Πυγμαλίων Δαδακαρίδης | Συνέντευξη - planbemag.gr
Plan Be Mag
Πυγμαλίων Δαδακαρίδης
Συνεντεύξεις

Πυγμαλίων Δαδακαρίδης: «Είμαι τυχερός γιατί κάνω αυτό που αγαπάω»

Μπορεί ένα όνομα να καθορίσει έναν άνθρωπο; Ας ξεκινήσουμε από αυτό: «Πυγμαλίων». Ένας γλύπτης, κατά τον Οβίδιο, βασιλιάς της Κύπρου, ο οποίος έπλασε στο μάρμαρο μια πανέμορφη γυναίκα, το τέλειο έργο Τέχνης – τόσο τέλειο, που ο ίδιος το αγάπησε με πάθος. Έτσι, ζήτησε από τη θεά Αφροδίτη να της δώσει ζωή, κι εκείνος αφοσιώθηκε για πάντα στο ζωντανό, πλέον, αψεγάδιαστο «έργο Τέχνης» του. Ναι, ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα είδος «γλύπτη». Ο ίδιος πλάθει τους χαρακτήρες του, τόσους πολλούς και τόσο διαφορετικούς όλα αυτά τα χρόνια, με ένα τρόπο τόσο λεπτομερή και τόσο «μελετημένο», δίνοντάς τους ζωή και πείθοντάς μας ότι είναι, όντως, αληθινοί. Αυτό ποτέ δεν γίνεται τυχαία· το καταφέρνει μόνο η ειλικρινής αφοσίωση στην Τέχνη σου. Κι αυτή η ειλικρινής αφοσίωση είναι που κάνει τον Πυγμαλίωνα τόσο ξεχωριστό. Όσο και το όνομά του.

Μαρία ΛυσάνδρουΜαρία Λυσάνδρου

Μπορεί ένα όνομα να καθορίσει έναν άνθρωπο; Ας ξεκινήσουμε από αυτό: «Πυγμαλίων». Ένας γλύπτης, κατά τον Οβίδιο, βασιλιάς της Κύπρου, ο οποίος έπλασε στο μάρμαρο μια πανέμορφη γυναίκα, το τέλειο έργο Τέχνης – τόσο τέλειο, που ο ίδιος το αγάπησε με πάθος. Έτσι, ζήτησε από τη θεά Αφροδίτη να της δώσει ζωή, κι εκείνος αφοσιώθηκε για πάντα στο ζωντανό, πλέον, αψεγάδιαστο «έργο Τέχνης» του. Ναι, ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα είδος «γλύπτη». Ο ίδιος πλάθει τους χαρακτήρες του, τόσους πολλούς και τόσο διαφορετικούς όλα αυτά τα χρόνια, με ένα τρόπο τόσο λεπτομερή και τόσο «μελετημένο», δίνοντάς τους ζωή και πείθοντάς μας ότι είναι, όντως, αληθινοί. Αυτό ποτέ δεν γίνεται τυχαία· το καταφέρνει μόνο η ειλικρινής αφοσίωση στην Τέχνη σου. Κι αυτή η ειλικρινής αφοσίωση είναι που κάνει τον Πυγμαλίωνα τόσο ξεχωριστό. Όσο και το όνομά του.

Σε μια κοινή σας συνέντευξη με τον Σωτήρη Τσαφούλια, με τον οποίο συν-σκηνοθετείτε τις «Αινιγματικές Παραλλαγές» στο Θέατρο Βεάκη, εκείνος είχε πει ότι, όταν έρχεται να σου προτείνει κάτι, πάντα τον ρωτάς «εσύ γιατί θες να πεις αυτή την ιστορία;»…

Το κάνω με όλα τα πράγματα αυτό. Όταν το «γιατί» είναι ξεκάθαρο, είναι και ο στόχος πιο ξεκάθαρος. Οπότε, είτε πετύχεις τελικά είτε όχι, τουλάχιστον έχεις προσπαθήσεις για κάτι με το οποίο δεν κοροϊδεύεις ούτε τους άλλους, ούτε τον εαυτό σου.

To «γιατί;» είναι μια παιδική ερώτηση, τα παιδιά πάντα κάνουν τέτοιες ερωτήσεις… «Γιατί είναι έτσι ο ουρανός;». Κι ο γονιός πρέπει να σκεφτεί μια ιστορία για ν’ απαντήσει. Κι εμείς, λοιπόν, αφού είμαστε «γονείς» μιας ιστορίας, καλούμαστε να ερμηνεύσουμε δικά μας «θέλω». Με τις δικές μας ιστορίες, «μιλάμε» σε έναν κόσμο που έρχεται απρόσωπα – δεν ξέρουμε ούτε τι ηλικία έχει, ούτε τι παιδεία έχει, από πού είναι… Οπότε, όταν το συναίσθημά σου είναι ξεκάθαρο, τότε και η πρόθεσή σου στην ιστορία που καλείσαι να πεις, είναι ειλικρινής.

Αν σου έκανα, λοιπόν, εγώ αυτή την ερώτηση: «Γιατί οι “Αινιγματικές Παραλλαγές” στο θέατρο φέτος; Τι θες εσύ να πεις μ’ αυτή την ιστορία;»

Με τις «Αινιγματικές Παραλλαγές» έχω μία περίεργη σχέση. Το έργο με «συνάντησε» πριν 12 χρόνια, μου το πρότεινε μία πολύ καλή μου φίλη, λέγοντάς μου «Αυτό πρέπει να το παίξεις κάποια στιγμή…». Το πήρα, το διάβασα το βράδυ και ξετρελάθηκα.

Μου ήταν εξαρχής ξεκάθαρο ότι ήθελα να πω την ιστορία για το πώς, τελικά, αγαπάμε οι άνθρωποι και για ποιον λόγο. Και για το πόσο εύκολα είναι τα πράγματα, καμιά φορά, και πόσο δύσκολα τα έχουμε κάνει. Απλά έπρεπε να «γεράσω» για να το κάνω αυτό (αστειευόμενος πάντα…).

Γιατί, όμως, να πρέπει να «γεράσεις»; Εφόσον υποδύεσαι τον Έρικ στην παράσταση, ο οποίος μάλλον είναι μικρότερος…

Διότι εμπειρικά, στη ζωή, όσο μεγαλώνεις, το κομμάτι των συναισθημάτων αποκτά και μεγαλύτερη ουσία. Αλλιώς λες «σ’ αγαπώ» στα 20, αλλιώς στα 60. Αντιλαμβάνεσαι καλύτερα την απώλεια, την επικοινωνία, τη μη επικοινωνία, τον εγωισμό… Αντιλαμβάνεσαι τα λάθη σου λίγο καλύτερα, αντιλαμβάνεσαι και κάποια καλά σου στοιχεία.

Πρόπερσι, λοιπόν, που ανεβάσαμε την παράσταση στο «Μιχάλης Κακογιάννης», ήμασταν πολύ σίγουροι και έτοιμοι. Είχαμε παίξει μόνο 65 παραστάσεις, οι οποίες ήταν συνεχώς sold out (όπως και τώρα…). Επειδή δεν πρόλαβε πολύς κόσμος να δει το έργο, είχαμε δώσει έναν «όρκο», ο κ. Μπέζος κι εγώ, ότι αυτή την παράσταση θα την ξανακάνουμε. Φέτος, λοιπόν, είναι η συνέχεια.

Και τι δίδυμο οι δυο σας, όμως…

Είναι μία πολύ σημαντική δική μου στιγμή η συνεύρεση με τον κ. Μπέζο. Τον θεωρώ, εκτός από υπέροχο ηθοποιό, και ένα φανταστικό άνθρωπο, ο οποίος είναι πάντα εδώ για όλους μας. Είναι ευχής έργον να δουλεύεις με ανθρώπους σαν τον Γιάννη.

Μα θα ήσουν κουτός αν είχες δίπλα τον Γιάννη Μπέζο, ο οποίος έχει παίξει 50 χρόνια θέατρο, και δεν άκουγες την άποψή του. Όσο και να λέμε ότι «φτιάχνουμε τα πράγματα», η αλήθεια είναι ότι τα πάντα γίνονται μέσω της σύμπραξης των ανθρώπων. Δεν φτιάχνει ποτέ ένας τα πράγματα, η ομάδα τα φτιάχνει! Δεν γίνεται, λοιπόν, να μη βάλουμε και τον Γιάννη Μπέζο στην εξίσωση – σ’ όποιον τίτλο θέλετε!

Πυγμαλίων Δαδακαρίδης

Κατά τη διάρκεια της παράστασης, προκύπτουν πολλές ανατροπές, στις οποίες το κοινό αντιδρά έντονα – τους ακούς, δηλαδή, κανονικά. Αυτό πώς λειτουργεί πάνω σου; Σε βοηθάει, σε αποσυντονίζει…;

Αυτή η σχέση μεταξύ ηθοποιού και θεατή είναι σημαντικό να δημιουργείται. Επί της ουσίας, είμαστε όλοι μαζί, στον ίδιο χώρο, και προσπαθούμε να βρούμε ένα τρόπο να επικοινωνήσουμε. Αυτό είναι το σημαντικό: να είμαστε κοινωνοί μιας ιστορίας, στην οποία θα συν-ταξιδέψουμε και ίσως μετά και να την ξεχάσουμε. Έχει να κάνει σχεδόν με την ίδια ηρεμία που ένας παππούς ή μια γιαγιά διηγείται μια ιστορία, και το μονάκριβο, υπέροχο εγγόνι του την εμπιστεύεται τόσο, που αποκοιμάται στον ώμο του ή δημιουργεί ένα φανταστικό κόσμο στο μυαλό του… Αυτή η σχέση είναι πολύ λυτρωτική όταν συμβαίνει και στο θέατρο.

Ποιο είναι, λοιπόν, για σένα, το κυριότερο θέμα που αγγίζει αυτή η παράσταση;

Τον τρόπο επικοινωνίας των ανθρώπων. Το πόσο οι άνθρωποι, μέσα στον χρόνο, βάζουν τον εαυτό τους σε τρίτη – τέταρτη μοίρα ή, αντίθετα, τον τοποθετούν πάντα στην πρώτη γραμμή και χάνουν την ευκαιρία να τον δουν μέσα από άλλες «διαδρομές» και συμπεριφορές.

Αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η αγάπη σε τσαλακώνει, αν είσαι πολύ ευαίσθητος, με αποτέλεσμα να σου είναι μετά πολύ δύσκολο να το ξανα-τολμήσεις. Και τον τρόπο με τον οποίο η αγάπη μπορεί έρθει σαν άνοιξη μέσα σε ένα ξεραμένο, χειμωνιάτικο τοπίο και να το γεμίσει χρώματα, βρίσκοντας ένα πομπό και ένα δέκτη –  κι έτσι, να λειτουργήσει συμπαντικά…

Ας μιλήσουμε για τις «Ψυχοκόρες», στο ΑΝΤ1+. Ο δικός σου χαρακτήρας, ο Κοσμάς Κοτρώτσης, είναι ένας άνθρωπος πολύ σκληρός, χειριστικός… Όλο αυτό το διάστημα που τον υποδύεσαι, έχεις καταφέρει κάπου μέσα σου να τον δικαιολογήσεις;

Πάντα αθωώνεις ένα χαρακτήρα μέσα σου. Και τον μεγαλύτερο δολοφόνο να πρέπει να υποδυθώ, θα πρέπει να τον «αθωώσω» μέσα μου για να μπορέσω να τον υποστηρίξω. Διαφορετικά, παίζεις έναν άνθρωπο χωρίς συναισθήματα; Έναν άνθρωπο που είναι απλά σκληρός;

Οι πολύ σκληροί άνθρωποι κρύβουν μέσα τους τις μεγαλύτερες ευαισθησίες – για μένα, τουλάχιστον. Πάντα με την προϋπόθεση ότι έχουν σώας τα φρένας…

Η ιστορία ξεκινάει περισσότερο με τη γιαγιά μου, η οποία είχε πάντα γύρω της ανθρώπους πολύ καλούς και πολύ ιδιαίτερους, από όλα τα μήκη και πλάτη της κοινωνίας. Κι επειδή είχε περάσει και πολύ δύσκολα μικρή, βοηθούσε και πολύ τους συνανθρώπους της, σε όλα τα επίπεδα.

Θυμάμαι, λοιπόν, πολλές ιστορίες για κορίτσια, ακόμα και για αγόρια, που έμεναν στα σπίτια των ανθρώπων – κάποιοι σπουδάσανε, κάποιοι έκαναν οικογένειες κι έγιναν πολύ άξιοι άνθρωποι, κάποιοι άλλοι όμως πέρασαν πάρα πολύ δύσκολα… Θυμάμαι όλη αυτή την ιστορία του ξεριζωμού ενός ανθρώπου από τον τόπο του, που πηγαίνει να ζήσει σε ένα εντελώς καινούργιο περιβάλλον, με καινούργιους ανθρώπους και, αν είναι τυχερός, να πέσει σε καλά χέρια και να μπορέσει να γίνει ένα νέο, λειτουργικό μέλος της κοινωνίας.

Για µένα ήταν ένα τεράστιο «συν» το ότι κάποιος µε σκέφτηκε για να κάνω κάτι τόσο σκοτεινό, όπως ο Κοσµάς Κοτρώτσης.

Άρα, οι «Ψυχοκόρες» δεν ήταν εντελώς καινούργιο «θέμα» για σένα.

Εγώ τις αγαπάω τις «ψυχοκόρες», αυτά τα τέσσερα κορίτσια, διότι καταλαβαίνω, μέχρι ενός σημείου βέβαια, αυτό το ξερίζωμα.

Από την άλλη, όταν μου προτάθηκε ο συγκεκριμένος χαρακτήρας, εγώ βρισκόμουν ακριβώς στο σημείο εκείνο που ήθελα να κάνω κάτι διαφορετικό από ό,τι είχα κάνει μέχρι τώρα. Κάτι πολύ αλλιώτικο και ως συμπεριφορά, και ως τρόπο. Για μένα ήταν ένα τεράστιο «συν» το ότι κάποιος με σκέφτηκε για να κάνω κάτι τόσο σκοτεινό – το οποίο γίνεται και πολύ χειρότερο μετά (χωρίς να θέλω τώρα να κάνω spoiler…).

M’ αρέσει, όταν μπαίνω σε ένα καινούργιο σύμπαν, να «ασπάζομαι» τα διάφορα κομμάτια του χαρακτήρα και να τα καταλαβαίνω. Ο Σάκης ο Μπουλάς έλεγε ότι, όταν ένας άνθρωπος είναι θυμωμένος και φωνάζει, είναι επειδή έχει κουραστεί να παλεύει μόνος του. Μη βιαστείς να τον κακοχαρακτηρίσεις… είναι μόνος και ζητάει κάπου ν’ ακουμπήσει. Νομίζω, λοιπόν, ότι ο Κοσμάς είναι ένας τέτοιος χαρακτήρας.

Θα μάθουμε στην πορεία κάτι που ίσως βοηθήσει κι εμάς, τους θεατές, να τον δικαιολογήσουμε – έστω, εν μέρει;

Κάποια στιγμή, κάτι θα μάθεις και ίσως δικαιολογήσεις κάποια πράγματα. Για μένα είναι αδικαιολόγητες κάποιες συμπεριφορές του, αλλά και δικαιολογημένες απ’ την άλλη. Και την πιο ήσυχη γάτα, αν τη βάλεις σε ένα χώρο που θα αισθανθεί «κλειδωμένη», θα αφηνιάσει!

Ο Κοσμάς πού είναι κλειδωμένος; Στον γάμο του…;

Σε όλα, στη ζωή του την ίδια! Λέμε ότι εμείς επιλέγουμε τη ζωή μας αλλά, καμιά φορά, η ζωή μάς τα φέρνει έτσι. Μπορεί η ευκαιρία σου να έχει προσπεραστεί και να μην ήθελες να ζεις στην Αθήνα και να κάνεις τώρα αυτή τη συνέντευξη μαζί μου, αλλά να ήσουν στην Κύπρο, σε μια παραλία… τελοσπάντων, να είχες έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο ζωής.

Γι’ αυτό κι εγώ θεωρώ σημαντικό οι άνθρωποι να ζουν κάνοντας αυτό που θέλουν πραγματικά κι αγαπούν. Είναι σημαντικό να μπορείς να αγαπάς με αυτό τον τρόπο τα πράγματα – να, πάλι η αγάπη στην κουβέντα μας… Αλλιώς, μπορεί να κάνεις μια τρομερή ζωή, με μεγάλη επιτυχία και όλα τα καλά του κόσμου, και να είσαι ένας βαριά δυστυχισμένος άνθρωπος… Αυτό είναι και ο Κοσμάς.

Ποιο το νόημα, λοιπόν, ένας άνθρωπος που είναι επιτυχημένος μεγαλοβιομήχανος, πλούσιος, να ζει μια ζωή μέσα στην οποία είναι προφανώς δυστυχισμένος, και να μην κάνει τίποτα για να την αλλάξει;

Είναι αυτοδημιούργητος ο Κοσμάς, δεν τα βρήκε από πουθενά τα λεφτά. Σκέψου, επίσης, σε ποια εποχή ζει – ουσιαστικά λίγο πριν και λίγο μετά τον Β’ Παγκόσμιο. Δεν ζει σε μια λαμπρή εποχή στη Νέα Υόρκη με το χρηματιστήριο, ούτε στην Αθήνα του ’80 ή του ’90. Ζει σε μια προβληματική περίοδο κατά την οποία προκύπτουν διάφορες καταστάσεις που ο ίδιος εκμεταλλεύεται ανάλογα, για να διατηρήσει τη θέση του. Έχει κουραστεί πολύ να φτιάξει αυτή τη ζωή και, όπως τυχαίνει σε πολλούς ανθρώπους, φτάνοντας στα 50 τους μπορεί να πουν «Δεν μ’ αρέσει αυτή η ζωή που έχω φτιάξει. Θα ήθελα να είμαι ξανά ερωτευμένος, να είμαι σε μια παραλία ξυπόλυτος και να ψαρεύω»…

Αλλά τότε, όπως και τώρα, υπάρχει αυτό το «τι θα πει ο κόσμος»! Κι εκείνη την εποχή, έχοντας το συγκεκριμένο στάτους, είναι σχεδόν πολιτική η θέση που έχει ο Κοσμάς. Πίσω από όλα όσα κάνει, υπάρχει αυτό το «τι θα πουν για μας, πώς θα προστατεύσω εμάς». Αυτή η νοοτροπία που υπάρχει εκατοντάδες χρόνια σ’ αυτή τη χώρα.

Διάβασα κι ένα πολύ πετυχημένο σ’ έναν τοίχο στα Εξάρχεια: «Και, τελικά, τι είπε ο κόσμος;»

Είναι κι αυτή η ψευδαίσθηση ότι η ζωή μας αφορά τους άλλους. Και σήμερα, επί της ουσίας, τι κάνουμε; Μιλάμε για τις ζωές των άλλων ανθρώπων!

Εμένα μ’ ενδιαφέρουν μόνο οι ζωές των ανθρώπων που αγαπάω. Δεν θα ζήσω το «λίγο» ή το «πολύ» μου μέσα από το αν ο άλλος περνάει καλά ή όχι. Δεν το έκανα ποτέ ως παιδί, και δεν σκοπεύω να το κάνω και ως μεγάλος.

Αν κάποιους τους αφορά, ok. Δεν πρόκειται να καθίσω να το κρίνω. Εμένα, προσωπικά, δεν μ’ ενδιαφέρει. Τον Κοσμά Κοτρώτση, όμως, τον ενδιαφέρει!

Μήπως, τελικά, αυτό το «τι θα πει ο κόσμος» λειτουργεί και λίγο σαν άλλοθι, για να μην τολμήσει κανείς μια αλλαγή που μπορεί να είναι δύσκολη;

Τα μεγαλύτερα εγκλήματα έχουν συμβεί εξαιτίας αυτού τού «τι θα πει ο κόσμος». Και, τελικά, ή χωρίζουν οι άνθρωποι, ή απασφαλίζουν και γίνονται εγκλήματα που τ’ ακούς και δεν τα πιστεύεις. Και λες «Μα πώς η Μαρία έκανε αυτό το πράγμα;». Δεν σκέφτεται κανείς ότι 40 χρόνια δεν στήριξε κανείς τη Μαρία, αλλά μόνο την πίεζαν εξωθώντας την στα άκρα – την κάθε Μαρία, τον κάθε Κώστα και την κάθε Τούλα… Και πάλι μιλάω για ανθρώπους που έχουν σώας τα φρένας.

Μπορεί να ήθελε να ζήσει κάτι άλλο – και ΔΕΝ την αφήνουμε. Γιατί εμείς τα ξέρουμε ΟΛΑ: «Θα σου πω εγώ πώς θα μαγειρέψεις!». Άσ’ την εκεί να κάψει πέντε φορές τις πατάτες· στην έκτη θα τα καταφέρει!

Αν δεν υπήρχαν όλοι αυτοί οι σπουδαίοι δάσκαλοι, εμείς τι θα κάναμε; Για κάποιον λόγο μεταφέρεται εκεί που πηγαίνει η Γνώση. Εμείς είμαστε που πιστεύουμε ότι είμαστε πιο έξυπνοι και πρέπει να λέμε και στους άλλους τι να κάνουν. Κι όμως, ίσως εμείς να μην τα έχουμε μάθει καλά, κι ο άλλος, που θα «διαβάσει» τα πράγματα με έναν άλλο τρόπο, να καταφέρει κάτι πολύ σπουδαιότερο από εμάς. Κι εκεί αρχίζεις να λες «φταίει η κοινωνία, ο κόσμος, η τύχη μου…», και δεν σκέφτεσαι ποτέ να πεις «Ο εαυτός μου φταίει, που δεν έκανα κάτι για να εξελιχθώ, να προχωρήσω, να κάνω κάτι που αγαπάω». Και τα ρίχνω στη μάνα μου, στον πατέρα μου, στους φίλους μου, στις σχέσεις μου, στην πρώην γυναίκα μου, στα παιδιά μου – «εγώ δεν ήθελα ποτέ παιδιά!». Ακούω κάτι κουλά, δηλαδή…

Μα γι’ αυτό λέω ότι ίσως «ο κόσμος» είναι εύκολο άλλοθι.

Και, τελικά, τι είπε ο κόσμος; Ήταν ωραία τα κόλυβα που φάγαμε; Μια χαρά! Πάμε παρακάτω – next!

Ε, εγώ αρνούμαι να ζήσω μια ζωή έτσι.

Τι άλλο να ρωτήσω κι εγώ, και να μην κάνω spoiler… (γέλια)

Α, δεν ξέρω… εγώ μόνο για τον Κοσμά μπορώ να σου πω! (γέλια)

Αφού έχεις τόσες ερωτήσεις, αυτό σημαίνει ότι η Πένυ Φυλακτάκη και ο Βαγγέλης Νάσης στο σενάριο, και ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης στη σκηνοθεσία, έχουν κάνει σπουδαία δουλειά! Πρέπει, λοιπόν, να πούμε και σ’ αυτούς ένα «μπράβο»! Είναι αυτό που λέγαμε πριν: η ομάδα κάνει τη διαφορά, όχι μόνο ένας.

Πρέπει να σου πω, πάντως, ότι ενώ σε ό,τι άλλο σε έχω δει μού είσαι πάντα συμπαθής, σ’ αυτό εδώ, ρε παιδί μου… είσαι τόσο αντιπαθητικός… (γέλια)

Χαίρομαι που συμπαθείς τόσο την αντιπάθειά του! (γέλια)

Ο Κοσμάς είναι αναγκαίος. Πάντα χρειάζεσαι ένα δράκο στα παραμύθια…

Τα µεγαλύτερα εγκλήµατα έχουν συµβεί εξαιτίας αυτού τού «τι θα πει ο κόσµος»…

Διάβασα ότι γράφεις. Τι είναι αυτό που μπορεί να σε κάνει να κάτσεις να γράψεις;

Τι μπορεί να με κάνει να γράψω… Ένας χωρισμός, ένα ηλιοβασίλεμα, μια ωραία συζήτηση, μια ωραία παράσταση που είδα… Μπορεί κάτι να μου ξυπνήσει ένα συναίσθημα – ένα ωραίο τραγούδι, ας πούμε. Η μουσική, πολλή μουσική…

Φαντάζομαι ότι, στα επόμενα δύο χρόνια, θα προσπαθήσω να δείξω τι έχω γράψει.

Άρα, γράφεις έργα;

Γράφω τώρα την ιστορία μιας σειράς που έχω στο μυαλό μου. Έργο θεατρικό δεν έχω υλοποιήσει ακόμα. Αλλά όταν αισθανθώ έτοιμος να το κάνω, θα το κάνω.

Υποψιάζομαι ότι αυτό που γράφεις είναι δραματικό – αλλά μπορεί να κάνω και λάθος…

Κάπου διάβασα προχθές κάτι που είπε ο Τσάρλι Τσάπλιν: «Η ζωή είναι τραγωδία σε κοντινό πλάνο, αλλά κωμωδία σε μακρινό πλάνο». Θα συμφωνήσω κι εγώ μαζί του· είναι η οπτική από την οποία βλέπει κανείς τα πράγματα που κάνει τη διαφορά.

Μπορεί, μέσα από ένα δράμα, να δεις έναν άνθρωπο να πέφτει και να βάλεις τα γέλια. Κι αμέσως να συνειδητοποιήσεις ότι ο άνθρωπος αυτός είναι ο πατέρας σου και να σου κοπεί η ανάσα. Αν, τώρα, έχεις την ικανότητα να γελάσεις και να κλάψεις ταυτόχρονα, τότε βλέπεις συμπαντικά τα πράγματα. Αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχουν άνθρωποι που λειτουργούν έτσι.

Κι αν σε ρωτούσα εσύ πώς βλέπεις τα πράγματα; Ποια είναι η δική σου οπτική;

Είμαι τυχερός, γιατί κάνω αυτό που αγαπάω. Ονειρεύομαι, ζω και εκπαιδεύομαι μέσα από αυτό που αγαπάω – με καλούς και με κακούς τρόπους. Ευτυχώς, περνάνε οι μέρες και ζούμε. Γιατί κάποιοι άλλοι δεν έχουν αυτή την πολυτέλεια. Οπότε, ας ευλογήσω τον Θεό ή ό,τι κι αν πιστεύει ο καθένας, που κατάφερα να είμαι εδώ, παρών, άλλες 24 ώρες. Ε, ας τις ζήσω όσο καλύτερα μπορώ…

Ενώ είναι μία αισιόδοξη οπτική αυτή, γιατί αισθάνομαι ότι κατέληξες εκεί έχοντας περάσει πρώτα από την απέναντι όχθη, τη δύσκολη κι απαισιόδοξη…;

Γι’ αυτό θα κλείσω με μια αγαπημένη μου ατάκα του Γούντι Άλεν. Του λέει ένας φίλος του: «Τα έμαθες; Πέθανε η τάδε!». Και λέει αυτός: «Αλήθεια; Πωπω… έτσι όπως πάμε, δεν θα μείνει κανείς!» (γέλια)

Ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης στο Instagram