Φάνης Μουρατίδης
“Οι ιδέες μου είναι για μένα οι ερωμένες μου, εκεί “ξελογιάζομαι” πια…”

Είχαμε στη διάθεσή μας μόνο μια ώρα. “Θα προλάβουμε, ε;”, τον ρώτησα. “Μην ανησυχείς. Μου έχω εμπιστοσύνη!”, απάντησε γελώντας. Τελικά αυτή, η τελευταία, είναι φράση-κλειδί για τον Φάνη Μουρατίδη. Ακούγοντάς τον να μιλάει, συνειδητοποιείς ότι είναι ένας άνθρωπος που ξέρει ακριβώς τι λέει (ή δεν λέει), γιατί το λέει και πώς το λέει. Στη μαγειρική μόνο τα χαλάμε λίγο στο κομμάτι “αυτοπεποίθηση”, αλλά γνωρίζοντάς τον, το προσπερνάς αυτό αμέσως. Κι ας ξέρει να φτιάχνει μόνο –συγκλονιστικό– τοστ…

Συνέντευξη στη Μαρία Λυσάνδρου

Στο “Πέτα τη Φριτέζα”, στον ΑΝΤ1, ένας από τους βασικούς πυλώνες της ιστορίας είναι και η σχέση πατέρα-γιου. Εσείς έχετε δύο γιους. Παρόλο που στη σειρά οι καταστάσεις είναι αρκετά ακραίες, έχετε μπει ποτέ σε διαδικασία να προβληματιστείτε για δικούς σας χειρισμούς, σε σχέση με τα παιδιά;
Ως προς τη σχέση πατέρα και γιου, η σειρά είναι πολύ “τραβηγμένη”, με την έννοια ότι κάποιος ανακαλύπτει μετά από πολλά χρόνια, όντας πετυχημένος, ότι ο πατέρας του ζει σε ένα χωριό. Και το κωμικό της υπόθεσης: ο ένας είναι διεθνής σεφ με αστέρια Michelin και ο άλλος είναι ταβερνιάρης. Πρόκειται για δύο αντιφατικούς κόσμους.
Σε ό,τι αφορά, τώρα, τα δικά μου τα παιδιά… όλο αυτό είναι πραγματικά πολύ μακριά από εμένα. Πάντως, το σίγουρο είναι ότι, αν κάναμε το ίδιο επάγγελμα και συναντιόμασταν, και έβλεπα ότι τα παιδιά μου είχαν πάει τη δουλειά ένα επίπεδο παραπάνω από αυτό που κάνω εγώ, θα ένιωθα κατ’ αρχάς έναν τεράστιο θαυμασμό. Και πίσω σε κάτι σελίδες, κάπου τσαλακωμένα, ίσως να υπήρχε και μια μικρή ζήλια που δεν θα είχα προλάβει να τα κάνω κι εγώ αυτά.
Πάντως, δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα από το να βλέπεις τα παιδιά σου, αυτά τα πλάσματα, να είναι προσωπικότητες, να έχουν πετύχει τα πράγματα που επιθυμούν και που ονειρεύονται…

Το θέμα είναι, παρακολουθώντας κανείς το παιδί του, πόσο μπορεί να κρατήσει ισορροπίες, να το αφήσει να κάνει τα λάθη του, να μην επέμβει στη ζωή του. Δεν ξέρω, βέβαια, αν κάτι τέτοιο μπορεί να απαντηθεί έτσι θεωρητικά…
Αυτή η ερώτηση είναι πάρα πολύ δύσκολη. Είναι το πιο δύσκολο πράγμα που έχει να κάνει ένας γονιός. Κι αυτό διότι χρειάζεται να είσαι εσύ τόσο καλά σε σχέση με τον εαυτό σου, που να μπορείς να διακρίνεις τα όρια και να μην κάνεις το λάθος.
Πάντα είσαι σε επιφυλακή να μη “λερώσεις” την προσωπικότητα που έρχεται, να μην “ψαλιδίσεις” φτερά χωρίς να το καταλάβεις. Γιατί αυτά γίνονται ερήμην, δεν γίνονται συνειδητά. Πολλές φορές, εμείς οι γονείς, μάλλον από την τάση μας να προστατεύσουμε το παιδί, χάνουμε το όριο και δεν καταλαβαίνουμε πότε το προστατεύουμε πραγματικά, και πότε όλοι αυτοί οι κίνδυνοι είναι στο κεφάλι μας. Μακάρι να είχα το βιβλίο “Ζωή: Οδηγίες χρήσεως”! Πόσω μάλλον το “Πατέρας”…
Νομίζω ότι όλοι κολυμπάμε σε αυτό το πέλαγος, και ο καθένας προσπαθεί να κάνει τις δικές του “χεριές” και να φτάσει στην ακτή. Ειδικά μια γενιά σαν τη δική μας, η οποία πέρασε από μια φάση ευμάρειας και μετά έφαγε ένα απότομο “σφαλιάρισμα”, ξαφνικά μπήκε στη διαδικασία να επαναπροσδιορίσει τη θέση της – πού το πάμε, ποιες είναι οι αξίες μας. Αυτά όλα έχουν και ένα αντίκρισμα στον οικογενειακό ιστό. Εκεί είναι πια θέμα διαίσθησης, εμπειρίας… “Πάστας”, ίσως;
Μια κρίση, ουσιαστικά, είναι ένα ωραίο “κοσκινάκι” που δοκίμασε σχέσεις, προοπτικές, δυνατότητες, το ποιος πραγματικά είσαι, πόσο σθένος έχεις, πόσο φοβάσαι, πόσο τολμάς, πόσο δεν σε καταβάλλει μια συνθήκη… Ήταν ένα καλό test-drive για όλους μας.

Πόσο κοντά είστε με τον Κίμωνα, τον χαρακτήρα που υποδύεστε στη σειρά; Γιατί ο συγκεκριμένος είναι πολύ ιδιαίτερος…
Εντάξει, δεν είμαι σε καμία περίπτωση μάγειρας, πόσω μάλλον αυτού του βεληνεκούς. Ο ήρωας που υποδύομαι είναι “διαστημικός”! 12 αστέρια Michelin! Στην Ελλάδα είναι μη αναγνωρίσιμος, δεν τον ξέρουμε αυτόν τον ήρωα. Κατά πάσα πιθανότητα, αυτό είναι και ένα πράγμα που με γοήτευσε στον χαρακτήρα, αυτό το άγνωστο. Δεν είναι Ελληνάρας, δεν είναι λαϊκός, αλλά έχει και λαϊκά στοιχεία, άγνωστα, από καταβολές του πραγματικού του πατέρα που δεν είχε γνωρίσει.
Το κοινό μας με τον Κίμωνα είναι στο εργασιακό κομμάτι. Είμαι κι εγώ το ίδιο εργασιομανής, μάλλον αγαπώ πάρα πολύ τη δουλειά μου – αυτό είναι το σωστό. Θέλω κάθε φορά να την κάνω όσο καλύτερα μπορώ, γιατί υπάρχει μια ευθύνη απέναντι σε αυτόν τον κόσμο. Μετά από τόσα χρόνια, μπορώ να πω ότι έχουμε αποκτήσει πια μια σχέση με το κοινό.
Σε αυτή την ευθύνη έρχομαι κάθε φορά κι εγώ, διότι οτιδήποτε κι αν κάνω, είτε είναι τηλεόραση, είτε ραδιόφωνο, είτε είναι θέατρο, είτε ταινία, είτε διαφημιστικό… πάντα έχω στο μυαλό μου ότι απευθύνεται σε κάποιον. Θέλω, αν μπορώ, να του φτιάξω τη μέρα. Αλλά ο σκοπός μου δεν είναι μόνο να τον διασκεδάσω. Σκοπός μου είναι να ψυχαγωγήσω, με την πραγματική έννοια της ψυχαγωγίας.

Μου είπατε τηλεόραση, θέατρο, ραδιόφωνο, μου είπατε ταινία… Ποιο από όλα αυτά θεωρείτε ότι σας εκφράζει καλύτερα;
“Μαμά” μου είναι το θέατρο. Είναι το “πατρικό” μου, το “σπίτι” που μεγάλωσα, το “σπίτι” όπου έχτισα όλα μου τα όνειρα. Από εκεί και πέρα… “ξελογιάστηκα”. Ή μάλλον “περιπλανήθηκα”. Μου αρέσει να περιπλανιέμαι, να δοκιμάζω τον εαυτό μου σε καινούργια πράγματα. Έχω πολύ μεγάλη περιέργεια…
Δουλειά μου είναι να λέω ιστορίες στον κόσμο. Υπάρχει ένα κείμενο, το οποίο έχει γράψει νομίζω ο Στρέλερ, που λέει: “Η δουλειά μου είναι να λέω ιστορίες στον κόσμο, και θα έβρισκα έναν τρόπο να τις πω. Αν δεν είχα στόμα, θα τις έλεγα με τα χέρια, αν δεν είχα χέρια με τα μάτια, με τα πόδια, αν δεν είχα πόδια, με την κοιλιά μου· με κάποιον τρόπο, πάντως, θα έβρισκα τον τρόπο να πω αυτή την ιστορία”. Άρα, για μένα το σημαντικότερο είναι η επικοινωνία με τον κόσμο.
Δουλειά μου, σε αυτή τη “μαγειρική”, είναι να φτιάξω το καλύτερο φαγητό που κάποιος θα φάει, μέσα σε μια πολύ ωραία ατμόσφαιρα, και θα είναι γι’ αυτόν κάτι που “φοριέται” πολύ φέτος: εμπειρία!

Η κυρία Δανδουλάκη, στη συνέντευξή μας στο προηγούμενο τεύχος, είχε πει ότι “αν κάνεις τηλεόραση μόνο για τα χρήματα, αυτή θα σε εκδικηθεί”. Μόλις το είδατε, μου είπατε “Ωχ!”. Γιατί;
Γιατί έχει δίκιο! Κατ’ αρχάς, δεν πιστεύω ότι κανείς κάνει τηλεόραση για τα λεφτά.
Τι εννοώ; Μπορεί να καταλήγουμε καμιά φορά σε αυτό, δηλαδή να ξεκινάμε μια δουλειά στην τηλεόραση με προσδοκίες, τελικά να μη μας “βγαίνει” και μετά να λέμε “Εντάξει, ρε παιδιά, μεροκάματο είναι”. Αυτό μπορεί να συμβεί. Το ότι, όμως, κάποιος πάει μόνο για τα χρήματα, δεν το πιστεύω.

Τουλάχιστον όχι τώρα, που τα χρήματα είναι λιγότερα…
Ποτέ!

Ούτε και τις καλές εποχές;
Μιλάω για έναν ηθοποιό. Δεν μιλάω για οποιονδήποτε άλλον ασχολείται με την τηλεόραση. Δεν μιλάω για μια ωραία κοπέλα, που ξαφνικά της προκύπτει π.χ. να κάνει μια εκπομπή. Αυτό είναι μια άλλη υπόθεση. Νομίζω ότι, για έναν ηθοποιό, το κυριότερο είναι ότι θέλει να επικοινωνήσει τον εαυτό του και τη δουλειά του μέσα από ένα μέσο μεγαλύτερο.
Παλαιότερα, εμείς είχαμε γαλουχηθεί με την αντίληψη μιας τηλεόρασης, η οποία έρχεται και μας “φθηναίνει”. Άρα, πολύ γρήγορα, κάποιος που ήθελε να κάνει τηλεόραση, για να δικαιολογήσει τον εαυτό του, έλεγε ότι το κάνει για να ζήσει. Αν θέλεις να κάνεις κάτι για να ζήσεις, γιατί να κάνεις τηλεόραση; Πήγαινε δούλεψε στην οικοδομή, στα καπνά, σε ταξί!
Πρόσεξε τι εννοώ: Αν θεωρείς ότι το να παίξεις στην τηλεόραση εκφυλίζει τη δουλειά σου, την ιδεολογία σου και την ηθική σου, τότε μην τα προδίδεις. Το “για τα λεφτά” είναι πραγματικά δικαιολογημένος να το πει κάποιος όταν, μέσα στην εποχή της κρίσης, έκανε πολλά πράγματα για να επιβιώσει επειδή βρέθηκε χρεωμένος, δεν είχε άλλη διέξοδο… Εκεί πολύς κόσμος αναγκάστηκε να κάνει τις “εκπτώσεις” του.
Πριν από αυτό, όμως, πριν μπούμε σε αυτή τη μέγκενη, κανείς δεν έκανε τηλεόραση για τα λεφτά. Προσωπική μου άποψη. Μπορεί να είμαι λανθασμένος.


Εγώ τα ωραιότερα που θυμάμαι από τη ζωή μου είναι πάντα σε συνάρτηση “με ποιους”… Γιατί “περιουσία” είναι οι σχέσεις. Όλα τα άλλα είναι αφορμές, ώστε οι σχέσεις να ισχυροποιούνται.


Τελικά, αυτή την προκατάληψη με την τηλεόραση τη συζητάμε πάντα με τους ηθοποιούς…
Θεωρώ ότι “τα λεφτά” ήταν ένας τρόπος για να δικαιολογήσουμε το ότι κάνουμε τηλεόραση. Γιατί, παλαιότερα, η τηλεόραση ήταν “αμαρτωλή”!
Αλλά νομίζω ότι, τελικά, θέλαμε να το κάνουμε. Θέλαμε να επικοινωνήσουμε τη δουλειά μας και τον εαυτό μας. Ήταν ένα γοητευτικό μέσο… Εγώ, ας πούμε, φοβόμουν την τηλεόραση.

Το έχω διαβάσει αυτό… Γιατί, όμως;
Όσο κι αν ακουστεί υπερφίαλο, σκεφτόμουν: “Αν κάνω επιτυχία, τι θα κάνω μετά; Πώς θα το διαχειριστώ;”. Δεν ήμουν έτοιμος. Όταν πήγα στην τηλεόραση, σε μεγαλύτερη ηλικία, ήμουν έτοιμος και ψυχολογικά. Με είχε παρακινήσει και η φίλη μου τότε, η Φαίη Ξυλά, που μου είπε “Γιατί δεν πας, ρε παιδί μου; Πήγαινε, μην το έχεις απωθημένο μέσα σου αύριο-μεθαύριο, ότι θα μπορούσες και δεν…”. Και η αλήθεια είναι ότι έκανα πάρα πολύ καλά! Δεν το μετανιώνω καθόλου!
Είχα την τύχη, στην πρώτη μου τηλεοπτική δουλειά, το “Έτσι ξαφνικά”, να είμαι με τη Μιρέλλα Παπαοικονόμου, τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, τον Αιμίλιο Χειλάκη – όλοι αυτοί είναι φίλοι μου. Κάναμε μια υπέροχη δουλειά, περάσαμε καταπληκτικά. Ένιωθα άσχημα που ένιωσα τόσο καλά! Γιατί έπρεπε να μην περνάω καλά, ειλικρινά δεν ξέρω! (γέλια)
Αλλά υπάρχει και μια πραγματικότητα: δεν είμαστε όλοι για όλα. Υπάρχουν συνάδελφοι, οι οποίοι είναι εξαιρετικοί στο θέατρο, αλλά το τηλεοπτικό μέσο δεν τους “θέλει”. Σπάνια θα βρεις έναν συνάδελφο που να κινείται σε όλους τους χώρους με άνεση…
Νομίζω ότι εγώ ανήκω και σε μια γενιά μεταβατική. Γαλουχηθήκαμε με τις κλασικές αξίες, και μετά ήρθε μια ιδιωτική τηλεόραση – κι εμείς ήμασταν λίγο με το ένα πόδι στο παρελθόν, και με το ένα πόδι εκεί. Οπότε, το ιδεολογικό κομμάτι μέσα μας “έδινε και έπαιρνε”.

mouratidis2

Κατ’ αρχάς… είναι τόσο εύκολο να κάνει κανείς τηλεόραση;
Δεν ξέρω να σου απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Γιατί πρέπει να μιλήσω εξ ιδίων – και, στη δική μου περίπτωση, έγινε με έναν εύκολο τρόπο. Η ερώτησή σου είναι πολύ ωραία, γιατί δεν ισχύει μόνο για την τηλεόραση, ισχύει και για το θέατρο, και για το σινεμά.
Λέει ο άλλος “Δεν δουλεύω μ’ αυτούς.” Γιατί; Σε ζήτησαν; “Δεν κάνω τηλεόραση.” Ναι, σε έχουν φωνάξει; Σου χτυπάν την πόρτα και σου λένε “Έλα!”, κι εσύ λες “Όχι, δεν έρχομαι”; Γιατί είναι κι αυτό… Τοποθετούμαστε σε αυτή την ερώτηση, λες και σε όλους έχει γίνει πρόταση. Δεν έχει γίνει σε όλους η πρόταση, και δεν τους ψάχνει όλους η τηλεόραση!
Τι γίνεται, πολλές φορές… Υπάρχει μια κατηγορία, μικρότερη θέλω να πιστεύω, η οποία ακυρώνει κάτι που ουσιαστικά τον απέρριψε: “Δεν μου αρέσει καθόλου, είναι πολύ φθηνό το μέσο”.

Πώς λειτουργείτε εσείς, συνήθως, όταν έχετε μπροστά σας κάποιες προτάσεις για δουλειά και καλείστε να επιλέξετε: συναισθηματικά ή με τη λογική;
Η πρώτη αντίδρασή μου, δυστυχώς σε όλα, είναι συναισθηματική. Και γι’ αυτό συνήθως καθυστερώ, θέλω να καλμάρω λίγο την ένταση, για να δω πραγματικά το “τοπίο”.
Πάντως, πολύ γρήγορα καταλαβαίνω αν κάτι με αφορά ή όχι. Και αυτό που θέλω να καταλάβω, περισσότερο σε σχέση με τον εαυτό μου, είναι αν αντιδρώ θετικά ή αρνητικά επειδή με ενδιαφέρει πραγματικά ή όχι, επειδή με φοβίζει, επειδή είναι ένα “γήπεδο” που δεν το ξέρω και φοβάμαι…

Αν κάτι σας φοβίζει, το προτιμάτε ή όχι;
Εξαρτάται…

Τείνετε να το δοκιμάσετε ή είστε λίγο τού “πάμε εκ του ασφαλούς”;
Όχι, το δοκιμάζω. Είμαι ένας άνθρωπος που έχει πειραματιστεί αρκετά. Και η αλήθεια είναι ότι, πολλές φορές, σε άγνωστα πράγματα νιώθω μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Γιατί λειτουργώ σαν τα παιδιά. Έχω άγνοια κινδύνου.

Τώρα αυτό δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό…
Εκεί είμαι πιο δημιουργικός, νομίζω. Γιατί, όταν έχεις τη γνώση, κόβεις κομμάτι από την τόλμη. Η τόλμη θέλει και ένα “Θα σου αυτώσω”! Πρέπει να πας και λίγο με το θράσος του Ιάσονα για το χρυσόμαλλο δέρας!
Άμα τα ξέρεις όλα, λαμβάνεις πολύ υπ’ όψιν σου τους κινδύνους. Και οι κίνδυνοι καθυστερούν τη δράση. Η πολλή σκέψη τρώει τον αφέντη.

Μα δεν τείνουμε συνήθως να ακολουθούμε “δοκιμασμένες συνταγές”, που ξέρουμε ότι πέτυχαν στο παρελθόν;
Το πρόβλημά μας στην Ελλάδα είναι το πώς αποκωδικοποιεί κανείς την “επιτυχία”. Ξαφνικά “σκάνε”, τώρα καλή ώρα, οι “Μέλισσες”, μια σειρά εποχής. Ωπ, αμέσως τα ξεχνάμε όλα!

Άρα, του χρόνου μόνο σειρές εποχής, ε;
Κάναμε Survivor, πέτυχε. Γι’ αυτό και τις επόμενες χρονιές κάναμε Survival, κάναμε Nomads… Έσκασε κάτι το διαφορετικό, αμέσως δημιουργεί μια τάση. Εύλογο είναι.
Ταυτόχρονα, αυτή η τάση αποδυναμώνει αυτό το διαφορετικό. Έτσι, αρχίζουν να γίνονται πολλά παρόμοια και πολύ γρήγορα ξαναγυρνάμε στην πρότερη κατάσταση. Γιατί, στην πραγματικότητα, δεν κυνηγάμε το διαφορετικό ως διαφορετικό. Κυνηγάμε το διαφορετικό που πέτυχε…
Και στο ελληνικό τραγούδι υπάρχουν πολλοί τραγουδιστές που είπαν 15 τραγούδια και, επί 25 χρόνια, με αυτά τα 15 τραγούδια πορεύονται. Έτσι είναι: σίγουρη συνταγή, αυτή είναι η φωνή, εκεί πάμε.
Αν δεις και στο εξωτερικό, πολύ γρήγορα κάποιοι ηθοποιοί κατατάσσονται κάπου εμπορικά και καταλήγουν να παίζουν σχεδόν το ίδιο πράγμα με διαφορετικό τρόπο. Είναι κάτι που συνηθίζεται αυτό, δεν είναι κάτι που “το βάζεις στη γωνία”.

Μία από τις εκπομπές που δοκιμάστηκαν και πέτυχαν είναι και το Master Chef. Δεδομένου ότι στο “Πέτα τη Φριτέζα” υποδύεστε κι εσείς έναν σεφ, το έχετε παρακολουθήσει καθόλου;
Όχι, αλλά έχω παρακολουθήσει εκπομπές μαγειρικής του Netflix.

Προτιμάτε, δηλαδή, να δείτε κάτι ξένο, παρά ελληνικό;
Όχι, όχι… Ο λόγος που προτίμησα να δω εκείνο ήταν γιατί δεν ήθελα να δω ένα παιχνίδι. Το παιχνίδι, ουσιαστικά, χρησιμοποιεί τους κριτές που έχουν τη “γνώση” και, μέσα από ένα διαγωνιστικό κόνσεπτ, μού συστήνει με έναν ωραίο τρόπο τη μαγειρική.
Εμένα με ενδιέφερε ο μάγειρας-δημιουργός. Όταν άρχισα να ασχολούμαι με τον ρόλο, έψαξα να δω πώς σκέφτεται ένα σεφ, τι γίνεται στο μυαλό του – και μιλάμε για καλλιτέχνες υψίστου είδους… Οι τύποι είναι “επαναστάτες” της μαγειρικής!


Είμαι ένας άνθρωπος που έχει πειραματιστεί αρκετά. Και η αλήθεια είναι ότι, πολλές φορές, σε άγνωστα πράγματα νιώθω μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.


Ποιον έχετε παρακολουθήσει;
Πολλούς, πολλούς… Τον Φεράν Αντριά, τον Μάσιμο Μποτούρα, τον Ντουκάς…

Βρήκατε όλοι αυτοί να έχουν κάποιο κοινό, το οποίο ενδεχομένως να σας φάνηκε χρήσιμο;
Αυτό που θαύμασα σε αυτούς τους ανθρώπους είναι η αφοσίωση, είναι η μεγάλη αγάπη – γιατί πολλοί από αυτούς κάνουν έργο, έτσι; Αυτοί ανήκουν σε άλλο επίπεδο, γι’ αυτούς “1+1 δεν κάνουν 2, μπορεί να κάνουν και 3″… Είναι κάτι συγκλονιστικό να βλέπεις το μυαλό ενός δημιουργού που φτιάχνει ένα καινούργιο πιάτο, φοβερό σε όλα τα επίπεδα: στη γεύση, στα υλικά, στην παρουσίαση, στην ατμόσφαιρα, στη στιγμή, στον χώρο, στον τόπο…
Γι’ αυτό βλέπεις οι μάγειρες αυτού του βεληνεκούς να είναι “ψωνάρες”. Το “ψώνιο” πάει με τη δημιουργία, δεν γίνεται διαφορετικά, πώς να το κάνουμε…

Άρα, μιλάμε για ανθρώπους με μία πολύ ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση…
Μεγάλη ευαισθησία, ειδική ψυχοσύνθεση, ειδικά άτομα. Όταν δεν κοιμάσαι γιατί σε απασχολεί το παραμικρό, όταν φτιάχνεις το δικό σου καρπούζι επειδή θες αυτό που θα φάει ο άλλος να είναι “αυτό”, και τον κοιτάς μες στα μάτια, να δεις αν έχει καταλάβει τη διαφορά…
Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει αυτός, όπως και όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί που είναι τόσο μπροστά, είναι αυτό το “Εγώ τρώω χάμπουργκερ, κι εσύ μου μιλάς τώρα για μοριακή κουζίνα. Τι να καταλάβω, χριστιανέ μου”… Είναι αυτό το χάσμα, το πώς μυείς κάποιον στη μαγειρική.
Αυτό ισχύει σε όλες τις δουλειές, δεν είναι μόνο στον μάγειρα. Είναι στον ζωγράφο, στον γιατρό, στον δικηγόρο, στον προπονητή. Γιατί αυτός που αγαπάει αυτό που κάνει και θέλει να το εξελίξει, να το μεταλαμπαδεύσει, έχει έναν τρόπο να είναι και μύστης του επαγγέλματος. Είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, βλέποντάς τον και μόνο να το κάνει. Αν βλέπω τον Αντεντοκούμπο την ώρα που παίρνει την μπάλα, δεν χρειάζεται να μου πει “Ξέρεις, τώρα κάνω αυτό”! Το παραμύθι γύρω από αυτό το παιδί… αυτό με κάνει να θέλω να γίνω σαν κι αυτόν.

Και με τη μαγειρική γιατί έχουμε κολλήσει τόσο στην Ελλάδα; Ενώ πολλά από αυτά που βλέπουμε παραείναι “προχωρημένα” για μας… Μόδα κι αυτό;
Η μαγειρική, πέρα από το ότι είναι μόδα, είναι κάτι που υπάρχει μέσα σε όλα τα σπίτια.
Εγώ πιστεύω ότι αποκτάς μια τριβή σιγά-σιγά και φτιάχνεις κι εσύ έναν κώδικα ως θεατής. Κάπου αρχίζεις κι εσύ και “ακουμπάς”. Γιατί η μαγειρική έχει να κάνει με τη δημιουργία, πώς μέσα σε μια συγκεκριμένη συνθήκη δημιουργείς κάτι, έστω κι αν είναι να το μιμηθείς. Η μίμηση είναι ένας τρόπος μάθησης.
Εάν κάποιος μπει σε αυτή την περιπέτεια, θα θέλει να το δοκιμάσει και στο σπίτι του, να έρθει η φίλη του στο σπίτι και να της κάνει μια έκπληξη. Ακόμα κι αν είναι αυτή η κλασική μακαρονάδα των ανδρών! (γέλια)

Εσείς μπήκατε καθόλου στη διαδικασία να ασχοληθείτε με τη μαγειρική; Ή είστε κι εσείς “τα βραστά αυγά του Φάνη”, “το τοστ του Φάνη”…;
Το “τοστ του Φάνη” είναι πολύ δυνατό! Και βραστά αυγά σε βαθμό που λιώνει το τσόφλι, εξαιρετικά! (γέλια)
Όχι, δεν είμαι καθόλου καλός στη μαγειρική, δεν έχω καμία σχέση. Και καμία περιέργεια δεν έχω!

Με τον ρόλο δεν δυσκολευτήκατε καθόλου; Γιατί ο Κίμωνας λέει, με απόλυτη φυσικότητα, και κάτι εξεζητημένα πράγματα…
Όχι, δεν με δυσκόλεψε καθόλου. Είμαι ένας άνθρωπος που του αρέσει το καλό φαγητό. Μου αρέσει η ατμόσφαιρα, μου αρέσει η υψηλή ποιότητα ζωής, έχω τρέλα με αυτό. Και εννοώ την αισθητική: εννοώ από έναν ωραίο πίνακα μέχρι το παπούτσι, μέχρι το ηλιοβασίλεμα και το φαγητό, το κρασί, το άρωμα· σε όλα αυτά είμαι επιρρεπής.
Άρα το φαγητό, πόσω μάλλον από έναν άνθρωπο που το έχει φτιάξει με αγάπη και μεράκι, σε ένα ωραίο περιβάλλον, με μια εξαιρετική συντροφιά, είναι για μένα μυσταγωγία.

Άρα, στο πλαίσιο αυτής της ποιότητας ζωής, θα μπορούσε να ανήκει και ένα ωραίο παστίτσιο, ας πούμε; Θα μπορούσε να είναι εφάμιλλο τού τάδε βραβευμένου πιάτου;
Αν το παστίτσιο το έχει φτιάξει η μάνα μου, ναι. Αν το έχει φτιάξει μια θεία σε ένα χωριό, που το ετοιμάζει από το πρωί και το έχω μυρίσει, ναι. Ένα παστίτσιο που παραγγέλνω από delivery, όχι!

Άρα, και το φαγητό είναι θέμα συναισθηματικό.
Μια ατμόσφαιρα είναι. Αλλιώς πώς; Η ζωή μας είναι πολύ μικρή… Tο βασικό είναι με ποιους τρως!
Θα σου το κάνω πιο απλό. Πρώτη εικόνα: Είσαι με τον έρωτα της ζωής σου, το θέμα το Απόλυτο. Και είσαι σε μια παραλία, έχεις 5 ευρώ πάνω σου, έχετε πάρει ένα σουβλάκι, έχει ένα τέλειο ηλιοβασίλεμα και, με τα τελευταία 50 λεπτά, πήραμε και το νεράκι που ήπιαμε μαζί. Το βράδυ έγινε μια “φαντασμαγορία”, το ξημέρωμα μάς βρήκαν και μας είπαν να τα μαζέψουμε και να φύγουμε, και γυρίσαμε στο σπίτι με οτοστόπ. Ε;
Δεύτερη εικόνα: Σαντορίνη, Οία. Μπροστά στο ηλιοβασίλεμα, σε ένα loft, σε μια βίλα γαμάτη, με τις σαμπάνιες σου, έχουν έρθει και τα van με τα VIP απ’ έξω, έχεις και δύο ανθρώπους από κάτω να κόβουν την κίνηση. Και είσαι με τον… μαλάκα! Και δεν περνάει η ώρα, δεν σε χωράει ο τόπος. Είναι όλα λάθος! Αυτό είναι, για μένα.
Εγώ τα ωραιότερα που θυμάμαι από τη ζωή μου, είναι πάντα σε συνάρτηση “με ποιους”. Με ποιον κάνω τη δουλειά, με ποιον έχω βγει έξω να φάω, ποιον θέλω να ξαναδώ. Γιατί “περιουσία” είναι οι σχέσεις. Όλα τα άλλα είναι αφορμές, ώστε οι σχέσεις να ισχυροποιούνται.

Πέρα από το “Πέτα τη Φριτέζα”, τι άλλο υπάρχει στο πρόγραμμα;
Τρέχουν κάποια πράγματα που θέλω να φτιάξω, δηλαδή “μαγειρεύω” κι εγώ κάτι δικό μου. Είχαμε κάνει την “Τζαμάικα” πριν από κάποια χρόνια, μια ιστορία που “πατούσε” πάνω σε αληθινά γεγονότα. Ήταν “όραμα” δικό μου, το οποίο κάναμε πραγματικότητα με τον Ανδρέα Μορφονιό και τον Γιώργο Φειδά που έγραψε το σενάριο, και με τον Σπύρο Παπαδόπουλο που το στήριξε πάρα πολύ και πραγματικά τον ευχαριστώ.
Μετά από αυτό, θέλω να πιστεύω ότι σύντομα θα καταφέρω να κάνω το επόμενό μου βήμα, κάτι τελείως διαφορετικό από την “Τζαμάικα”. Κάνοντας την ταινία αυτή, κατάλαβα ότι αυτός είναι ένας χώρος όπου θα ήθελα να “περπατήσω” από εδώ και πέρα, σε πράγματα που με αφορούν και προσωπικά.

Σε επίπεδο κινηματογραφικό;
Κινηματογραφικό, θεατρικό… Απλά θέλω να είναι ρόλοι που εμένα με συγκινούν, ιστορίες που εγώ θα ήθελα να πω, και όχι μια ιστορία στην οποία βρέθηκα λόγω δουλειάς.
Για μένα προτεραιότητα έχει η δημιουργία. Αν έρθουν και τα λεφτά, ευπρόσδεκτα. Αλλά το πρώτο είναι η δημιουργία. Αυτό “πάω”, αυτό ξέρω, αυτό με “φτιάχνει”, αυτό μου ανεβάζει τη libido.
Οι ιδέες μου είναι για μένα οι ερωμένες μου, εκεί “ξελογιάζομαι” πια. Έχουν τη δίνη που έχει ένας μεγάλος έρωτας για μένα – κοιμάμαι, ξυπνάω, ονειρεύομαι αυτόν τον έρωτα. Η εξωσυζυγική μου σχέση είναι οι ιδέες μου!