Μάξιμος Μουμούρης | Συνεντεύξεις - planbemag.gr
Plan Be Mag
Μάξιμος Μουμούρης
Συνεντεύξεις

Μάξιμος Μουμούρης: «Οποιαδήποτε “σημαία” με τρομάζει»

Ο Μάξιμος Μουμούρης σκηνοθετεί την παράσταση «Όνειρα γλυκά» του Μιχάλη Μαλανδράκη, η οποία ανεβαίνει φέτος για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο Πόλη - Δάνης Κατρανίδης. Μια παράσταση που λαμβάνει χώρα πίσω από μια βιτρίνα ζαχαροπλαστείου, εστιάζοντας στις οικογενειακές σχέσεις, στα ανεκπλήρωτα όνειρα και στο θάρρος να ακολουθήσει κανείς την καρδιά του. «Έχεις βάλει ποτέ κάτω πόσα όνειρα γλυκά άφησες στη μέση ή δεν ξεκίνησες ποτέ γι’ αυτά;», αναρωτιέται ο Μάξιμος, πεπεισμένος ότι, ως θεατής, θα ταυτιστείς με πολλά από αυτά που διαδραματίζονται στη σκηνή. Ίσως το έργο να είναι και η ευκαιρία για μια εκτίμηση των προσωπικών σου επιλογών. Διότι το μόνο σίγουρο είναι ότι «τελικά, οι ίδιοι οι άνθρωποι ορίζουν το μέλλον τους».

Μαρία ΛυσάνδρουΜαρία Λυσάνδρου

Ο Μάξιμος Μουμούρης σκηνοθετεί την παράσταση «Όνειρα γλυκά» του Μιχάλη Μαλανδράκη, η οποία ανεβαίνει φέτος για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο Πόλη – Δάνης Κατρανίδης. Μια παράσταση που λαμβάνει χώρα πίσω από μια βιτρίνα ζαχαροπλαστείου, εστιάζοντας στις οικογενειακές σχέσεις, στα ανεκπλήρωτα όνειρα και στο θάρρος να ακολουθήσει κανείς την καρδιά του. «Έχεις βάλει ποτέ κάτω πόσα όνειρα γλυκά άφησες στη μέση ή δεν ξεκίνησες ποτέ γι’ αυτά;», αναρωτιέται ο Μάξιμος, πεπεισμένος ότι, ως θεατής, θα ταυτιστείς με πολλά από αυτά που διαδραματίζονται στη σκηνή. Ίσως το έργο να είναι και η ευκαιρία για μια εκτίμηση των προσωπικών σου επιλογών. Διότι το μόνο σίγουρο είναι ότι «τελικά, οι ίδιοι οι άνθρωποι ορίζουν το μέλλον τους».

Τελικά, είναι ευκολότερη ή δυσκολότερη η δουλειά ενός ηθοποιού που καλείται να σκηνοθετήσει συναδέλφους;

Όσο ο ηθοποιός αντιλαμβάνεται τη λειτουργία στη σκηνή και, άρα, μπορεί να την αναλύσει μέσω της εμπειρίας του, τόσο πιο εύκολο είναι να κατανοήσει και να αποδεχθεί τις αγωνίες των ηθοποιών του όταν σκηνοθετεί. Νομίζω η αποδοχή των κοινών αγωνιών είναι σημαντική εκκίνηση.  Εν ολίγοις, απαιτείται πολλή προσωπική δουλειά.

Επίσης, ο ηθοποιός έχει ανάγκη να νιώσει ότι ο αρχηγός της ομάδας (βλ. σκηνοθέτης) οδηγεί την ομάδα έχοντας σαφή εικόνα για το ποιο είναι το όραμά του για την παράσταση και πώς μπορεί να μετακινεί την ομάδα προς αυτήν την κατεύθυνση.

Ποια η πρόκληση (σκηνοθετική ή μη) σ’ αυτό το έργο, η οποία σας ώθησε να το σκηνοθετήσετε;

Πρώτα από όλα το κείμενο, ο ρυθμός του και το ότι ο Μιχάλης Μαλανδράκης επιλέγει να μην είναι αναλυτικός. Δηλαδή, οι χαρακτήρες κρύβουν με την ομιλία τους, παρά φανερώνουν. Έτσι αναδύονται οι φοβίες τους, μέσα από αυτά τα μυστικά που δεν λένε.

Επίσης, η πρακτικότητα που προσφέρει και απαιτεί το κείμενο μέσα από τις παρασκευές των γλυκών. Ήταν ζητούμενο για εμένα οι σχέσεις των χαρακτήρων, η υποκριτική των ηθοποιών, να φιλτράρεται και να ενδυναμώνεται μέσα από την πραγματική παρασκευή των γλυκών, από την πρακτικότητα, τη ζωή πίσω από τη βιτρίνα ενός ζαχαροπλαστείου.

Τέλος, ήθελα πολύ να δουλέψω με νέα παιδιά, και είναι ευτύχημα που και οι δύο τους είναι απόφοιτοι της δραματικής σχολής της Αγίας Βαρβάρας, την οποία έχω τη χαρά να διευθύνω τα τελευταία 5 χρόνια.

Μάξιμος Μουμούρης

Η «Αγία Ελληνική Οικογένεια» εξακολουθεί να κρατά γερά, παρά την εξέλιξη της σύγχρονης κοινωνίας. Με την αυτονομία και το δικαίωμα να είσαι ο εαυτός σου να αποτελούν «σημαίες» της σύγχρονης κοινωνικής αντίληψης, έχει χώρο να ευδοκιμήσει σήμερα αυτή η οικογενειακή υπερ-προστασία;

Ξεκινάω από το γεγονός πως οποιαδήποτε σημαία με τρομάζει. Οποιοδήποτε λάβαρο έχει να κάνει με δικαιώματα τα τελευταία χρόνια οδηγεί τους πιστούς του σε μια αίσθηση πλήρους ελευθερίας, η οποία, εν τέλει, οδηγεί στην απόλυτη ανελευθερία και σε μια «απόφαση» για το ΕΓΩ. Είναι μια τάση που, αντί να ανοίγει την πόρτα προς το τι πραγματικά είμαστε ξεχωριστά, ατομικά, μας βάζει σε μια ομάδα και αποκτούμε επίπλαστη ταυτότητα.

Στα «Όνειρα γλυκά» θίγεται το –όχι μόνον ελληνικό– οικογενειακό φαινόμενο της δυσκολίας αποκόλλησης από τη μήτρα, όπου μήτρα και η οικογένεια, αλλά και η πλαστή ευθύνη προσκόλλησης σε κάτι το οποίο έχει πεθάνει. Εμείς, ως γόνοι, λοιπόν, οφείλουμε να αποδεχτούμε το τέλος της εποχής και να το θάψουμε βαθιά μέσα μας, να κάνουμε το χρέος μας ως προς, όπως πολύ σωστά λέτε κι εσείς, εκείνο που είμαστε πραγματικά, μόνοι μας απέναντι στον κόσμο, χωρίς οικογένεια ή με τη νέα οικογένεια, γιατί αυτό οφείλουμε να κάνουμε.

Η υπερπροστασία ευδοκιμεί γιατί το έδαφος δεν είναι οι σημαίες και οι ιδέες, αλλά οι ίδιοι οι άνθρωποι, τα παιδιά που φοβούνται να πούνε «όχι» (στους γονείς τους, στους φίλους, στις σχέσεις, σε οποιονδήποτε συναντάνε στη ζωή). Είναι στο χέρι των παιδιών να μην ευδοκιμήσει η υπερπροστασία, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό, να «σπάσουν» το αυγό και να ζήσουν.

Πολύ συχνά, μέχρι τα όνειρα να αποκτήσουν τη γλυκάδα τους, πρέπει να περάσουν από το στάδιο του εφιάλτη.

«Οι μοναδικές, ίσως, αμαρτίες που ο άνθρωπος κάνει, είναι να μην αρχίσει κάτι, αλλά και να μην το ολοκληρώσει», σημειώνετε στο σκηνοθετικό σας σημείωμα. Πώς έρχεται αυτό το «Όνειρα γλυκά» στον τίτλο να δικαιώσει αυτή τη φράση;

Έχουμε έναν γιο που μένει πίσω, στην οικογενειακή επιχείρηση και δεν κάνει την αρχή, δεν φεύγει από το παρελθόν, ενώ η επιθυμία του τού προβάλλει την έξοδο από την οικογένεια, το άνοιγμα σε ένα άγνωστο που μόνο ελπιδοφόρο μπορεί να είναι. Ίσως δεν είναι τυχαίο το ότι, ως πρωτότοκος, δεν έχει αποκολληθεί – εξ ου η «αμαρτία», η αστοχία του.

Ο μικρός γιος έχει ξεκινήσει κάτι καινούργιο, έχει φύγει από την οικογένεια, αλλά κινδυνεύει να μην το συνεχίσει, γιατί το «χρέος» τον κάνει να επιστρέψει πίσω. Ανακόπτει την πορεία που η βαθιά του επιθυμία τού έχει υποδείξει. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο πρωτότοκος γιος ονομάζεται Μάρκος, ένα βιβλικό όνομα που θα υποφέρει για την πίστη του, ενώ ο μικρός αδελφός λέγεται Λευτέρης (ελευθερία).

Στο τέλος του έργου, ωστόσο, δεν δίνεται απάντηση για το τι θα συμβεί, ποια είναι τα γλυκά όνειρα για τον κάθε έναν ξεχωριστά. Πολύ συχνά, μέχρι να αποκτήσουν τη γλυκάδα τους, πρέπει να περάσουν από το στάδιο του εφιάλτη. Στο έργο, η δράση είναι μέσα στο παρασκευαστήριο του ζαχαροπλαστείου, και ο Μαλανδράκης δεν αποφασίζει για το τι θα συμβεί έξω από την πόρτα.

Παρακολουθώντας την παράσταση, πιστεύετε ότι θα ταυτιστεί εξίσου και ο θεατής εκείνος που άκουσε τελικά την καρδιά του, και ο θεατής που εγκλωβίστηκε στα οικογενειακά «θέλω»;

Ναι, το μοιράζονται συχνά θεατές που δυσκολεύονται να πουν «όχι» στους γονείς τους. Είναι πολύ συγκινητικό.

Έχω την αίσθηση πως η διαδικασία αυτή, δηλαδή τού να «πειραχτούν» ευαίσθητες χορδές του θεατή, είναι και ένα χρέος της Τέχνης εν γένει. Αν δεν κάνουμε Τέχνη για να ορίσουμε το χάος που έχουμε να αντιμετωπίσουμε (εντός και εκτός), τότε γιατί την κάνουμε;

Γιασεμί Κηλαηδόνη, Δημήτρης Σέρφας και Νίκος Μπουκουβάλας, οι πρωταγωνιστές του έργου. Μιλήστε μας λίγο για τη συνεργασία σας.

Για τα παιδιά είπα ήδη πως ήταν μια δική μου επιθυμία να δουλέψω μαζί τους. Και δικαιωθήκαμε όλοι μας, νομίζω – εγώ σίγουρα που τους κάλεσα, αλλά και εκείνοι που δέχτηκαν και με δέχτηκαν. Το ίδιο ισχύει, κατά κάποιο τρόπο, και για τη Γιασεμί, μόνο που η αφορμή για την πρόσκλησή της ήταν μια παλιά συνεργασία, είχαμε «ανοικτούς λογαριασμούς» κατά κάποιο τρόπο, που ποτέ δεν κλείνουν όταν βρίσκεις καλούς συνεργάτες.

Ήξερα πως, στην ορμή της νιότης που φέρνουν ο Δημήτρης και ο Νίκος, έπρεπε να αντιπαρατεθεί «ισοσταθμικά» η εμπειρία και το βάρος μιας ηθοποιού όπως η Γιασεμί.

Αν δεν κάνουμε Τέχνη για να ορίσουμε το χάος που έχουμε να αντιμετωπίσουμε (εντός και εκτός), τότε γιατί την κάνουμε;

Γιατί, λοιπόν, να έρθει κανείς στο Θέατρο Πόλη – Δάνης Κατρανίδης για να δει αυτή την παράσταση; Πείτε μου τα ισχυρότερα «χαρτιά» της.

Αν δεν σας έχω πείσει μέχρι τώρα, τότε κάτι δεν έχω κάνει και πει καλά.

Πάντως, όσοι επιθυμούν να δουν μια παράσταση που έχει ως βάση ένα πολύ φρέσκο νεοελληνικό κείμενο, το οποίο «τραβάει» το χαλί κάτω από τα πόδια τους με ιδιαίτερο χιούμορ, και αν θέλουν να δουν μέσα σε όλο αυτό τρεις υπέροχους ηθοποιούς που επικοινωνούν στη σκηνή, τότε δεν πρέπει να το χάσουν…

Μάθετε περισσότερα για την παράσταση εδώ

 

Ο Μάξιμος Μουμούρης στο Instagram

Μάξιμος Μουμούρης