! Το ότι με έχει πάρει στα σοβαρά ο κόσμος έχει να κάνει πάρα πολύ με εσάς, τους δημοσιογράφους – πάρα πολύ! Ίσως και λόγω του προφίλ μέσα από τη δουλειά μου, επειδή κάνω κάποια πράγματα ίσως λίγο ακραία, λίγο σκληρά, δεν ξέρω… Οπότε, σου λέει ο άλλος «Α, αυτός θα είναι εκεί πέρα “ταγμένος” και συνέχεια σοβαρός». Αλλά όχι, δεν είναι έτσι καθόλου.

Πώς είστε, λοιπόν, στη ζωή σας; Πείτε μου κάτι που εμείς δεν ξέρουμε.
Είμαι πολύ “καραγκιόζης” με τους φίλους μου. Όταν είμαι χαρούμενος, είμαι πολύ χαρούμενος. Όταν είμαι στεναχωρημένος, είμαι πολύ στεναχωρημένος. Γενικά είμαι ακραίος στα συναισθήματά μου. Είμαι άνθρωπος που εκφράζεται, ας το πούμε έτσι…
Έχω εξωστρέφεια, αν και πολύ συχνά κλείνομαι στον εαυτό μου. Κυρίως, όμως, είμαι εξωστρεφής. Είμαι άνθρωπος που του αρέσει να μοιράζεται, που θέλει να προσφέρει, και όχι μόνο να περιμένει από τους άλλους.

Και μέσα από ποια διαδικασία πρέπει να περάσει κάποιος με τον δικό σας χαρακτήρα, για να υποδυθεί έναν άνθρωπο όπως ο Κυπραίος;
Κοίταξε, αυτή είναι η δουλειά μας. Γι’ αυτό μου αρέσει να κάνω διαφορετικά πράγματα από αυτό που είμαι.

Ναι, αλλά δεν υπάρχουν εύκολα και δύσκολα; Η διαδικασία είναι ίδια για όλα;
Η διαδικασία είναι περίπου ίδια. Από εκεί και πέρα, είναι οι πληροφορίες που μαζεύεις και το πόσο μπορείς να τις εξωτερικεύσεις. Το θέμα της υποκριτικής, ούτως ή άλλως, έχει να κάνει με πάρα πολλά πράγματα. Δεν σημαίνει ότι, επειδή είσαι πολύ διαβασμένος, μπορείς να παίξεις και καλά τον ρόλο. Έχει να κάνει με τον ηθοποιό, τι εμπειρίες έχει, πώς αλλάζει τα μέσα έκφρασής του.
Σίγουρα, στον Κυπραίο, θα μπορούσα να είμαι από την αρχή μέχρι το τέλος ένας κακός άνθρωπος, πράγμα πολύ εύκολο για μένα. Αλλά ακόμα και όταν κάνει μια κακή πράξη, θέλω να υπάρχει μια στιγμή ανατροπής ή μια στιγμή σκέψης για το αντίθετο. Λίγο-πολύ, έτσι δουλεύω όλους μου τους χαρακτήρες. Έτσι με εξιτάρει κιόλας.

Κι επειδή είπα πριν για το Ιnstagram, είδα στον λογαριασμό σας σχεδόν 66.800 followers. Αυτό, πέρα από «μεγάλη επιτυχία», τι άλλο σημαίνει; Σημαίνει και λίγο απώλεια της προσωπικής ζωής; Λίγο μια ευθύνη για το τι προβάλλετε κάθε φορά; Ή μήπως το παρα-σοβαρεύω τώρα το πράγμα…;
Πάντα έλεγα ότι ένας ηθοποιός πρέπει να κρατάει έναν μύθο για την προσωπικότητά του. Εγώ το Ιnstagram ή το Facebook τα χρησιμοποιώ κυρίως για τη δουλειά μου. Κάποιες στιγμές, να, όπως αυτό το βιντεάκι με τον χορό, ή ένα άλλο βιντεάκι που φοράω μια κάπα και κάνω τον Βόγλη που τρέχει, είναι λίγο… πώς να σου πω… σαν να παίρνω μέρος σε μια ταινία.
Το ίδιο συμβαίνει και με τις «Μέλισσες». Εγώ τον “κουβαλάω” τον Θωμά Κυπραίο. Από εκεί και πέρα, είναι ωραίο να βλέπεις και μια “κόντρα” – δηλαδή αυτόν που βλέπεις σαν Θωμά Κυπραίο να κάνει και την τρέλα του.
Τώρα, για το 66.800… Θα ήθελα αυτοί οι 66.800 να έρχονταν και στις παραστάσεις που κάνω…

Μα δεν έρχονται; Έχω την εντύπωση ότι έρχονται!
Έρχονται, ναι… Τα τελευταία χρόνια, η αλήθεια είναι αυτή! Και στον «Γιούγκερμαν», και στα παιδικά που έκανα, τον «Δον Κιχώτη», τον «Θησέα», τον «Ιάσονα»… Γενικώς ο κόσμος ακολουθεί τις δουλειές που κάνω, κι αυτό με γεμίζει με μια ευθύνη.
Είμαι άνθρωπος που θέλει να κάνει πράγματα, τα οποία γουστάρει εκείνη τη στιγμή. Όταν μου προτείνει κάποιος σκηνοθέτης κάτι που μου αρέσει, θα πω “ναι”. Αλλά, ευτυχώς, έχω φτάσει στο σημείο να μπορώ να προτείνω πράγματα και να γίνονται.

Φοβάστε ότι μπορεί να ταυτιστείτε με τον Κυπραίο στη συνείδηση του κόσμου;
Ο κόσμος είναι λίγο περίεργος, η αλήθεια είναι… Με βλέπουν στον δρόμο και λένε «Α, ο Κυπραίος!». Δεν ξέρω, ίσως…


Πάντα έλεγα ότι ένας ηθοποιός πρέπει να κρατάει έναν μύθο για την προσωπικότητά του.


Σας έχει βρίσει ποτέ κανείς;
Δεν με έχει βρίσει-βρίσει, αλλά ειδικά κάτι γιαγιάδες μου λένε «Την Ελένη και τα μάτια σου!» και τέτοια! (γέλια) Αλλά έχω φτάσει ήδη 46 χρόνων, έχω κάνει πολλά πράγματα, δεν νομίζω πια ότι μπορώ να ταυτιστώ στο μυαλό του κόσμου με ένα συγκεκριμένο ρόλο… Είμαι και άνθρωπος που του αρέσει να μεταμορφώνεται από τη μια δουλειά στην άλλη.
Κάποιοι με μάθανε από τον Κυπραίο, δεν με ήξεραν πριν. Έκανα τον «Γιούγκερμαν» δύο χρόνια, 3,5 ώρες παράσταση, και φέτος που βγήκαν οι «Μέλισσες» ένιωσα ότι υπήρχε κόσμος που ήρθε στο θέατρο για να δει τον «Θωμά Κυπραίο». Το ένα βοηθάει το άλλο…

Παρόλο που κάθε φορά κάνετε διαφορετικά πράγματα, υπάρχει πάντα ένα κοινό χαρακτηριστικό σε όλους τους ρόλους, στη δική σας την περίπτωση: Είναι πάντα άνθρωποι γοητευτικοί, από όλες τις απόψεις. Καλός είναι, κακός είναι; Πάντα την έχει τη γοητεία του…
Κοίταξε, ειδικά στον ελληνικό κινηματογράφο, έχω κάνει πράγματα στα οποία είμαι πολύ διαφορετικός: έχω ξυρίσει το μαλλί, έχω κάνει τον πατέρα με μαύρα μούσια, μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, μαύρα μαλλιά.
Αλλά, ούτως ή άλλως, οποιοσδήποτε ηθοποιός, με όποιον χαρακτήρα και να ασχοληθεί, αυτός είναι, δεν αλλάζει: το κορμί σου είναι το ίδιο, η φωνή σου είναι η ίδια.

Το αναφέρω, επειδή το θέμα “ωραίος” το αντιμετωπίζετε πάντα με μια συστολή.
Ναι, γιατί… εγώ, το πρωί που ξυπνάω, δεν νιώθω ωραίος! Θέλω να πιστεύω ότι αυτό το “ωραίος” πηγαίνει και με την πορεία που έχω κάνει. Δεν είναι ότι είμαι ένας ηθοποιός που, με το που βγήκα, είπαν «Α, ωραίος, πάμε, τέλος!». Για πολλά χρόνια δεν έκανα καν τηλεόραση, ασχολήθηκα με θεατρικές ομάδες, με ανθρώπους που θαύμαζα από πριν. Όταν πια άρχισα με τη «10η εντολή»… εντάξει, άρχισαν να λένε.
Δεν ξέρω αν έχει να κάνει μόνο με την εμφάνιση. Ας πούμε, πολύ συχνά, στον δρόμο μου κάνουν άνδρες νόημα «Μπράβο σου!», χωρίς να τους ξέρω. Είναι πολύ ωραίο.

Τελικά, είναι μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση αυτό, παρά να το ακούσετε από μια γυναίκα, η οποία μπορεί να επηρεάζεται κι από άλλους παράγοντες;
Όχι, όχι, δεν διαφέρει αυτό… Έχω νιώσει πολλές φορές ότι ακόμα και μια γυναίκα να έρθει και να μου το πει, το κάνει επειδή με έχει πιστέψει ως ηθοποιό, όχι μόνο επειδή της αρέσω, κατάλαβες; Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο εύσημο που μπορείς να πάρεις σε αυτή τη δουλειά.
Έρχεται κάποιος και σου λέει «Πω, πω… σε είχα δει στο “Τανγκό των Χριστουγέννων”, τι ωραίος που ήσουν», δεν έρχεται να σου πει «Πω, πω… ήσουν πολύ όμορφος στο “Τανγκό των Χριστουγέννων”». Σου λέει ότι υποστήριξες αυτόν τον χαρακτήρα, ότι του άρεσε η ταινία, ότι “μπήκε μέσα” και έκανε ένα ταξίδι. Είναι πολύ σημαντικό για μένα να ταξιδεύω τους θεατές…
Αυτή είναι η δουλειά μας: Παραμυθάδες είμαστε, με λόγια άλλων και με σκηνοθεσία άλλων… Μεταφέρουμε στον κόσμο ιστορίες που τις έχει ανάγκη. Γι’ αυτό διαβάζουμε βιβλία, γι’ αυτό πηγαίνουμε να δούμε έργα Τέχνης, πηγαίνουμε σε συναυλίες… Έχουμε ανάγκη από κάτι που να μας “ανοίγει” τον εγκέφαλο.

Αυτό μου δίνει μια πάσα για να σας ρωτήσω για την πρωτοβουλία “Support Art Workers”, για τη στήριξη των ανθρώπων της Τέχνης που “χτυπήθηκαν” λόγω των μέτρων περιορισμού. Γίνεται μια προσπάθεια να φανεί πόσο σημαντικός είναι ο Πολιτισμός στη ζωή μας…
Είμαστε σε μια χώρα που, κακά τα ψέματα, πολλά χρόνια δεν στηρίζουμε όσο πρέπει τον Πολιτισμό μας. Θα μπορούσε να είναι σχεδόν “βιομηχανία” για εμάς ο Πολιτισμός – και δεν μιλάω μόνο για τα αρχαία μας.
Έχουμε αυτά τα θέατρα, στα οποία παίζουμε κάθε χρόνο… Δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο αυτό το πράγμα. Θα έπρεπε το Φεστιβάλ Επιδαύρου να φέρνει κόσμο απ’ έξω, όπως πηγαίνεις π.χ. στο Λονδίνο για να δεις θέατρο. Πιστεύω ότι, μέσα σε αυτή την κατάσταση, μας παραγκώνισαν, μας βάλανε λίγο στην άκρη…

Και τι φταίει γι’ αυτό;
Τι φταίει… Νομίζω ότι μερικά πράγματα πια δεν τα εκτιμάμε όπως θα έπρεπε. Δίνουμε περισσότερη αξία στην Οικονομία, στο “φαίνεσθαι”, στο να κρατηθούμε στην εξουσία… Ας το πούμε έτσι: αφιέρωσαν 10 λεπτά για το πώς θα ανοίξουν τα κομμωτήρια, και για τα θέατρα ήρθαν να μας μιλήσουν μετά από δύο εβδομάδες! Αυτό, εμένα προσωπικά, με προσβάλλει.
Υπάρχουν άνθρωποι που, όπου και να κάτσεις, ρε φίλε, θα τραγουδήσεις τα τραγούδια τους, έχουν γράψει ιστορία. Δεν γίνεται αυτούς τους ανθρώπους να τους έχεις στην άκρη. Θα έπρεπε από την πρώτη στιγμή να ασχολείσαι μαζί τους, να τους δίνεις τον αέρα να αναπνεύσουν, κι όχι να τους έχεις τρομοκρατημένους και φοβισμένους.
Γιατί, η αλήθεια είναι, μιλάμε τώρα και για μια χώρα όπου υπάρχει μια υπερβολή: πολλοί ηθοποιοί, πολλοί μουσικοί. Αλλά, προφανώς, υπάρχει ανάγκη έκφρασης με κάποιον τρόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι γεννήθηκε εδώ το θέατρο. Είναι ένα πολύ μεγάλο κομμάτι, λοιπόν, το οποίο η Πολιτεία θα έπρεπε να το δει λίγο πιο σοβαρά.
Το ότι, ας πούμε, δεν υπάρχει Ακαδημία Θεάτρου σε αυτή τη χώρα… Έχουμε μεν το Εθνικό, αλλά αυτό δεν είναι ακαδημία, με πολλά πανεπιστημιακά μαθήματα, με γνώσεις απ’ έξω… Έχουμε μόνο ιδιωτικές σχολές. Και είσαι η χώρα που γέννησε το Θέατρο! Αυτό κάτι λέει, για μένα.

Αυτή η υπερβολή υφίσταται, όντως. Θα μπορούσε όλο αυτό που συνέβη να λειτουργήσει και λίγο σαν “ξεκαθάρισμα”;
Ίσως… Από την άλλη, όμως, τι να κάνεις; Γιατί να απαγορεύσεις σε κάποιον, που το θέλει, να ασχοληθεί με το θέατρο; Υπάρχουν ομάδες, σε πολύ μικρούς χώρους, που πληρώνουν ενοίκιο για να ανεβάζουν παραστάσεις και να εκφράζονται, οι οποίες αυτό το διάστημα θα «φάνε τρομερή ήττα».
Εντάξει, μπορεί να γίνει ένα ξεσκαρτάρισμα, αλλά θα είναι για καλό; Ελπίζω να είναι για καλό, δεν ξέρω…

Η δική σας αίσθηση για το μέλλον ποια είναι;
Προσπαθώ να είμαι αισιόδοξος. Αλλά, ξέρεις, αισιοδοξώ όταν ξέρω ότι εμένα δεν θα με σταματήσει κανείς από το να κάνω θέατρο. Δηλαδή και χώρο να μη βρω, θα πάω εδώ, στην Πλατεία Κουμουνδούρου που έχει ένα θεατράκι, και θα βγάλω καπέλο, ρε παιδί μου… Θα κάνω έναν μονόλογο, θα κάνω μια τραγωδία μόνος μου – κάτι! Οπότε, αν μη τι άλλο, είμαι τυχερός που μπορώ να πω ότι βρήκα στη ζωή μου αυτό που με εκφράζει, αυτό που μου δίνει κίνητρο να συνεχίσω να ζω και να ψάχνομαι.

Άρα, πέρα από το καπέλο στην Κουμουνδούρου, δεν ρωτάω τι άλλα σχέδια έχετε… (γέλια)
Τώρα είναι όλα «στον αέρα». Είναι ο «Προμηθέας» που θα πάει για του χρόνου. Συζητάω για τον «Ριχάρδο Γ’» που ήταν να γίνει, αλλά τώρα δεν ξέρω πώς και τι. Γιατί, όταν έχεις συζητήσει για μια μεγάλη παραγωγή, πού να πας; Σε ποιο θέατρο και με πόσους θεατές;
Νομίζω ότι τα πράγματα θα δείξουν μετά τον Νοέμβρη-Δεκέμβρη. Γιατί δεν είναι μόνο το τι κάνουμε εμείς, είναι και το αν θα ακολουθήσει το κοινό. Επί της ουσίας, πρέπει να φύγει αυτός ο φόβος…



Abbvie
GSK
BMS