Μελέτης Ηλίας: «Είναι στη φύση του ηθοποιού να μεταμορφώνεται»
Plan Be Mag
Συνεντεύξεις

Μελέτης Ηλίας: «Είναι στη φύση του ηθοποιού να μεταμορφώνεται»

Ο Μελέτης Ηλίας είναι από τους ωραιότερους συνομιλητές που θα μπορούσες να συναντήσεις. Από τις πρώτες κουβέντες διαπιστώνεις μία έμφυτη ευγένεια που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι εισέρχεσαι σε «ασφαλή περιοχή» – νιώθεις ότι η συζήτηση θα κυλήσει ωραία, σε όλα τα επίπεδα. Είναι σοβαρός, είναι διαβασμένος, έχει χιούμορ και σου δίνει τόσες «πάσες» για κουβέντα, που σκέφτεσαι ότι η μεγάλη αγάπη του για το ποδόσφαιρο έχει εμποτίσει και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί. Φέτος, στη «Μάγισσα - Φλεγόμενη Καρδιά» του ΑΝΤ1, μας συστήνεται ως «Τζουζέπε Μοντιλιάνι», υποδυόμενος άλλον έναν ανατρεπτικό για τη μέχρι τώρα εικόνα του χαρακτήρα, που θα λατρέψουμε να μισούμε. Εξάλλου, ως προς την ανάληψη απρόσμενων ρόλων, ο ίδιος έχει θέσει τον πήχυ πολύ ψηλά. Άλλο ένα προσωπικό του τηλεοπτικό «γκολ».

Μαρία ΛυσάνδρουΜαρία Λυσάνδρου

Ο Μελέτης Ηλίας είναι από τους ωραιότερους συνομιλητές που θα μπορούσες να συναντήσεις. Από τις πρώτες κουβέντες διαπιστώνεις μία έμφυτη ευγένεια που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι εισέρχεσαι σε «ασφαλή περιοχή» – νιώθεις ότι η συζήτηση θα κυλήσει ωραία, σε όλα τα επίπεδα. Είναι σοβαρός, είναι διαβασμένος, έχει χιούμορ και σου δίνει τόσες «πάσες» για κουβέντα, που σκέφτεσαι ότι η μεγάλη αγάπη του για το ποδόσφαιρο έχει εμποτίσει και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί. Φέτος, στη «Μάγισσα – Φλεγόμενη Καρδιά» του ΑΝΤ1, μας συστήνεται ως «Τζουζέπε Μοντιλιάνι», υποδυόμενος άλλον έναν ανατρεπτικό για τη μέχρι τώρα εικόνα του χαρακτήρα, που θα λατρέψουμε να μισούμε. Εξάλλου, ως προς την ανάληψη απρόσμενων ρόλων, ο ίδιος έχει θέσει τον πήχυ πολύ ψηλά. Άλλο ένα προσωπικό του τηλεοπτικό «γκολ».

Λίγο ανορθόδοξα θα το ξεκινήσω… Πέρα από το Θέατρο Τέχνης, έχεις τελειώσει και Λογιστικά;

Ναι, ναι… Οι αριθμοί μ’ αρέσουν πάρα πολύ.

Λίγο παράξενο δεν είναι αυτό για έναν ηθοποιό; Τον περιμένεις να είναι περισσότερο της θεωρητικής κατεύθυνσης…

Όχι απαραίτητα! Υπάρχει αυτή η παρεξηγημένη αντίληψη ότι οι ηθοποιοί, ως καλλιτεχνικές φύσεις, είναι πιο… «του αέρα». Εγώ πιστεύω ότι, αντίθετα, για ν’ αντέξει κάποιος τα ωράρια και τον φόρτο εργασίας και να μην του βγαίνει η Παναγία, χρειάζεται να έχει μια μέθοδο στη δουλειά του.

Επιπλέον, θεωρώ ότι η υποκριτική έχει άμεση σχέση και από άποψη επιστήμης. Διότι υπάρχουν ηθοποιοί, λίγοι δυστυχώς, οι οποίοι έχουν αναγάγει τη δουλειά μας σε επιστήμη – και ευτυχώς που υπάρχουν, για να δίνουν το καλό παράδειγμα.

Πώς μπορούν να βοηθήσουν, στην πράξη, η στατιστική και οι αριθμοί έναν ηθοποιό;

Δεν μπορείς, ας πούμε, να μην είσαι ορθολογιστής, όταν σε μια σειρά πρέπει «να βγάζεις» 15 σελίδες τη μέρα, όντας διαβασμένος και απόλυτα συγκεντρωμένος.

Οι ρυθμοί, ειδικά στην τηλεόραση, είναι αμείλικτοι. Όσο ταλέντο κι αν έχει ένας ηθοποιός, όσο καλός κι αν είναι, καμία παραγωγή δεν θα του εμπιστευθεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια σειρά, αν δεν έχει παράλληλα και κάποιες άλλες αρετές – αν δεν είναι, δηλαδή, συνεπής και αξιόπιστος. Διότι ξέρει ότι, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, δεν θα βγουν οι χρόνοι! Κι επειδή, όλα αυτά τα χρόνια στην τηλεόραση, έχω δει τρομερά ταλαντούχους ηθοποιούς να εξαφανίζονται γι’ αυτόν τον λόγο, θεωρώ ότι αυτές οι αρετές είναι ισάξιες με το ταλέντο.

Πρέπει να είσαι 100% «εκεί». Λέγανε για τον Μαγκντί Γιακούμπ, τον διάσημο καρδιοχειρουργό, ότι το μεγαλύτερό του προτέρημα ήταν το ότι, από το πρώτο λεπτό του χειρουργείου μέχρι και τη 10η – 12η ώρα, το χέρι και η διάθεσή του ήταν σαν να είχε μόλις ξεκινήσει. Όταν, λοιπόν, 8 η ώρα το πρωί καλείσαι να κάνεις μια δύσκολη σκηνή και ξέρεις ότι θα τελειώσεις με το γύρισμα στις 6 το απόγευμα, πρέπει να είσαι 100% «εκεί» καθ’ όλη τη διάρκεια. Και μετά να πας και στο θέατρο να κάνεις και μια παράσταση! Ε, αυτό δεν μπορεί να γίνει αν δεν είσαι και μεθοδικός.

Πόσο εύκολο είναι κάτι τέτοιο, όμως, για έναν ηθοποιό στην Ελλάδα, ο οποίος είναι όλη μέρα σε γυρίσματα, κι έχει και πέντε μέρες την εβδομάδα θέατρο; Κι αυτή είναι κοινωνική ερώτηση περισσότερο…

Θα σου πω τι έχω καταλάβει εγώ: οι ανθρώπινες αντοχές είναι πολύ μεγαλύτερες από ό,τι νομίζουμε. Μου έχει τύχει να πω «είμαι εξουθενωμένος, τα ‘χω φτύσει» και, από τη στιγμή που το έχω ξεστομίσει, να βλέπω ότι πρακτικά έχω άλλες τρεις ώρες διαθέσιμες για δουλειά. Κατά ένα περίεργο τρόπο, αυτο-τροφοδοτείσαι. Βέβαια, αυτό μπορεί κάποια στιγμή να σε στείλει στο νοσοκομείο…

Παρόλο που εγώ το κάνω αυτό περίπου μια δεκαετία, πολύ λίγες φορές έφτασα στο σημείο να πω «Δεν αντέχω άλλο, θέλω να σταματήσω». Όταν ξέρω ότι έρχεται μια δύσκολη μέρα, το δικό μου αποκούμπι είναι η σκέψη ότι το βράδυ θα χαλαρώσω – κι ας μην ξέρω τι ώρα θα φτάσω στο σπίτι!

Είδα ότι έχεις δοκιμάσει και τη διδασκαλία: δίδαξες ένα χρόνο στον «Ίασμο». Ποιο θεωρείς ότι είναι το κυριότερο πράγμα που έμαθαν από σένα όσοι παρακολούθησαν το μάθημά σου;

Είναι κάτι που, δυστυχώς, βρίσκεις ελάχιστα: η πειθαρχία. Αυτό είναι το Νο1 πράγμα που προσπαθούσα να δώσω στα παιδιά να καταλάβουν. Και είναι και κάτι που συζητάω συχνά με άλλους συναδέλφους, εξαιτίας αυτής της «ελευθερίας» που έχει η δουλειά μας – πότε θα σου έρθει η έμπνευση, αν θα ξυπνήσεις σε καλό mood κ.λπ…

Εγώ ανδρώθηκα υποκριτικά στον θίασο του Τερζόπουλου, όπου 10 το πρωί ξεκινούσε το training. Αν έφτανες 10:01, είχες σοβαρό πρόβλημα! Ο Τερζόπουλος, ο οποίος είναι διεθνούς φήμης σκηνοθέτης, ήταν το πρώτο πράγμα που μου είπε όταν συνεργαστήκαμε: «Άνθρωπος που δεν ξυπνάει πρωί, δεν πρόκειται να πετύχει στη ζωή του. Σ’ το υπογράφω!». Και μου το είπε σε μια περίοδο που εγώ ξυπνούσα στις 12 – το νωρίτερο! (γέλια)

Οι σπουδαστές, λοιπόν, κρατάνε από σένα την πειθαρχία… Τα παιδιά σου; Τι είναι αυτό που εσύ θα ήθελες να θυμούνται από τον μπαμπά τους;

Αυτό που θα ήθελα να κρατήσουν από τη δική μας επαφή είναι το να μπορούμε «να μιλάμε την ίδια γλώσσα», το να είμαι κοντά τους επί της ουσίας.

Πολλές φορές, νιώθω ότι με τους σημερινούς ρυθμούς και όλη αυτή την πληροφορία που έχουν μέσω των social media, τα παιδιά έχουν χάσει την επαφή με τους γονείς τους. Εγώ προσπαθώ να είμαι όσο πιο κοντά μπορώ – επί της ουσίας όμως. Θέλω να σκέφτονται ότι ο μπαμπάς τους ήταν και φίλος τους.

Γίνεται αυτό; Μπορεί ένας γονιός να είναι και φίλος…;

Στο μέτρο που μπορεί ο καθένας, γίνεται. Βέβαια όχι απόλυτα, όχι στο σημείο που εγώ θα ήθελα. Παρόλα αυτά, έχω μικρές νίκες και με την κόρη μου που είναι τώρα στην εφηβεία, και με τον γιο μου που είναι μικρότερος.

Στον γιο σου, πάντως, έχεις σίγουρα εμφυσήσει τη μεγάλη σου αγάπη για το ποδόσφαιρο – το διαπιστώνει κανείς εύκολα, αρκεί να σε παρακολουθήσει λιγάκι στα social! (γέλια) Και μιλάω γενικά για το ποδόσφαιρο, δεν συζητάμε για τη μεγάλη σου αγάπη για την ΑΕΚ…

Το ποδόσφαιρο είναι η μεγάλη μου διέξοδος, αυτό που απολαμβάνω να κάνω όταν δεν δουλεύω – είτε να παίζω, είτε να παρακολουθώ, είτε να υποστηρίζω την ομάδα μου, είτε να υποστηρίζω τις ελληνικές ομάδες όταν παίζουν στην Ευρώπη. Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι κάποιος υποστηρίζει την ξένη ομάδα, επειδή δεν συμπαθεί την ελληνική…

Για μένα είναι μεγάλη χαρά να πηγαίνω στο γήπεδο όποτε μπορώ. Και, φυσικά, ήταν τεράστια η χαρά τότε που ψάχναμε τις δραστηριότητες για τον μικρό, όταν τον είδα να έχει κολλήσει με το ποδόσφαιρο. Όποτε μπορώ είμαι εκεί στις προπονήσεις – καλά, για τους αγώνες δεν το συζητώ, είμαι σχεδόν πάντα.

Τώρα τελευταία έχω γίνει και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Δόξας Ποντίων Αχαρνών, μιας ομάδας εκεί, της γειτονιάς μας, στην Ακαδημία της οποίας πάει ο μικρός.

Α… και στέλεχος! (γέλια)

Και στέλεχος, ναι, ναι! (γέλια) Ξέρεις, αυτές οι τοπικές ακαδημίες έχουν συνήθως ένα σωρό προβλήματα, οπότε προσπαθείς κι εσύ, από τη δική σου θέση, να κάνεις καλύτερη την καθημερινότητα των παιδιών: να έχουν κάπου να παίζουν που δεν θα σπάνε τα πόδια τους, να έχουν οι γονείς κάπου να περιμένουν για να μην τρώνε το κρύο της αρκούδας…

Δυστυχώς, δεν υπάρχουν μόνο οι Ακαδημίες των μεγάλων ομάδων. Υπάρχουν και οι μικρότερες Ακαδημίες, που φυτοζωούν μεν, αλλά με ιδιωτικές πρωτοβουλίες προσπαθούν να καλυτερεύσουν τις συνθήκες λειτουργίας τους.

Στις μικρότερες Ακαδημίες, βέβαια, τα πράγματα είναι πιο «ρομαντικά»…

Σαφώς, σαφώς!

Εγώ έχω καταλάβει ότι πρόκειται για έναν δύσκολο χώρο. Αν, αύριο-μεθαύριο, ο μικρός εμφανίσει προοπτικές εξέλιξης και θελήσει να διακριθεί μέσω του ποδοσφαίρου, θα έχει πολλά εμπόδια να αντιμετωπίσει. Στη φάση που βρισκόμαστε τώρα, έχουμε μόνο τη χαρά του παιχνιδιού!

Όπως είχε πει και ο Πέπε Γκουαρντιόλα, ο μεγάλος αυτός προπονητής, όταν τον ρώτησαν τι πρέπει να κάνει ένα παιδί 11-12 χρονών από πλευράς προπόνησης, «μέχρι τα 13, το μόνο που πρέπει να απασχολεί γονείς, προπονητές και παιδιά είναι να χαίρονται που παίζουν – χωρίς κάποιο ιδιαίτερο προπονητικό πρόγραμμα. Το μόνο που έχει σημασία είναι η χαρά του ποδοσφαίρου»!

Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Γιατί βλέπω, καμιά φορά, κάτι γονείς που την έχουν δει προπονητές και ουρλιάζουν μέσα στο γήπεδο. Εγώ είμαι πιο χαλαρός… Η δε γυναίκα μου το έχει πάει σε άλλο επίπεδο: «Μπράβο σε όλα τα παιδάκια! Να βάλει ένα γκολ και η άλλη ομάδα!». (γέλια)

Υπάρχουν πολλά σηµεία στον Τζουζέπε Μοντιλιάνι, στα οποία βλέπω τον Μελέτη

Ορίστε κι ένα δίλημμα, ξέροντας πόσο φανατικός ΑΕΚτζής είσαι. Αν είχες να επιλέξεις μεταξύ της πρεμιέρας ενός καλού σου συναδέλφου, κι ενός παιχνιδιού της ΑΕΚ, ας πούμε προκριματικά Champions’ League – δεν το προχωράω καν παραπέρα… (γέλια)

Βρε και με τον Εδεσσαϊκό να παίζαμε, πάλι στο γήπεδο θα πήγαινα! (γέλια) Ζητάω προκαταβολικά συγνώμη από τους συναδέλφους μου, θα πάω να τους δω άλλη μέρα! (γέλια)

Αυτό δεν είναι καθόλου προσβλητικό και θέλω να το εξηγήσω: επειδή καθ’ όλη τη διάρκεια της σεζόν έχω σταθερά παράσταση τις ημέρες των αγώνων, δεν έχω εύκολα ευκαιρίες να πάω στο γήπεδο. Καλά, δεν συζητάω τι γίνεται στο καμαρίνι όταν παίζει η ΑΕΚ… Μου έχει τύχει να παίζω σε παράσταση όταν έπαιζε Ολυμπιακός-ΑΕΚ, όπου έπρεπε, βάσει ρόλου, να είμαι λυπημένος. Έβαλε, όμως, γκολ ο Γιακουμάκης και «το γύρισε» μέσα στο Καραϊσκάκη. Και ξαφνικά ο ήρωας χάρηκε! Ανεξήγητα, χωρίς λόγο! (γέλια)

Βλέπω ότι κάνετε και ωραία ταξίδια ως οικογένεια. Είναι και τα ταξίδια ένας τρόπος αποφόρτισης για σένα;

Εγώ άρχισα να ταξιδεύω σε μεγαλύτερη ηλικία. Όταν πρωτοπήγα στον θίασο του Τερζόπουλου, ήμουν 22 χρονών και δεν είχα ταξιδέψει πουθενά. Είχα πάει μόνο μια φορά στο Παρίσι. Και ξαφνικά, μέσα σε 5 χρόνια, γύρισα όλο τον κόσμο με παραστάσεις. Πηγαίναμε σε όλα τα φεστιβάλ – από Βραζιλία, Κολομβία, Εκουαδόρ, ΗΠΑ, μέχρι Κίνα, Ιαπωνία, Ταϊβάν, Αίγυπτο, Τουρκία, Σερβία… Μέχρι και στο Λιχτενστάιν παίξαμε! Καλά, δεν μιλάμε για Αγγλία, Ιταλία, Γαλλία…

Άνοιξε, λοιπόν, ένας καινούργιος κόσμος για μένα. Έτσι, όποιο χρηματικό ποσό έχω σήμερα διαθέσιμο για μια «σπατάλη», αυτό πηγαίνει σε ένα ταξίδι. Θα προτιμήσω να κάνω ένα ταξίδι από το να αγοράσω π.χ. ένα αυτοκίνητο ή ρούχα. Πέραν τού ότι γεμίζεις μπαταρίες και ανοίγει το μυαλό σου, νιώθω ότι μαθαίνω και καινούργια πράγματα. Είναι πολύτιμη εμπειρία…

Μέσα από όλα αυτά τα ταξίδια που έκανες με τη δουλειά, σε ποια χώρα το κοινό σε εξέπληξε;

Θεωρώ ότι τα πιο ένθερμα και ενθουσιώδη κοινά είναι εκείνα με τα οποία είμαστε πιο κοντά ως νοοτροπία: οι Λατινοαμερικάνοι, οι Ιταλοί… Μου είχε κάνει εντύπωση, επίσης, και το ρυθμικό χειροκρότημα που είχαμε εισπράξει στην Αγία Πετρούπολη. Αυτοί, βέβαια, έχουν και μια απίστευτη λογοτεχνική και θεατρική κουλτούρα.

Είχα εντυπωσιαστεί, θυμάμαι, που έβλεπα στο μετρό της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης ανθρώπους από χαμηλότερα, λαϊκά στρώματα, να έχουν μαζί τους λογοτεχνικά βιβλία και να διαβάζουν – Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Πούσκιν… Ήταν όλοι με ένα βιβλίο στο χέρι!

Από πλευράς ταξιδιών εκτός δουλειάς, ποιο ήταν για σένα το ωραιότερο;

Ένα ταξίδι που με εντυπωσίασε πολύ ήταν η Νέα Υόρκη. Την πρώτη φορά που πήγα, είχαμε πάει με τον θίασο στη Φιλαδέλφεια. Επειδή οι δύο Πολιτείες είναι κοντά, πάνω σε μια τρέλα της στιγμής, πήγα για 5 ώρες και είδα τα 5 βασικά πράγματα που μπορεί να δει κανείς νύχτα στη Νέα Υόρκη. Είχα πάθει σοκ…

Ας πάμε και στο «Μάγισσα – Φλεγόμενη Καρδιά»… Η σειρά αυτή είναι πολύ ιδιαίτερη – μιλάμε για μια 2η σεζόν, με ένα ήδη διαμορφωμένο vibe, στην οποία όμως όλα είναι διαφορετικά, με άλλο καστ και άλλη ιστορία. Όταν σου ήρθε η πρόταση, σε προβλημάτισε καθόλου;

Κατ’ αρχάς, να πω ότι δεν μου ήρθε πρόταση γι’ αυτή τη δουλειά – έγινε κάστινγκ. Με πήρε ο Λευτέρης Χαρίτος, αλλά δεν μου είπε «Σε θέλω για ένα ρόλο». Μου είπε «Θέλω να σε δω για ένα ρόλο». Αυτό για μένα ήταν μεγάλη πρόκληση – το να πάω, δηλαδή, να δοκιμαστώ για κάτι. Καμιά φορά, περνάνε τα χρόνια και θεωρείς κάποια πράγματα δεδομένα, «Τώρα, στα 45 μου, θα με δοκιμάσουν για ρόλο;». Κι όμως, αυτό συμβαίνει σε όλες τις χώρες. Δεν σημαίνει ότι θα ταιριάξεις κάπου άμα τη εμφανίσει.

Εγώ, λοιπόν, αρχικά έκανα δοκιμαστικό μόνος μου. Μετά έκανα δοκιμαστικό με τη Μαρία (Κίτσου), για να δούμε κατά πόσον «δένουμε». Όταν, δε, μου έστειλαν τα σενάρια, εντυπωσιάστηκα – και δεν εννοώ από τον ρόλο, εννοώ από την πλοκή. Όταν πια μου είπε «Μου ταιριάζεις», για μένα ήταν μεγάλη πρόκληση το να μπορέσω να αντεπεξέλθω σε κάτι που ήξερα ότι δεν θα μου ξανατύχαινε εύκολα. Όταν είχε έρθει το «Σόι» και μετά το «Τα καλύτερά μας χρόνια», οι ρόλοι ήταν κάτι γνώριμο. Όταν ήρθε το «Προξενιό», ήξερα ότι ήταν κάτι που θα ξαναέκανα δύσκολα. Κάτι τέτοιο, λοιπόν, συνέβη και με τον Τζουζέπε Μοντιλιάνι.

Ο χαρακτήρας σου, ο Τζουζέπε Μοντιλιάνι, είναι Ενετός ρέκτορας, δικαστής δηλαδή, ο οποίος όμως έρχεται δυσαρεστημένος στη Μάνη…

Κατάγεται από τη Βενετία, έχει μεγαλώσει εκεί, και θεωρεί ότι ο ίδιος είναι για μεγάλα πράγματα. Είναι σαν να παίζεις στην ΑΕΚ και ξαφνικά να παίρνεις μεταγραφή στη Δόξα Ποντίων Αχαρνών – κάτι τέτοιο του έχει συμβεί! (γέλια) Θεωρεί μεγάλο ξεπεσμό το ότι τον στείλανε σ’ αυτόν τον τόπο που, κατά τη γνώμη του, δεν έχει τίποτα ωραίο. Ο μόνος λόγος για να μπορέσει να το «καταπιεί», είναι να το δει ως μια δοκιμασία και ένα σκαλοπάτι για να αποδείξει ότι «ακόμη και εκεί μπορεί». Έχει και τη γυναίκα του, που την ταλαιπωρεί κι αυτήν…

Την ταλαιπωρεί στην αρχή. Γιατί μια χαρά βρίσκει ενδιαφέρον μετά… (γέλια)

Καλά, μετά γίνεται χαμός! (γέλια)

Τα δεδομένα, όμως, είναι ότι ένα ζευγάρι ξέπεσε στη χειρότερη θέση που θα μπορούσε να τους τύχει, και πηγαίνει σε μια Μάνη όπου τότε ήταν διοικητής ένας Ιταλός, ο Σίλβιο Εσπόζιτο, ο οποίος τα είχε βρει μια χαρά με τους ντόπιους. Ξαφνικά ο Τζουζέπε συνειδητοποιεί ότι όχι απλά τον έχουν παραπετάξει εκεί, αλλά πρέπει και να διαμορφώσει το τοπίο, ώστε οι Μανιάτες να καταλάβουν ποιος έχει το πάνω χέρι – ποιος είναι ο κατακτητής και ποιος ο κατακτημένος. Εκεί, λοιπόν, αρχίζει το μπέρδεμα…

Συν το γεγονός ότι υπάρχει κι αυτή η γνωριμία από παλιά του Σίλβιο με τη γυναίκα του, την Πανδώρα, η οποία θα περιπλέξει πολύ τα πράγματα. Συν η Λεώνη, η οποία εκπροσωπεί το «μεταφυσικό», που μπαίνει στον Πύργο με αφορμή το βενετσιάνικο γλέντι και βλέπει «κάτι» στην Πανδώρα…

Μετά, είναι και το άλλο: με το που φτάνουν οι Μοντιλιάνι, τελείως συμπτωματικά, γίνονται και δύο φόνοι!

Πάντως, ο Τζουζέπε πολύ στριφνός μας προέκυψε. Και δεν ξέρω αν είναι πραγματικά έτσι ή αν «το παίζει» και λίγο, για να πετύχει αυτό που έχει στο μυαλό του…

Δεν ξέρω πόσο έχει φανεί μέχρι στιγμής, αλλά στο εξωτερικό περιβάλλον είναι μεν στριφνός και αντιπαθής, αλλά με τη γυναίκα του είναι πιο ζεστός, την αγαπάει πολύ. Και θεωρεί δεδομένο πως, ό,τι και να γίνει, αυτοί οι δύο θα είναι μαζί.

Έχει να πάθει μεγάλο σοκ όταν ανακαλύψει τι γίνεται… (γέλια)

(γέλια) Ε, ναι! Θα κλονιστεί πολύ!

Επίσης, είναι και τρομερά θρήσκος. Στο δωμάτιό του στήνει ολόκληρο εικονοστάσι για να προσεύχεται. Για ένα δικαστή τού σήμερα, αυτό ακούγεται «ξένο». Αλλά για ένα δικαστή τού τότε, αυτό ήταν πολύ συνυφασμένο με τον ρόλο του.

Θα κάνω μια αυθαίρετη ερώτηση: Και πέρυσι με τον «Γιωργίκη Προβιό», αλλά και φέτος με τον «Τζουζέπε Μοντιλιάνι», σε βλέπουμε να υποδύεσαι δραματικούς χαρακτήρες, οι οποίοι είναι πολύ μακριά από τους κωμικούς ρόλους στους οποίους σε είχαμε συνηθίσει. Οι κωμικοί χαρακτήρες σίγουρα κάνουν έναν ηθοποιό πολύ αγαπητό (είσαι χαρακτηριστικό παράδειγμα), τελικά όμως οι δραματικοί είναι εκείνοι που τον καθιερώνουν;

Εγώ κάνοντας δύο σειρές όλες κι όλες, το «Σόι» και το «Τα καλύτερά μας χρόνια», υπήρχα στην τηλεόραση μια δεκαετία με κωμικής χροιάς ρόλους. Ήταν μεγάλη πρόκληση να δω πώς θα με δεχτεί το κοινό σε κάτι διαφορετικό.

Η αλήθεια είναι ότι, με το «Προξενιό» πέρυσι, η σχέση με το κοινό πέρασε από διάφορα στάδια. Ξεκίνησε με την αμφισβήτηση «Έλα μωρέ, ο Μελέτης, ο γλυκούλης ο μπαμπάς, θα μας κάνει τώρα τον κακοποιητικό γαιοκτήμονα;». Το κοινό ήταν πολύ επιφυλακτικό στην αρχή και, αν θυμάσαι, στο πρώτο μισό της σειράς ο ρόλος δεν είχε και τίποτα μεμπτό. Όταν μετά του γύρισε το μάτι και άρχισε να φαίνεται το πραγματικό του πρόσωπο, από την αμφισβήτηση περάσαμε στο «Τελικά, ο Μελέτης μπορεί να παίξει κι έναν τέτοιο ρόλο». Για μένα ήταν πολύ μεγάλη χαρά το να με δεχτούν και να με «μισήσουν» σε κάτι. Μάλιστα, με σταματούσαν στον δρόμο κάτι κυρίες και μου έλεγαν απογοητευμένες «ε, φέτος… μας τα χάλασες…». (γέλια)

Εγώ, πάντως, δεν πίστευα ότι μπορείς να γίνεις τόσο αντιπαθητικός. Το αποδεικνύεις και φέτος.

Για μένα, είναι στη φύση του ηθοποιού το να μεταμορφώνεται και να δοκιμάζει εντελώς διαφορετικά πράγματα. Υπάρχει, βέβαια, και η θεωρία «μαγαζί που πουλάει, δεν το κλείνεις για ν’ ανοίξεις κάτι άλλο». Δυστυχώς, η ελληνική τηλεόραση κινείται περισσότερο με αυτή την οπτική.

Ήταν πολύ μεγάλο κέρδος για μένα το ότι κάποιος σκέφτηκε «ας δούμε τον Μελέτη σε κάτι εντελώς διαφορετικό», με το όποιο ρίσκο εμπεριέχει αυτό. Γιατί, αν δεν έβγαινε, ως ένας εκ των βασικών πρωταγωνιστών θα μπορούσα να πάρω μια ολόκληρη σειρά στον λαιμό μου… Οφείλω, λοιπόν, ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στον Alpha που με εμπιστεύτηκε για έναν τέτοιο ρόλο. Και τώρα οφείλω ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στον ΑΝΤ1, που επίσης μου έδωσε κάτι πολύ διαφορετικό από όσα έχω κάνει μέχρι σήμερα.

Πάντως, τον Γιώργο Παπαγεωργίου δεν τον γλυτώνεις από αντίπαλο ό,τι και να κάνεις… (γέλια)

Όχι! Τώρα τον έχω και μες στο σπίτι μου! (γέλια)

Είναι φοβερός ο Γιώργος, είναι εξαιρετικός…

Φέτος βλέπω και μια αντικειμενική δυσκολία στον ρόλο σου: Σε πολλά σημεία έχετε διαλόγους στα Ιταλικά. Και όχι μόνο με τη γυναίκα σου, αλλά και με τους Εσπόζιτο. Εσείς, βέβαια, τα μιλάτε τόσο χαλαρά, λες και τα ξέρατε από πάντα… (γέλια)

Όντως, είναι λίγο δύσκολη αυτή η συνθήκη. Είχα ξεκινήσει μαθήματα Ιταλικών για ένα ρόλο παλαιότερα, οπότε ήμουν κάπως εξοικειωμένος – όχι βέβαια στο να μιλάω, περισσότερο στο να έχω το άκουσμα της προφοράς.

Ευτυχώς, έχουμε μεγάλη βοήθεια από μια δασκάλα Ιταλικών που μας στέλνει τα κείμενα και με προφορά, για να μαθαίνουμε πώς πρέπει να τα λέμε. Γενικά, όμως, το να παίζεις σε μια ξένη γλώσσα είναι μεγάλο «μανίκι». Η οποία υποτίθεται ότι είναι και η μητρική σου!

Από τη μία, χαίρομαι όταν έχουμε σκηνές με Ιταλικά – εμείς στη δουλειά μας τις θέλουμε τέτοιες «τρικλοποδιές». Από την άλλη, όταν έχω τέτοιες σκηνές στο γύρισμα, αντί να διαβάσω μία ώρα, θα διαβάσω τρεις. Είναι μεγάλη η διαφορά…

Άλλες πρακτικές δυσκολίες; Δεν τη λες και εύκολη στα γυρίσματά της τη «Μάγισσα»…

Τα ρούχα εποχής είναι μια έξτρα δυσκολία, ειδικά όταν έχει ζέστη.

Επίσης, πολύ δύσκολο είναι όταν έχεις να κάνεις με σκηνές που περιλαμβάνουν άλογα, άμαξες… Εγώ πέρυσι είχα κάνει μαθήματα ιππασίας, οπότε δεν δυσκολεύτηκα τόσο. Όταν, όμως, έχεις να κάνεις με σπαθιά, χωριά και δολοφονίες, αυτά απαιτούν άλλους χρόνους και άλλες ικανότητες, σε σχέση με το να παίζεις σε ένα πλατό. Εδώ υπάρχουν πολλοί αστάθμητοι παράγοντες, οι οποίοι μπορεί ανά πάσα στιγμή «να σε πετάξουν» τελείως έξω – από χρόνους, από διάθεση…

Ως ηθοποιός, προφανώς και έχεις δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του Τζουζέπε προκειμένου να τον υποδυθείς. Ως Μελέτης, όμως, δικαιολογείς αυτή την σκληρότητά του;

Θα σου πω… Σήμερα οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές. Όταν, όμως, είσαι στο 1710 και καλείσαι να διοικήσεις έναν τόπο, πρέπει να επιβληθείς με οποιονδήποτε τρόπο μπορείς. Πρέπει να είσαι και σκληρός, πρέπει να είσαι και καχύποπτος, αλλά και δίκαιος όπου χρειάζεται.

Σκέψου ότι τότε υπήρχαν πολλά μέτωπα ανοιχτά: δεν ήταν μόνο οι Ενετοί στην Ελλάδα, ήταν παράλληλα και οι Οθωμανοί. Υπήρχε πάντα ο κίνδυνος, αν δεν ήσουν καλά οχυρωμένος, μια νύχτα να μπουν μέσα οι Τούρκοι και να τα διαλύσουν όλα! Η σκληρότητα του Τζουζέπε, λοιπόν, για μένα είναι κάπως δικαιολογημένη. Θέλει να κρατήσει τα μπόσικα για να μη χάσει τον έλεγχο. Βέβαια, το θέμα είναι πότε αρχίζει να ξεπερνάει τα όρια.

Όσο ταλέντο κι αν έχει ένας ηθοποιός, καµία παραγωγή δεν θα του εµπιστευθεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο αν δεν είναι παράλληλα συνεπής και αξιόπιστος

Κλισέ η ερώτηση, αλλά θα την κάνω. Υπάρχουν στιγμές που, μελετώντας τον ρόλο, λες «Ναι, εδώ βλέπω λίγο και τον Μελέτη»…;

Υπάρχουν πολλά σημεία, στα οποία βλέπω τον Μελέτη. Ειδικά στη σχέση με τη γυναίκα του, στην οποία νιώθει και λίγο υπόλογος επειδή εξαιτίας του δυσκολεύει η καθημερινότητά της. Εκείνος είναι που πήρε μετάθεση, οπότε η γυναίκα του αναγκαστικά τον ακολουθεί. Πριν ζούσε σε μία πολύ καλύτερη συνθήκη, ήταν στα πούπουλα, και ξαφνικά βρέθηκε στην κόλαση – τουλάχιστον έτσι νομίζει.

Εκεί, λοιπόν, τον κατανοώ και τον «φέρνω» λίγο σε μένα, από την άποψη ότι προσπαθώ για το καλύτερο του περιβάλλοντός μου, αλλά οι εξωτερικοί παράγοντες δεν μου επιτρέπουν να κάνω και πολλά. Διότι κι εγώ, ως Μελέτης, θέλω τα παιδιά μου να μεγαλώσουν σε ένα ιδανικό περιβάλλον, αλλά για ποιο ιδανικό περιβάλλον μιλάμε, όταν μαθητές πλακώνουν στο ξύλο μια δεκατετράχρονη; Πόσο ήσυχος μπορείς να είσαι, όταν ξέρεις ότι το παιδί σου βγαίνει για βόλτα μόνο του; Αλλά και τι να κάνω; Να στέκομαι μπάστακας στο διπλανό καφέ με εφημερίδα και καπαρντίνα;

Στη φετινή σεζόν, όπως και πέρυσι, υπάρχει μια πληθώρα τηλεοπτικών σειρών – όλες πολλά υποσχόμενες, όλες θελκτικές για τον τηλεθεατή. Τι να πρωτοδεί, όμως, κι αυτός…

Εγώ βλέπω το θετικό του πράγματος. Πριν από κάποια χρόνια, το μόνο που βλέπαμε στην ελληνική τηλεόραση ήταν ξένες, τούρκικες σειρές και ριάλιτι. Ξαφνικά έχουμε μια έκρηξη μυθοπλασίας που ναι μεν ο θεατής δεν ξέρει τι να πρωτοδεί, αλλά παράλληλα δεκαπλάσιοι ηθοποιοί έχουν δουλειά.

Πιστεύω ότι κάθε σειρά θα αποκτήσει το κοινό που της αναλογεί. Σαφώς κάποιες θα πάνε καλύτερα και άλλες λιγότερο καλά, αλλά είναι ωραίο να υπάρχουν τόσες δουλειές – και ωραίες δουλειές! Έχει ανεβεί πολύ το επίπεδο.

Ποιο είναι, για σένα, το πιο δυνατό χαρτί της «Μάγισσας» φέτος;

Δεν θα σου πω τα τετριμμένα περί σκηνοθεσίας και κάστινγκ, για τα οποία δεν υπάρχει συζήτηση…

Θεωρώ ότι έχει ένα σενάριο που, άμα το ξεκινήσεις, δεν μπορείς να ξεκολλήσεις. Συνεχώς σου έρχονται πράγματα από εκεί που δεν τα περιμένεις. Κολλάς κανονικά! Παίρνω το σενάριο και είναι σαν να διαβάζω αστυνομικό μυθιστόρημα σε τεύχη. Περιμένω πώς και πώς να βγει το επόμενο για να το διαβάσω! Αυτό νομίζω ότι είναι πολύ μεγάλο ατού, γιατί κρατάει και τον τηλεθεατή σε μια εγρήγορση.

Κι είναι και ένα άλλο ατού: Πρόκειται για μια εποχή που δεν την έχουμε ξαναδεί, η οποία έχει μεγάλο ενδιαφέρον σκηνογραφικά και ενδυματολογικά, ακόμη και γλωσσικά, με τους διαλόγους στα Ιταλικά. Είναι κάτι εντελώς καινούργιο!

Πέρα από την τηλεόραση, τι άλλο προβλέπεται γι’ αυτή τη σεζόν; Θέατρο έχει το πρόγραμμα;

Ναι, έχει και θέατρο. Το έργο λέγεται «Λαπωνία». Είμαστε δύο ζευγάρια – τα αγόρια ο Σπύρος Τσεκούρας κι εγώ, και τα κορίτσια η Βάσω Λασκαράκη με τη Βίβιαν Κοντομάρη, που ήμασταν μαζί στο «Σόι». Η πρεμιέρα μας είναι στις 20 Δεκεμβρίου στο Θέατρο «Κολοσσαίον», στη Θεσσαλονίκη, και θα παίζουμε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή.

 

 

 

 

Ο Μελέτης Ηλίας στο Instagram

 

Η «Μάγισσα – Φλεγόμενη Καρδιά» στο Instagram

Plan Be Mag
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.