Δάφνη Λαμπρόγιαννη | Συνεντεύξεις - planbemag.gr
Plan Be Mag
Δάφνη Λαμπρόγιαννη
Συνεντεύξεις

Δάφνη Λαμπρόγιαννη: «Ζούμε σε μια εποχή που ζητάει το “φαίνεσθαι”, ακόμα κι αν είναι κούφιο»

Η Δάφνη Λαμπρόγιαννη σε ιντριγκάρει ως συνεντευξιαζόμενη. Θες να μιλήσεις μαζί της οπωσδήποτε – αφ' ενός επειδή την έχεις λατρέψει μέσα από τους ρόλους της, αφ' ετέρου επειδή είναι πολύ ενδιαφέρουσα ως προσωπικότητα. «Να μιλάμε στον ενικό;», ήταν το πρώτο που μου είπε ξεκινώντας την κουβέντα μας. Η ίδια είναι έτοιμη να συζητήσει τα πάντα, «εύκολα» και «δύσκολα», να μοιραστεί τις σκέψεις της χωρίς στρογγυλέματα, αλλά κυρίως να εκφράσει τη χαρά της για τη συμμετοχή της στο «Σωτέ» στο ΑΝΤ1+, μια σειρά διαφορετική από ό,τι έχουμε δει μέχρι τώρα. Θα μπορούσε κανείς να τη φανταστεί ως εκκεντρική πλην χαρισματική chef διεθνούς φήμης, με δύο αστέρια Michelin, η οποία μπαίνει ως κριτής σε ένα μαγειρικό ριάλιτι προκειμένου να επανασυνδεθεί με την κόρη της, μιλώντας τελικά περισσότερα Ισπανικά, παρά Ελληνικά, σε ολόκληρο το σίριαλ; Κι όμως...

Μαρία ΛυσάνδρουΜαρία Λυσάνδρου

Η Δάφνη Λαμπρόγιαννη σε ιντριγκάρει ως συνεντευξιαζόμενη. Θες να μιλήσεις μαζί της οπωσδήποτε – αφ’ ενός επειδή την έχεις λατρέψει μέσα από τους ρόλους της, αφ’ ετέρου επειδή είναι πολύ ενδιαφέρουσα ως προσωπικότητα. «Να μιλάμε στον ενικό;», ήταν το πρώτο που μου είπε ξεκινώντας την κουβέντα μας. Η ίδια είναι έτοιμη να συζητήσει τα πάντα, «εύκολα» και «δύσκολα», να μοιραστεί τις σκέψεις της χωρίς στρογγυλέματα, αλλά κυρίως να εκφράσει τη χαρά της για τη συμμετοχή της στο «Σωτέ» στο ΑΝΤ1+, μια σειρά διαφορετική από ό,τι έχουμε δει μέχρι τώρα. Θα μπορούσε κανείς να τη φανταστεί ως εκκεντρική πλην χαρισματική chef διεθνούς φήμης, με δύο αστέρια Michelin, η οποία μπαίνει ως κριτής σε ένα μαγειρικό ριάλιτι προκειμένου να επανασυνδεθεί με την κόρη της, μιλώντας τελικά περισσότερα Ισπανικά, παρά Ελληνικά, σε ολόκληρο το σίριαλ; Κι όμως…

Έχεις πει ότι, μετά από τόσα χρόνια που κάνεις αυτή τη δουλειά, δύσκολα βρίσκεις πλέον κάτι που να σ’ ενδιαφέρει καλλιτεχνικά. Τι το ενδιαφέρον, λοιπόν, έχει το «Σωτέ» στο ΑΝΤ1+ ως σειρά, αλλά και η Σωτέ ως χαρακτήρας;

Η σειρά αυτή είναι διαφορετική και χαίρομαι πάρα πολύ που είχα την τύχη να συμμετέχω – διότι έτσι όπως έχουν γίνει τα πράγματα πια, περί τύχης πρόκειται. Μου άρεσε πολύ το σύνολο του αποτελέσματος.

Ήταν τρομερά ενδιαφέρων ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούσε μαζί μου ο σκηνοθέτης, ο Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος. Σε αυτόν τον βαθμό και με αυτή την ποιότητα, ίσως να μην το έχω ξανασυναντήσει – τουλάχιστον όχι πρόσφατα. Ο Κωνσταντίνος είχε μία τρομερή αντίληψη τού τι κάνει ο ηθοποιός την ώρα που παίζει και, ταυτόχρονα, είχε και έναν τρόπο να τον καθοδηγήσει σε αυτά που δεν κάνει, ζητώντας μάλιστα κάτι εξαιρετικά αφαιρετικό. Αυτό, για μένα, είναι σημαντικό ζητούμενο μεγαλώνοντας υποκριτικά. Διότι, όπως και να το κάνουμε, όσο μεγαλώνεις, τόσο πιο πολύ «τσιμεντώνεται» αυτό που είσαι. Χρειάζεται, λοιπόν, μια αντίσταση σ’ αυτό, αν θες να εξακολουθήσεις να είσαι καλλιτεχνικά «ζωντανός».

Αυτό το ενδιαφέρον καλλιτεχνικά, δεδομένης και μιας ηθικής κρίσης που περάσαμε (και εξακολουθούμε να περνάμε), το βρίσκεις περισσότερο πια στους νεότερους ανθρώπους.

Είναι ένα καινούργιο περιβάλλον προς «κατάκτηση», λοιπόν…

Θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ χρήσιμο να συναναστρέφομαι νέους ανθρώπους και στη δουλειά, και στη ζωή. Αλλά νομίζω ότι και γι’ αυτούς είναι χρήσιμο το να μπορέσουν να μάθουν κάτι από την εμπειρία τη δική μου.

Δεν είναι πάντα εύκολο, πρέπει να σου πω: Πολλές φορές, ούτε οι μεγαλύτεροι είναι ιδιαίτερα «ανοιχτοί», αλλά ούτε και οι νέοι. Μη σου πω ότι οι νέοι είναι λιγότερο «ανοιχτοί», σε σχέση με αρκετούς μεγαλύτερους…

Βλέπεις, δηλαδή, να υπάρχει κάποιου είδους προκατάληψη απέναντι στους μεγαλύτερους; Τους θεωρούν πιο «δύσκαμπτους», πιο δύσκολους στο να δοκιμάσουν καινούργια πράγματα;

Ναι… Και, ενίοτε, έχουν μια άποψη χωρίς να έχουν γνώση. Τους έχουν όλους κάπως «τσουβαλιασμένους» μέσα στο μυαλό τους, τους θεωρούν όλους ίδιους. Αυτό, λοιπόν, είναι λίγο δύσκολο να το σπάσεις κάποιες φορές, να τους πεις «Όχι, παιδιά, αυτό δεν ισχύει για μένα».

Το λέω αυτό πολύ γενικά μιλώντας. Δεν είναι όλοι νεότεροι έτσι. Απλώς το έχω συναντήσει ως φαινόμενο περισσότερες φορές από ό,τι περίμενα. Πρέπει, λοιπόν, να κάνεις ένα κόπο για να το διαπεράσεις. Αλλά όταν πια το διαπεράσεις, τα πράγματα είναι πολύ αλλιώς.

Ιδιαίτερα αν τύχει να είσαι και λίγο γνωστός, και να είσαι και της κωμωδίας, μπορεί η δυσκολία να είναι μεγαλύτερη. Η κωμωδία είναι λίγο «δαιμονοποιημένη» και υποτιμημένη ως προς τη δυσκολία της. Πιστεύω, όμως, ότι δεν υπάρχει και η κατάλληλη παιδεία στο κομμάτι αυτό: στις κρατικές μας Σχολές, ας πούμε, ελάχιστα διδάσκουν κωμωδία και, αντίστοιχα, στις κρατικές σκηνές ελάχιστα ανεβάζουν κωμωδία, τη σνομπάρουν. Κι επειδή πάντα υπάρχει αυτή η λεπτή γραμμή μεταξύ τού να είσαι αστείος και τού να γίνεσαι γελοίος, γίνεται ακόμα πιο δύσκολο να βρεις μια καλή κωμωδία, η οποία θα έχει ανταπόκριση. Θα πρέπει να έχεις ένα καλό σενάριο (πράγμα επίσης δύσκολο), καλό σκηνοθέτη και, πάνω απ’ όλα, καλούς ηθοποιούς.

Έχω παλέψει να κάνω διαφορετικούς χαρακτήρες. Αν δεν το έκανα αυτό, θα κατέληγα να κάνω συνέχεια την Αννέτα από το «Είσαι το ταίρι µου»

Το «Σωτέ», πάντως, έχει αρκετά κωμικά στοιχεία. Θα την έλεγες, όμως, αμιγώς κωμωδία;

Όσα είπα πριν ήταν σε ένα πιο γενικό πλαίσιο, βέβαια… Αν είναι να μιλήσουμε ειδικότερα για το «Σωτέ», εγώ θα σου πω «όχι, δεν το θεωρώ καθόλου αμιγώς κωμωδία». Τα παιδιά, μάλιστα, θεωρούσαν ότι έγραφαν κωμωδία, κι εγώ τους έλεγα «Είστε σίγουροι;» (γέλια)

Το «Σωτέ» είναι ένα πολύ ιδιαίτερο είδος που δεν μπορείς να το κατατάξεις εύκολα κάπου. Έλεγα πριν μερικές μέρες στον Κωνσταντίνο (Αντωνόπουλο) κάνοντάς του πλάκα ότι, για μένα, έχουν φτιάξει ένα είδος που συνδυάζει τον νατουραλισμό με τον εξπρεσιονισμό και την κωμωδία με το δράμα. Μα γι’ αυτό και είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον! Όπως και στη ζωή, τα πράγματα δεν είναι ποτέ μονοδιάστατα.

Ένας “celebrity chef” (όπως η Σωτέ), που είναι γενικώς μια καινοφανής ιδιότητα (στην Ελλάδα, ας πούμε, παρατηρείται εντονότερα τα τελευταία 15 χρόνια), μπορεί να είναι και ένας χαρακτήρας ιδανικός προς καλλιτεχνική διερεύνηση; Επιπλέον, το τι γίνεται στις κουζίνες αποκτά σιγά-σιγά ενδιαφέρον για το κοινό, με πολλές ξένες σειρές να κερδίζουν και τους κριτικούς, όπως το “The Bear” πρόσφατα…

Ε, ναι… Πολύ ωραία δουλειά ήταν αυτή…

Για εμάς, τους ηθοποιούς, οποιοσδήποτε καλογραμμένος χαρακτήρας προσφέρεται πάντα προς διερεύνηση: το πώς βιώνει τη ζωή, πώς συναναστρέφεται με τους άλλους… Άρα, ένας celebrity chef έχει εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον με έναν απλό άνθρωπο που μπορεί να κληθείς να υποδυθείς, αν είναι καλογραμμένος χαρακτήρας.

Το ρωτάω επειδή η φύση της δουλειάς ενός chef απαιτεί να είναι περισσότερο απομονωμένος στην κουζίνα του και να δημιουργεί. Από τη στιγμή, όμως, που γίνεται τηλεοπτικό πρόσωπο, καλείται να κάνει κάτι «κόντρα» στη φύση της δουλειάς του, εκτιθέμενος σε χιλιάδες ή και εκατομμύρια ανθρώπους. Αυτό δεν δίνει μια ιδιαιτερότητα στην ιδιοσυγκρασία ενός τέτοιου χαρακτήρα;

Νομίζω ότι, έτσι κι αλλιώς, ζούμε στην εποχή του «φαίνεσθαι», της εικόνας. Ένας chef έχει ένα επάγγελμα, το οποίο θα μπορούσε με κάποιο τρόπο να κάνει brand name και να το «πουλάει».

Εδώ βγαίνει κάποιος μπροστά και γίνεται «σημαντικός» χωρίς να κάνει τίποτα απολύτως! Βλέπεις ότι κάθε ένας έχει την ανάγκη να βγάζει τη ζωή του σε εικόνες και σε βίντεο, λες και μας αφορά… Πόσω μάλλον κάποιος που έχει όντως ένα αντικείμενο, το οποίο μπορεί να προβάλει.

Ζούμε σε μια εποχή που ζητάει το «φαίνεσθαι», ακόμα κι αν είναι κούφιο. Και, τις περισσότερες φορές, όταν υπάρχει τόσο έντονη εικόνα προς τα έξω, από μέσα είναι λίγο κούφιο. Διότι όλη αυτή η προσπάθεια να φτιάξεις την εικόνα σου απαιτεί να καταναλώνεις πολλή ώρα, στερώντας σου χρόνο και ενέργεια που θα μπορούσες να επενδύσεις για να κάνεις κάτι πραγματικά ουσιαστικό στη δουλειά σου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρόλο που εμείς στην Ελλάδα το ζήσαμε σε μικρότερο βαθμό, τα Μέσα έχουν φτάσει να ασχολούνται π.χ. με έναν εγκληματία τόσο έντονα, όσο θα ασχολούνταν με έναν influencer ή με ένα σοβαρό καλλιτέχνη. Και αν αυτός ο εγκληματίας βγει σε κάποια στιγμή από τη φυλακή, μπορεί να γίνει μετά, ας πούμε, ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας! Αυτό το βλέπουμε πολύ έντονα στην Αμερική. Άρα, οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει πια celebrity, με οποιονδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε ιδιότητα. Αν και το “celebrity” δεν έχει πολλές ποιότητες: έχει μία, η οποία συνήθως σε απομακρύνει από την ουσία της δουλειάς σου. Γιατί, στην τελική, έτσι όπως είναι ο κόσμος, τι να celebrate;

Και μια και μιλήσαμε για τα Μέσα… Στο «Σωτέ», το οποίο ασχολείται, μεταξύ άλλων, και με ένα ριάλιτι μαγειρικής, θίγεται και το θέμα τού τι είναι “good tv” και τι “trash tv”. Θέλω, λοιπόν, να μου πεις τι είναι «καλή τηλεόραση» για το δικό σου γούστο και αισθητική.

Δεν μπορώ να σου απαντήσω ακριβώς τι είναι «καλή τηλεόραση»… Όταν είχα διαβάσει στο σενάριο μία διαμάχη που είχαν η κόρη της Σωτέ, η Μαριάννα, με τον παραγωγό σχετικά με το τι είναι trash και τι good tv, αναρωτήθηκα «Μα τι λένε;». Και το λέω αυτό, επειδή η τηλεόραση, ως επί το πλείστον, είναι ένα προϊόν με βασικό το εμπορικό κομμάτι. Εφόσον γίνεται με σκοπό να έχει κέρδος, αυτό κάνει τον όρο «καλή τηλεόραση» λίγο αντιφατικό.

Θα μπορούσε να υπάρχει καλή τηλεόραση σε ένα κρατικό κανάλι. Κατ’ εμέ, υπάρχουν αρκετές ωραίες εκπομπές στα κρατικά κανάλια – αν και τώρα, σιγά σιγά, βλέπω να κινούνται προς μια κατεύθυνση ανταγωνισμού με τα ιδιωτικά κανάλια. Για μένα αυτό είναι λάθος. Η κρατική τηλεόραση οφείλει να είναι και καλλιτεχνική, και εκπαιδευτική, και να σου ανοίγει το μυαλό… Αυτό, όμως, περνάει σε μια άλλη συζήτηση, που λέγεται «διαμόρφωση κοινής γνώμης», και η κουβέντα γίνεται ακόμα πιο πολιτική.

Δάφνη Λαμπρόγιαννη

Βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι… Έχουν υπάρξει και ωραίες δουλειές στην ιδιωτική τηλεόραση, που ήταν αξιόλογες και καλογυρισμένες…

Μα φυσικά! Πάντα βρίσκεις καλά δείγματα!

Απλά λέω ότι η αρχική πρόθεση είναι να φτιάχνονται προγράμματα κερδοφόρα – και εκεί είναι η δική μου διαφωνία: ένα πρόγραμμα πρέπει να σου ανοίγει το μυαλό, όχι να γίνεται με στόχο να σε κάνει να καταναλώσεις περισσότερο ή να σε κάνει να είσαι αυτός που βολεύει να είσαι.

Ζούμε σε μια εποχή τέτοιας ταχύτητας που, και να υπάρξει και κάτι καλό, θα περάσει τόσο γρήγορα, που δεν θα προλάβει να επιδράσει πάνω σου. Οπότε, λοιπόν, δεν ξέρω αν η τηλεόραση, ως σύνολο, μπορεί ποτέ να χαρακτηριστεί ως “good tv”.

Άσε που δεν ξέρω και τι εννοεί ακριβώς ο παραγωγός, σε εκείνο το επεισόδιο του «Σωτέ», όταν μιλάει για “good tv”. Αλλά γι’ αυτό και έχει ενδιαφέρον η σειρά – γιατί μας οδηγεί να κάνουμε αυτή την κουβέντα που κάνουμε τώρα.

Γι’ αυτό και στις πλατφόρμες, και στο ΑΝΤ1+ που είναι ελληνικό, αλλά και σε ξένες πλατφόρμες, μπορείς να δεις τέτοιες ωραίες δουλειές. Γιατί είναι λίγο σαν σινεμά· έχεις τη δυνατότητα να πληρώσεις μια συνδρομή, η οποία δεν είναι και ιδιαίτερα ακριβή, και να το δεις. Δεν είναι γεμάτο διαφημίσεις.

Έχει τύχει να τσακωθώ σε δουλειές, στις οποίες γραφόντουσαν σκηνές ειδικά για να μπαίνεις μέσα με τα προϊόντα της τάδε εταιρείας. Τσακωνόμουν, λοιπόν, και έλεγα «παιδιά, εγώ δεν θέλω να το κάνω αυτό. Αν το θελήσω, θα κάνω σκέτη διαφήμιση!» – κάτι που είναι εντελώς ξεχωριστό. Ε, στη συνδρομητική τηλεόραση είσαι πιο ελεύθερος ως δημιουργός να κάνεις πράγματα.

Στο «Σωτέ», ένα από τα κεντρικά θέματα είναι και η σχέση μάνας και κόρης. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, έχεις υποδυθεί, κατά καιρούς, πολλές και διαφορετικές μανάδες: άλλη μάνα η Σωτέ, άλλη μάνα η Αννέτα στο «Είσαι το ταίρι μου», άλλη η Δέσποινα στο «Ζακέτα να πάρεις», άλλη η Ναταλία στο «Ήρθε κι έδεσε», ακόμα και η Μαρίνα στη «Μουρμούρα» που είχε την έγνοια για το παιδί στο εξωτερικό… (γέλια) Το είχες συνειδητοποιήσει αυτό καθόλου;

Ωραίο είναι αυτό που μου λες, δεν το είχα σκεφτεί ποτέ! Είχα σκεφτεί, όμως, ότι από μικρή με επέλεγαν για τον ρόλο της μάνας (και στο θέατρο έχω κάνει μανάδες). Και στην πρώτη μου δουλειά, πριν ασχοληθώ καλά-καλά με τα πράγματα, πάλι μια μαμά έκανα.

Το αποδίδεις κάπου αυτό;

Νομίζω ότι, επειδή δεν έχω παιδιά, μπορώ να παίξω καλά τη μαμά από τη μεριά του παιδιού. Μπορώ να παίξω αυτό που έχει παρατηρήσει ένα παιδί σε διάφορες μαμάδες. Ίσως αν ήμουν μαμά, να ήταν αλλιώς…

Από την άλλη, ίσως έχει να κάνει και με την ιδιοσυγκρασία μου – έτσι, για να το πω πιο απλοϊκά.

Κι όμως, οι μανάδες που υποδύθηκες ήταν πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες μεταξύ τους. Μόνο η ιδιότητα ήταν ίδια.

Κοίταξε… έχω παλέψει κι εγώ να κάνω διαφορετικούς χαρακτήρες. Αν δεν το έκανα αυτό, θα κατέληγα να κάνω συνέχεια την Αννέτα από το «Είσαι το ταίρι μου». Υπήρχε μεγάλη διάθεση, από πλευράς προτάσεων, να συνεχιστεί αυτό το πράγμα, απλά εγώ πάλεψα να το αποφύγω. Δεν έχει κάποιο ενδιαφέρον για μένα να κάνω το ίδιο συνέχεια. Αλλά αυτό είναι στον χαρακτήρα του ανθρώπου. Υπάρχουν άλλοι που κάνουν χρόνια το ίδιο πράγμα, και πάλι θέλεις να το βλέπεις!

Το «Σωτέ» είναι ένα πολύ ιδιαίτερο είδος που δεν µπορείς να το κατατάξεις εύκολα κάπου. Μα γι’ αυτό και είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον!

Ήθελα, επίσης, να σχολιάσω πόσο φυσικά σου βγαίνει να μιλάς Ισπανικά στη σειρά, ως chef με αστέρια Michelin που διαπρέπει στην Ισπανία. Τη μιλούσες γενικώς τη γλώσσα;

Είχα μια σχετική επαφή με τη γλώσσα, επειδή παλιά τραγουδούσα λατινοαμερικάνικα τραγούδια. Αλλά, και πάλι, ήξερα απλά τι έλεγαν τα τραγούδια μου, τη γλώσσα δεν ήξερα να τη μιλήσω.

Έκανα πολλά μαθήματα για να μιλήσω αυτά τα Ισπανικά που μιλάω στη σειρά, με τη δασκάλα μου Μαρία Νεφέλη Πανέτσος. Χρειάστηκε να κάνω πολλή εξάσκηση, είδα πολλές σειρές ισπανικές… (γέλια) Προσπαθούσα να βρω και το σωστό είδος, γιατί υπάρχουν και πολλά είδη Ισπανικών. Αυτό που μιλάω εγώ στη σειρά είναι, ας πούμε, η πιο κοινή Ισπανική.

Πάντως, είναι αξιοσημείωτη η άνεσή σου. Στην αρχή νόμιζα ότι θα έλεγες 2-3 λέξεις, όσο θα ήσουν στη Βαρκελώνη. Αλλά τελικά…

Κι εγώ έτσι νόμιζα! Αλλά αποδείχθηκε ότι σ’ αυτή τη σειρά περισσότερα Ισπανικά μιλάω, παρά Ελληνικά! Τους λέω κι εγώ «Είστε με τα καλά σας;» (γέλια)

Είναι δύσκολο… Γιατί δεν αρκεί απλά να θυμηθείς να πεις σωστά τα λόγια. Την ώρα που παίζεις, πρέπει να κάνεις 37 πράγματα ταυτόχρονα. Ε, το ότι έπρεπε, μαζί με όλα αυτά, να μιλήσω και Ισπανικά σαν να μην τρέχει τίποτα… (γέλια)

Θα έλεγε κανείς ότι η Σωτέ είναι ένας χαρακτήρας που συναντάς περισσότερο σε ξένες σειρές ή ταινίες, παρά σε ελληνικές: μια προσωπικότητα πολύ εκκεντρική σε όλα της – στην εμφάνιση, στον τρόπο που λειτουργεί, στην προσωπική της ζωή, με τα απανωτά one night stands…

Έχει κάνει, επίσης, το φοβερό: έχει αφήσει την κόρη της και έχει πάει σε άλλη χώρα να κάνει καριέρα! Δεν είναι ότι πήγε και δίπλα…

Για μένα είχε τρομερό ενδιαφέρον η Σωτέ, και ήταν και τρομερή έκπληξη ότι το σενάριο το έγραψαν τρεις άνδρες! Τρεις άνδρες έγραψαν για δύο γυναίκες, μια μάνα και μια κόρη, που έχουν μία πολύ ιδιαίτερη σχέση.

Υπάρχει αυτός ο χαρακτήρας, η Σωτέ;

Φυσικά και υπάρχει! Οι άνθρωποι είναι πάρα πολλοί συνδυασμοί πραγμάτων. Απλά πρέπει να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά για να τους βλέπεις. Και να μην τους κατατάσσεις σε συγκεκριμένες κατηγορίες που σε βολεύουν, μόνο και μόνο για να μπορείς εσύ να τα βγάλεις πέρα. Χρειάζεται ψυχραιμία για να μπορούμε να έχουμε υγιείς σχέσεις με τους ανθρώπους, διότι όλοι είμαστε πολυδιάστατοι.

Ειδικά, τώρα, μια γυναίκα όπως η Σωτέ… Πρέπει να είσαι φοβερά ικανή για να φύγεις από το τίποτα, να πας στην άλλη άκρη του κόσμου, να δημιουργήσεις ένα δικό σου μαγαζί και να φτάσεις να πάρεις δύο αστέρια Michelin. Γι’ αυτό και ένας άνθρωπος που έχει κάποιες ικανότητες πάνω από τον μέσο όρο, συνήθως έχει και κάποια χαρακτηριστικά και συμπεριφορές λίγο πιο ακραία.

Ένα επίσης σημαντικό θέμα που θίγει αυτή η σειρά, και το θίγει με έναν πολύ γλυκό τρόπο, είναι η ερωτική σχέση μεταξύ δύο γυναικών. Θεωρείς ότι αρχίζουμε, σιγά-σιγά, ως τηλεοπτικό κοινό να εξοικειωνόμαστε με αυτές τις ιστορίες; Και το ρωτάω αυτό επειδή, παρά τα βήματα μπροστά, η ελληνική κοινωνία παραμένει στη βάση της συντηρητική…

Σαφώς είμαστε μια συντηρητική κοινωνία. Αλλά δεν νομίζω ότι είμαστε μόνο εμείς συντηρητικοί. Γυρνάμε πίσω σε έναν εφιαλτικό συντηρητισμό παγκοσμίως, που οδηγεί σε πολύ άσχημες καταστάσεις. Και δεν εννοώ μόνο για τις σχέσεις των φύλων, μιλάω για όλους τους τομείς. Ο συντηρητισμός ξεκινάει πάντα από την ανασφάλεια: συντηρείς αυτό που ξέρεις, επειδή καθετί καινούργιο σε τρομάζει. Έτσι κι αλλιώς, αυτή είναι μια εποχή που σε τρομάζει· τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται πολύ άγρια όσον αφορά την επιβίωση. Κι επειδή φοβάσαι για την επιβίωσή σου, ξεσπάς στον πιο αδύναμο διπλανό σου, γιατί αυτό σε κάνει να νιώσεις πιο ισχυρός.

Από τη μια πλευρά, υπάρχουν έντονες φωνές που λένε «πρέπει επιτέλους να τελειώνουμε με τις διαφοροποιήσεις»… Και, στο κάτω κάτω, ποιος δικαιούται να λέει ποιος αξίζει να ζει χαρούμενος και ποιος όχι; Ποιος έχει το δικαίωμα να μιλήσει για τη ζωή οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου; Για μένα, αυτή είναι η βασική ερώτηση που πρέπει να τίθεται.

Από την άλλη, έχω ένα φόβο ότι γυρνάμε προς τα πίσω… Διότι, πολλές φορές, όταν κάποιος επαναστατεί και φωνάζει για να βρει τη θέση του, το κατεστημένο συσπειρώνεται και οργανώνεται για να προστατεύσει τα κεκτημένα του. Αλλά φοβάμαι ότι δεν είναι μόνο αυτό· υπάρχει κάτι πολύ μεγάλο που αναπτύσσεται διεθνώς προς αυτή τη συντηρητική κατεύθυνση. Το βλέπουμε και στην Ευρώπη, με τους ανθρώπους που εκλέγονται, με τα όσα ακούγονται…

Υπάρχει, λοιπόν, αυτή η αντίφαση: Από τη μια, μπορούμε πια να δούμε στην τηλεόραση ομόφυλα ζευγάρια, τα οποία δεν βλέπαμε παλαιότερα. Από την άλλη, βλέπεις τον ρατσισμό να βράζει ίσως και χειρότερα από το παρελθόν, ο ρατσιστικός λόγος είναι αδιανόητος. Με προβληματίζει, λοιπόν, πάρα πολύ το ενδεχόμενο πολλά πράγματα να γίνονται αποδεκτά μόνο στο φαίνεσθαι, και όχι τελικά επί της ουσίας.