Κώστας Κατσουράνης | Συνέντευξη -planbemag.gr
Plan Be Mag
Συνεντεύξεις

Κώστας Κατσουράνης: «Είμαι του δόγματος ότι ο Έλληνας έχει πολύ ταλέντο»

Ο Κώστας Κατσουράνης είναι ένας από τα παιδιά εκείνα που κατάφεραν το αδιανόητο ποδοσφαιρικά, που έβγαλαν τους Έλληνες στους δρόμους, που έγιναν η αιτία να αρχίσουν να παρακολουθούν ποδόσφαιρο άνθρωποι, οι οποίοι μέχρι τότε δεν ήξεραν τη διαφορά μεταξύ πλαγίου άουτ και κόρνερ.
Δεν ξέρω αν υπάρχει άνθρωπος στην Ελλάδα που να μην έχει παρακολουθήσει τον τελικό του EURO, στις 4 Ιουλίου του 2004. Αμφιβάλλω. Κι αν υπάρχει κανείς, δεν υπάρχει περίπτωση να μην τον άκουγε, θέλοντας και μη, από κάποιο γειτονικό ανοιχτό παράθυρο. Κι αν δεν ξεχύθηκε μετά στους δρόμους να πανηγυρίσει, δεν υπάρχει περίπτωση να μη βγήκε έστω στο μπαλκόνι να χαζέψει τον χαμό που γινόταν από κάτω, σκεπτόμενος  «Τι κάναμε απόψε, ρε φίλε...;». Ούτε μπορώ να φανταστώ κάποιον που να μην έκλαψε στη θέα των παικτών της Εθνικής να υψώνουν το Κύπελλο στον ουρανό του Da Luz, μη μπορώντας να συνειδητοποιήσουν καλά-καλά τι έχουν πετύχει – για τους ίδιους, για όλους εμάς, για την Ελλάδα, για την εθνική μας υπερηφάνεια. Αν θες, λοιπόν, να μιλήσεις ουσιαστικά για το Ποδοσφαιρικό Έπος του 2004, μόνο σε έναν πρωταγωνιστή του μπορείς ν' απευθυνθείς. Και ο Κώστας ήταν ο άνθρωπός μας.

Μαρία ΛυσάνδρουΜαρία Λυσάνδρου

Ο Κώστας Κατσουράνης είναι ένας από τα παιδιά εκείνα που κατάφεραν το αδιανόητο ποδοσφαιρικά, που έβγαλαν τους Έλληνες στους δρόμους, που έγιναν η αιτία να αρχίσουν να παρακολουθούν ποδόσφαιρο άνθρωποι, οι οποίοι μέχρι τότε δεν ήξεραν τη διαφορά μεταξύ πλαγίου άουτ και κόρνερ.

Δεν ξέρω αν υπάρχει άνθρωπος στην Ελλάδα που να μην έχει παρακολουθήσει τον τελικό του EURO, στις 4 Ιουλίου του 2004. Αμφιβάλλω. Κι αν υπάρχει κανείς, δεν υπάρχει περίπτωση να μην τον άκουγε, θέλοντας και μη, από κάποιο γειτονικό ανοιχτό παράθυρο. Κι αν δεν ξεχύθηκε μετά στους δρόμους να πανηγυρίσει, δεν υπάρχει περίπτωση να μη βγήκε έστω στο μπαλκόνι να χαζέψει τον χαμό που γινόταν από κάτω, σκεπτόμενος  «Τι κάναμε απόψε, ρε φίλε…;». Ούτε μπορώ να φανταστώ κάποιον που να μην έκλαψε στη θέα των παικτών της Εθνικής να υψώνουν το Κύπελλο στον ουρανό του Da Luz, μη μπορώντας να συνειδητοποιήσουν καλά-καλά τι έχουν πετύχει – για τους ίδιους, για όλους εμάς, για την Ελλάδα, για την εθνική μας υπερηφάνεια. Αν θες, λοιπόν, να μιλήσεις ουσιαστικά για το Ποδοσφαιρικό Έπος του 2004, μόνο σε έναν πρωταγωνιστή του μπορείς ν’ απευθυνθείς. Και ο Κώστας ήταν ο άνθρωπός μας.

Έχοντας ζήσει το EURO του 2004 από πρώτο χέρι, πότε σε πιάνει εκείνο το «τσίμπημα» στην καρδιά: Κάθε φορά που ξεκινάει το Eυρωπαϊκό ή κάθε 4η Ιουλίου, την ημερομηνία που το πήραμε, ανεξαρτήτως αν έχει EURO ή όχι;

Όταν πετυχαίνεις κάτι τέτοιο με μια χώρα που έχει το συγκεκριμένο ποδοσφαιρικό μέγεθος, αυτό μπορεί να σου έρθει στο μυαλό οποιαδήποτε στιγμή μπεις σε ένα γήπεδο είτε για να παίξεις με παιδιά, είτε για να παίξεις με φίλους, είτε για να παρακολουθήσεις έναν αγώνα, ακόμα κι όταν βλέπεις ένα ωραίο ματς στην τηλεόραση.

Επιπλέον, εξαρτάται κι από την ηλικία στην οποία το έζησες αυτό: Εγώ το έζησα 25 χρονών, όταν ουσιαστικά «ξεκινούσα» το ποδόσφαιρο για τα ελληνικά δεδομένα – σκέψου ότι εγώ τότε έπαιζα σε μεγάλη ομάδα μόλις δύο χρόνια. Αλλιώς λειτούργησε για τη γενιά του Ζαγοράκη ή του Νικοπολίδη, κι αλλιώς για εμάς που ήμασταν μικρότεροι – για μένα, τον Σεϊταρίδη, τον Χαριστέα, τον Παπαδόπουλο, που ήμασταν μαζί και στην Εθνική Ελπίδων.

Πώς είναι για έναν ποδοσφαιριστή να πετυχαίνει κάτι τόσο σπουδαίο, τόσο γρήγορα; Δεν σου δημιουργούν κι ένα βάρος οι υψηλές προσδοκίες και απαιτήσεις που φέρνει μια τέτοια τεράστια επιτυχία;

Κατ’ αρχήν, για να μπορέσεις να πετύχεις κάτι τέτοιο, σημαίνει ότι έχεις όλες τις απαιτούμενες ικανότητες. Πέρα από ταλέντο, πρέπει να έχεις προσωπικότητα, να κάνεις υγιείς σκέψεις σε όλη σου τη διαδρομή…

Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι κάτι τέτοιο δεν είναι πολύ εύκολο να το διαχειριστείς. Εξαρτάται πώς θα το φτιάξεις στο μυαλό σου· είναι καθαρά προσωπικό αυτό.

Όπως και να το δεις, αυτό που συνέβη ήταν ένα ποδοσφαιρικό θαύμα. Που αν καθίσεις και το αναλύσεις, βλέπεις ότι δεν πρόκειται και τόσο για «θαύμα» – τουλάχιστον αυτή είναι η δική μου γνώμη…

Δηλαδή; Πώς το εξηγείς εσύ ακριβώς;

Εγώ είμαι του δόγματος ότι ο Έλληνας ποδοσφαιρικά έχει πολύ ταλέντο. Απλά δεν ξέρει να το καλλιεργήσει και να το φτάσει στο επίπεδο που το έχουν π.χ. οι Ιταλοί, οι Γάλλοι ή οι Σέρβοι, ώστε να δώσει μια ταυτότητα στο ποδόσφαιρό του.

Τι μας λείπει; Η πειθαρχία; Μία ποδοσφαιρικά πιο «υγιής» νοοτροπία;

Οι άνθρωποι μάς λείπουν.

Και, φαντάζομαι, δεν εννοείς μόνο εντός γηπέδου, εννοείς και εκτός…

Μόνο εκτός!

Είναι μεγάλη συζήτηση τώρα αυτό… Έχουμε ένα μοντέλο ιδιοκτησιακού καθεστώτος των ομάδων, το οποίο δεν βοηθάει και πολύ το ίδιο το ποδόσφαιρο. Είναι το μοντέλο «Πληρώνω και αποφασίζω».

Εσύ, βέβαια, έχεις παίξει και σε υψηλό επίπεδο στο εξωτερικό. Στην Μπενφίκα, για παράδειγμα, έμεινες πολύ και διακρίθηκες. Θα ήθελα να μου κάνεις μια σύγκριση, σε σχέση με τον τρόπο που λειτουργούν τα πράγματα στην Πορτογαλία – μια χώρα που ξέρεις καλά, η οποία ως ιδιοσυγκρασία έχει και κοινά σημεία με την Ελλάδα.

Μεταξύ Πορτογαλίας και Ελλάδας είναι χαοτική η απόσταση! Εμείς εδώ δεν θέλουμε να επενδύσουμε. Δεν μπορεί να θέλεις να έχεις τον Τζιοβάνι, ένα τεράστιο όνομα για μένα, που έπαιρνε τότε Χ εκατομμύρια τον χρόνο, και να του έχεις ένα γιατρό ή ένα φυσιοθεραπευτή που παίρνει 1.000 ευρώ τον μήνα, για να τον προσέχει. Αυτό δεν γίνεται σε καμία προοδευτική χώρα! Αν έχεις παίκτες τέτοιου επιπέδου, θα πρέπει να έχεις και τον αντίστοιχο γιατρό. Αυτά είναι αλυσίδα.

Εμείς δεν θέλουμε να το κάνουμε αυτό. Θέλουμε να γλυτώσουμε λεφτά; Έχουμε μια μιζέρια; Ε, δεν πρόκειται να προχωρήσουμε ποτέ έτσι – για μένα είναι δεδομένο.

Μπορεί αυτό ν’ αλλάξει;

Ως Ελλάδα αυτή είναι η κουλτούρα μας, δεν αλλάζει.

Από εκεί και πέρα, υπάρχει και η ζήλια· υπάρχει μηδέν υπομονή, που είναι το Α και το Ω στο ποδόσφαιρο… Οι γενιές που υπάρχουν στον χώρο σήμερα έχουν μεγαλώσει με αυτή την κουλτούρα, δεν μπορεί να γίνει κάτι. Ίσως στις επόμενες γενιές να αλλάξουν τα πράγματα. Εγώ, πάντως, πιστεύω ότι θ’ αργήσει αυτή η αλλαγή.

Κι απλά για να καταλήξουμε κάπου: Αυτοί που διοικούν σήμερα δεν αγαπάνε το ποδόσφαιρο. Ή αγαπάνε πολύ μόνο τις ομάδες τους, και δεν κάνουν τίποτα για το γενικότερο καλό του ποδοσφαίρου. Αν θες να δράσεις, πρέπει να δράσεις 80% για την ομάδα σου και 20% για το συνολικό καλό. Μόνο έτσι θα φτιάξουμε το ποδόσφαιρό μας.

Ένα άλλο κακό είναι αυτό που σου είπα πριν: Δεν δημιουργούμε θέσεις, δεν έχουμε στελέχη. Δεν πληρώνουμε, θέλουμε όλα να τα έχουμε εύκολα.

Κι αν θες να πούμε για το 2004, εγώ θα σου ότι, πηγαίνοντας στην Πορτογαλία, είχαμε δύο ανθρώπους team. Ε, δεν μπορείς αυτό να μην το σχολιάσεις αρνητικά, όταν έβλεπες τότε π.χ. τη Λετονία να κατεβαίνει με 20 άτομα staff!

Βέβαια, ήρωες ήταν τα δύο αυτά άτομα – δίνεις ακόμα περισσότερο credit και στον Ρεχάγκελ, και στον Τοπαλίδη! Αλλά άλλο αυτό, κι άλλο τι ήταν το σωστό.

Άρα τι ήταν εκείνο που έκανε τη διαφορά το 2004, δεδομένων των προβλημάτων και των σημαντικών ελλείψεων;

Οι μεγάλοι ποδοσφαιριστές! Αν αυτοί οι ποδοσφαιριστές είχαν γεννηθεί στην Ιταλία ή στην Ισπανία, θα έπαιζαν στη Μίλαν, στη Ρεάλ…

Οι περισσότεροι, βέβαια, παίξατε σε ξένα πρωταθλήματα πολύ υψηλού επιπέδου…

Ναι, πολλοί από εμάς παίξαμε. Απλώς αυτό θα γινόταν πολύ ευκολότερα και για περισσότερα χρόνια.

Έχει να κάνει και με το επίπεδο στο οποίο βρίσκεται το ελληνικό ποδόσφαιρο: Εγώ όταν πήγα στην Μπενφίκα, δύο χρόνια ακριβώς μετά το EURO, το 2006, έπρεπε ν’ αποδείξω την αξία μου. Δεν με υπολόγιζε κανείς, παρόλο που ήμουν πρωταθλητής Ευρώπης. Άσε που ήμουν και επιλογή του προπονητή, κάτι που το έκανε χειρότερο – σε κοιτούσαν όλοι περίεργα.

Αυτό δεν γίνεται εύκολα στο ποδόσφαιρο πλέον· γίνεται συνήθως σε συνεργασία με τον τεχνικό διευθυντή, με το τμήμα scouting… Εγώ, αντίθετα, ήμουν καθαρά επιλογή του προπονητή, το λέει ξεκάθαρα και ο ίδιος. Για μένα αυτό είναι πολύ σπουδαίο, όταν το λέει ένας καταξιωμένος προπονητής.

Μιλάς για τον Φερνάντο Σάντος… Είχε προλάβει τότε να σας αναλάβει στην Εθνική Ελλάδος;

Στην Εθνική δεν μας είχε αναλάβει ακόμα, αλλά ήταν προπονητής μου δύο χρόνια στην ΑΕΚ, όπου επέλεξα να παραμείνω δύο χρόνια μετά το EURO, παρόλο που ήμουν ελεύθερος και, ως πρωταθλητής Ευρώπης, είχα επιλογές…

Είχες παίξει σε όλα τα ματς του 2004 – άρα, έχεις μία πολύ καθαρή εικόνα του όλου πράγματος. Εξαιρουμένου του τελικού, ποιο θεωρείς ότι ήταν, για εσάς, τους παίκτες, το πιο κομβικό ματς της διοργάνωσης;

Για μένα, το πρώτο! Αν στο πρώτο παιχνίδι τρώγαμε τέσσερα γκολ από τους Πορτογάλους, όσο καλοί παίκτες και να ήμασταν, δεν θα ξέραμε πώς να το διαχειριστούμε, δεν είχαμε την εμπειρία. Στα επόμενα EURO ξέραμε ότι, και να χάσουμε, δεν έγινε κάτι… Στο Μουντιάλ της Βραζιλίας το 2014, το κάναμε: Χάσαμε στο πρώτο ματς 3-0 και περάσαμε. Είχαμε πια την «τεχνογνωσία» να το κάνουμε.

Άρα, λοιπόν, για μένα το πρώτο παιχνίδι ήταν το κλειδί, όχι απαραίτητα ως αποτέλεσμα. Η διαφορά ήταν ότι κάναμε ένα πολύ καλό παιχνίδι απέναντι σε μια ομάδα επιπέδου, η οποία ήταν και η διοργανώτρια χώρα. Αλλά τότε δεν σε πίστευε κανείς. Στο γήπεδο υπήρχαν ελάχιστοι Έλληνες, δεν σε πίστευε ούτε ο ίδιος ο λαός σου, το καταλάβαινες… Έμπαινες κι εσύ σ’ αυτό το τριπάκι, κι έλεγες «φυσιολογικό είναι, τι να κάνουμε τώρα…;».

Παρόλα αυτά, τα προκριματικά μας και οι πολύ καλές εμφανίσεις που είχε ήδη κάνει η ομάδα, ήταν αντιστρόφως ανάλογα με αυτό που πίστευαν για εμάς. Είχαμε αφήσει την Ισπανία έξω στα προκριματικά, τη στείλαμε σε μπαράζ – ε, ποια ομάδα ν’ αφήναμε έξω ακόμα για να μας στηρίξουν; Τη Βραζιλία και την Αργεντινή; Αυτές είναι σε άλλη ήπειρο!

Άρα, για να μη λέω πολλά: Το πρώτο ματς ήταν το πιο καθοριστικό, λόγω απόδοσης. Μας έδωσε αυτοπεποίθηση. Κάτι τέτοιο «γιγαντώνει» τους παίκτες και, παράλληλα, προβληματίζεις τους υπόλοιπους. Ήμασταν καθολικά καλύτεροι, κι ας έπαιζαν στην έδρα τους οι Πορτογάλοι, έχοντας εξαρχής τα φόντα να πάνε πολύ μακριά στο EURO.

Οι παίκτες του EURO 2004 για την Ελλάδα ήταν η καλύτερη ποδοσφαιρική γενιά όλων των εποχών, οι οποίοι βρέθηκαν όλοι μαζί, στην ίδια ομάδα, στο ίδιο τουρνουά.

Μα πήγαν μέχρι τον τελικό! Αλλά πού να ‘ξεραν… (γέλια)

Τότε δεν ξέραμε ούτε εμείς! (γέλια)

Το πιστεύατε ότι μπορεί να φτάνατε μέχρι και τελικό;

Πιστέψαμε ότι μπορούσαμε να περάσουμε τον Όμιλο. Δεν σκεφτόμασταν τον τελικό, σ’ αυτά πας βήμα-βήμα. Και μεγάλες ομάδες ακόμα, που έχουν στόχο την κατάκτηση (η Γερμανία, η Ισπανία, η Γαλλία κ.λπ.), το πάνε σιγά-σιγά. Ο τελικός στόχος τους υπάρχει πάντα, αλλά πρώτα υπάρχουν άλλα βήματα ενδιάμεσα.

Ωραία, το πρώτο ματς ήταν το κλειδί. Από το τελευταίο ματς τι θυμάσαι; Ακόμα κι αν δεν είναι κάτι που έχουμε παρακολουθήσει απαραίτητα εμείς, οι υπόλοιποι.

Αυτό που θυμάμαι εγώ από το τελευταίο ματς είναι ότι υπήρχε πάρα πολλή κούραση στην ομάδα. Όλος αυτός ο αγώνας που είχαμε κάνει, μας είχε κουράσει και σωματικά, και ψυχικά, και πνευματικά – γι’ αυτό και ο τελικός ήταν το χειρότερο σε απόδοση ματς για μας. Υπήρχε, όμως, μεγάλη πίστη ότι θα μπούμε μέσα και θα το παλέψουμε όσο μπορούμε. Όσο κουρασμένοι κι αν ήμασταν εμείς, όμως, οι αντίπαλοί μας ήταν ακόμα πιο κουρασμένοι και με πολύ περισσότερο άγχος.

Ξέραμε πάρα πολύ καλά τι θα αντιμετωπίσουμε, γι’ αυτό και μεταξύ μας λέγαμε ότι θα βγαίναμε και θα κάναμε ως ομάδα άμυνα, όσο καλύτερα μπορούσαμε, με όσα κουράγια είχε ο καθένας. Κι αν μας παρουσιαζόταν η ευκαιρία, θα βάζαμε κι ένα γκολ. Κι αυτό κάναμε!

Είχαμε πολύ υψηλά επίπεδα συγκέντρωσης, διότι σε ένα τέτοιο ματς δεν σ’ ενδιαφέρει πολύ να παίξεις φοβερό ποδόσφαιρο. Σ’ ενδιαφέρει να πάρεις κάτι, το οποίο δεν θα έχεις εύκολα την ευκαιρία να το ξαναπάρεις. Ακόμα κι αν η Ελλάδα ξαναβρεθεί κάποια στιγμή σε τελικό, εμείς πολύ δύσκολα θα ξαναβρισκόμασταν – αν και, για μένα, δεν ήμασταν πολύ μακριά ούτε το ’12, ούτε το ’14…

Ήμασταν, λοιπόν, πολύ πειθαρχημένοι και συγκεντρωμένοι. Και, επιπλέον, μέσα από όλα τα προηγούμενα ματς, είχε αναπτυχθεί ένα πολύ ισχυρό δέσιμο μεταξύ των ποδοσφαιριστών, μέσα και έξω απ’ το γήπεδο. Αυτό γιγάντωσε την ομάδα.

Όλα αυτά, λοιπόν, σε συνδυασμό με το άγχος και το βάρος που κουβαλούσαν στις πλάτες τους οι Πορτογάλοι να φέρουν το πρώτο Ευρωπαϊκό μέσα στη χώρα τους, νομίζω ότι έφεραν ένα δίκαιο αποτέλεσμα. Διότι, αν εμείς ήμασταν μέτριοι, οι Πορτογάλοι ήταν κακοί στον τελικό.

Μέτριοι ή όχι, πάντως, αυτό που κατάφερε τότε η Εθνική Ελλάδος ήταν πραγματικά ασύλληπτο.

Αν το δεις συνολικά, ναι! Η ομάδα είχε μεγάλους παίκτες, πολύ ταλέντο. Και, επίσης, είχαμε πολύ καλή επικοινωνία. Συνεννοούμασταν με μια ματιά, κάτι που δεν έβλεπα να έχουν άλλες ομάδες. Ούτε η Πορτογαλία, ούτε η Γαλλία είδα να το έχουν αυτό. Οι Τσέχοι το είχαν, οι οποίοι ήταν για μένα η καλύτερη ομάδα στο EURO, μαζί με εμάς.

Κατά τη γνώμη μου, εκείνη η γενιά ποδοσφαιριστών για την Ελλάδα ήταν η καλύτερη όλων των εποχών, οι οποίοι βρέθηκαν όλοι μαζί, στην ίδια ομάδα, στο ίδιο τουρνουά, το 2004. Είναι, λοιπόν, πολύ νορμάλ, αν τα πράγματα «σου πάνε», να πετύχεις κάτι πολύ καλό. Και το Κύπελλο να μην έπαιρνες, πάλι θα είχες πετύχει κάτι τεράστιο για τα δεδομένα σου.

Νομίζω ότι ο Θεός μάς έδωσε πολλά σ’ εκείνο το EURO, τα οποία δυστυχώς χάσαμε στην πορεία, λόγω συνθηκών. Αυτή είναι η αλήθεια…

Θεωρείς ότι η επιτυχία του 2004 δεν αξιοποιήθηκε όπως θα έπρεπε;

Ξεκάθαρα! Ακόμα και μέχρι σήμερα που μιλάμε, δεν αξιοποιήθηκε ποτέ! Γι’ αυτό σου είπα ότι, έτσι όπως είναι η κουλτούρα μας στην Ελλάδα, μόνο οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Πρέπει να βρεις τους κατάλληλους ανθρώπους, αλλιώς δεν θα γίνει ποτέ τίποτα.

Η Ομοσπονδία, τουλάχιστον η Ομοσπονδία του 2004, προσπαθούσε να είναι κοντά μας όσο μπορούσε – με τα κακά της, με τα λάθη της… Είχε αρχίσει να κάνει πράγματα, για το καλό της Εθνικής τουλάχιστον. Δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει μετά το EURO, γιατί μπήκαν οι ομάδες στη μέση και της έριξαν το μπαλάκι, με αποτέλεσμα να βολεύει την εκάστοτε ομάδα που είχε τα ηνία στην ΕΠΟ.

Πέρα από την ίδια την επιτυχία του EURO, οι παίκτες της ομάδας του 2004 θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν καλύτερα; Να τους ανατεθούν π.χ. θέσεις ευθύνης του Ποδοσφαίρου;

Θα έπρεπε οι παίκτες να έχουν την Ομοσπονδία – σε οποιαδήποτε υγιή χώρα αυτό γίνεται, αν το παρατηρήσεις. Μπορούμε να κάνουμε μια έρευνα και να δούμε. Και στην UEFA ακόμα υπάρχουν πολλοί ποδοσφαιριστές, δες τον Ασάνοβιτς, ας πούμε.

Μη σου πω ότι και τη Super League θα έπρεπε να την αναλάβουν ποδοσφαιριστές της γενιάς του 2004…

Ένας πολύ ικανός παίκτης του 2004, όμως, σημαίνει ότι θα είναι απαραίτητα και ικανό διοικητικό στέλεχος;

Όχι, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το έχει και με τα διοικητικά. Απλά ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το ποδόσφαιρο στη χώρα μας, δείχνει ότι ο παίκτης δεν πρόκειται να κάνει περισσότερα λάθη από τα υπάρχοντα διοικητικά στελέχη. Διότι εγώ βλέπω κάτι ανθρώπους από τις Ενώσεις στην ΕΠΟ, οι οποίοι δεν έχουν ούτε τη στοιχειώδη μόρφωση. Άρα, αυτός είναι ο λόγος που δεν έχουμε Ποδόσφαιρο. Το συμπέρασμα είναι πολύ εύκολο.

Εξάλλου, εγώ δεν λέω ο παίκτης να δρα χωρίς τη βοήθεια τεχνοκρατών. Ούτε να υπάρχουν μόνο τεχνοκράτες, ούτε να υπάρχουν μόνο ποδοσφαιριστές. Θεωρώ ότι μια υγιής συνεργασία μεταξύ των δύο θα μπορούσε να οδηγήσει το ποδόσφαιρο της χώρας μας σε ένα καλύτερο μέλλον.

Εγώ ήμουν και ένα παιδάκι που έπαιζα ερασιτεχνικό, έχω δει την Ένωση της Πάτρας. Δεν φυτρώσαμε, όλοι από το ερασιτεχνικό βγήκαμε! Ο Ζαγοράκης έχει δει της Καβάλας, ο Καραγκούνης της Αθήνας… Μοιραία αυτό είναι μια αλυσίδα που ξεκινάει από χαμηλά, από το ερασιτεχνικό, και πάει προς τα πάνω. Άρα, από χαμηλά πρέπει να αρχίσεις να το φτιάχνεις. Επειδή, όμως, αυτό είναι δύσκολο, ίσως να πρέπει να γίνει μια τομή από ψηλά.

Επειδή δουλεύεις πολύ με παιδιά στη Falcons Football Academy, θεωρείς ότι έχει ταλέντα η Ελλάδα που θα μπορούσαν να έχουν μέλλον;

Άπειρα! Ως χώρα έχουμε τεράστια ταλέντα. Υποδομές δεν έχουμε! Σκέψου ότι σήμερα λέω ακόμα τα ίδια που έλεγα στις συνεντεύξεις στα 30 μου. Επαναλαμβάνεσαι! Αν κοιτάξεις τι λένε άνθρωποι με ισχυρή άποψη για το ποδόσφαιρο, θα διαπιστώσεις ότι χρόνια τώρα λένε τα ίδια!

Και πάλι τα ίδια θα σου πω: Το ’87, μετά την κατάκτηση του Eurobasket, μπήκανε μπασκέτες σε όλα τα σχολεία. Το 2004, μετά το EURO, δεν έγινε τίποτα! Ίσα-ίσα, τα γήπεδα μειώθηκαν.

Αν κάνεις μια έρευνα, θα δεις ότι σε όλες τις περιφέρειες υπήρχαν ξερά γήπεδα, με χώμα. Αυτοί εδώ, οι πονηροί (κι εδώ μπαίνει και το κράτος), διέλυσαν τα ξερά γήπεδα και έβαλαν πλαστικά, τα οποία δήθεν είναι καλύτερα (εγώ δεν συμφωνώ μ’ αυτό. Θα συμφωνήσω, όμως, ότι τα πλαστικά έχουν καλύτερη εικόνα). Αλλά εκεί που διέλυαν τρία ξερά γήπεδα, έφτιαχναν ένα πλαστικό στη θέση τους! Τα δύο γίνονταν πολυκατοικίες, ένα μόνο παρέμενε γήπεδο! Άρα, μοιραία, μειώθηκαν οι χώροι στους οποίους θα μπορούσαν να κάνουν προπόνηση τα παιδιά.

Βγαίνουν, λοιπόν, οι Ακαδημίες και παίρνουν λεφτά απ’ τα παιδιά – όπως κι εγώ παίρνω λεφτά απ’ τα παιδιά…

Όταν έπαιζα εγώ δεν υπήρχαν Ακαδημίες, τότε είχαν αρχίσει να «χτίζονται». Αλλά ούτε αυτό γίνεται οργανωμένα και με σκοπό να εξυπηρετηθούν οι γονείς και τα παιδιά. Ακόμα κι αυτό γίνεται στον βωμό του χρήματος.

Όταν δεν αγαπάς το ποδόσφαιρο, λοιπόν, δεν σε ενδιαφέρει και να επενδύσεις σ’ αυτό. Πώς να βγάλεις έτσι ταλέντα;

Ήρθε μετά και η τεχνολογία με τα κινητά. Άρχισαν να βάζουν και φροντιστήρια στα παιδιά άπειρες ώρες… Για μένα είναι τραγικό να έχει το εννιάχρονο να πάει Αγγλικά, να έχει και «δραστηριότητες». Πόσες δραστηριότητες πια; Μιλάμε για τρομερή πίεση στα παιδιά, με αποτέλεσμα αντί να βγάζεις καλύτερη νεολαία, να βγάζεις χειρότερη.

Θεωρώ ότι μια υγιής συνεργασία μεταξύ ποδοσφαιριστών και τεχνοκρατών θα μπορούσε να οδηγήσει το ποδόσφαιρο της χώρας σε ένα καλύτερο μέλλον.

Μίλησέ μου λίγο για την Ακαδημία Falcons που έχεις φτιάξει.

Η Ακαδημία Falcons κινείται στη δική μου φιλοσοφία, δηλαδή εστιάζουμε περισσότερο στα ίδια τα παιδιά. Όσο περισσότερο ασχολείσαι μαζί τους, αν τους δώσεις, δηλαδή, περισσότερη ώρα προπόνησης, τους δείξεις αγάπη κι ενδιαφέρον, τα παιδιά θα εξελιχθούν καλά – ακόμα κι αν δεν είσαι ο καλύτερος προπονητής.

Στις περισσότερες ιδιωτικές Ακαδημίες, και δεν μιλάω για τις ΠΑΕ, βλέπεις πράγματα τραγικά από πλευράς εκπαίδευσης. Οι περισσότεροι δεν λειτουργούν σε κανένα επίπεδο ως παιδαγωγοί. Αυτό δεν επηρεάζει μόνο το ποδόσφαιρο, επηρεάζει ολόκληρη την κοινωνία. Διότι τα παιδιά που πάνε 8-9 χρονών σε μια Ακαδημία δεν θα γίνουν όλοι ποδοσφαιριστές, θα κάνουν κι άλλα επαγγέλματα. Όταν, λοιπόν, τα μαθαίνουν να κυνηγάνε μόνο τη νίκη, αναπτύσσουν κακή συμπεριφορά από νωρίς, μαθαίνουν να διαμαρτύρονται στους διαιτητές…

Επιπλέον, οι προπονητές δεν ασχολούνται με σένα, που κάνεις τον προπονητή απ’ έξω, σ’ αφήνουν να φωνάζεις… Αυτό είναι μέγα λάθος. Στη δική μου Ακαδημία δεν θα δεις κανένα γονιό να φωνάζει στο παιδί απ’ έξω. Αν θέλει να το κάνει, ας πάει σε άλλη.

Στην ιστοσελίδα της Ακαδημίας διάβασα και για «εκπαίδευση γονέων»…

Μα ο μπαμπάς, η μαμά κι ο παππούς είναι χειρότεροι από το παιδί! Μπορεί να δεις ένα θείο, μια νονά, έναν ξάδελφο να δίνει σε ένα παιδάκι 4 χρονών οδηγίες! Λες «Να το καταλάβω αν δίνει οδηγίες σε ένα παιδί μεγαλύτερο, 11-12 χρονών…». Στο παιδί των 4-5 χρονών γιατί το κάνεις αυτό; Τι του φωνάζεις «Τρέξε! Μάρκαρε εκείνον!»; Το παιδάκι δεν μπορεί να κάνει και πολλά σ’ αυτή την ηλικία, έτσι κι αλλιώς!

Προσπαθώ, λοιπόν, να τους εξηγήσω ότι, με αυτή τη συμπεριφορά, προσβάλλεις κατ’ αρχάς τον προπονητή. Σημαίνει μηδέν σεβασμό – και απέναντι στον προπονητή, και απέναντι στο παιδί σου. Άμα είναι έτσι, πάρε εσύ την Ακαδημία και κάνε τον προπονητή, να πληρώνεσαι κιόλας!

Δεν μπαίνει κανείς μέσα στο φροντιστήριο των Μαθηματικών ή στο φροντιστήριο της κιθάρας να κάνει υποδείξεις! Το είδες αυτό πουθενά; Στο ποδόσφαιρο όλοι κάνουν τους προπονητές, γιατί θεωρούν ότι ξέρουν!

Και πώς το εξηγείς αυτό; Το ότι παρακολουθείς ποδόσφαιρο σε κάνει αυτόματα και ειδήμονα;

Όπως είπε και τη θρυλική ατάκα ο Γιώργος Μύρτσος: «Στα μπουζούκια πήγαινα 20 χρόνια, μπουζούκι δεν έμαθα!».

Ο Κώστας Κατσουράνης στο instagram.