Ο Χάρης Τζωρτζάκης πρωταγωνιστεί στο «Τηλεφώνημα» που ανεβαίνει στις 23 Οκτωβρίου στο FAUST. Κι ενώ ξεκινήσαμε χαλαρά να μιλάμε για την παράσταση, τελικά καταλήξαμε να συζητάμε για τη Δυτική κουλτούρα, για τις επανα-προωθήσεις ανθρώπων στην Τουρκία και την τραγική κατάληξη πολλών από αυτούς στο Αιγαίο, αλλά και για τη θεμελιώδη σχέση του Θεάτρου με τη Δημοκρατία. Διότι, στην πραγματικότητα, όλα αυτά θα σου περάσουν από το μυαλό παρακολουθώντας το «Τηλεφώνημα». Και διότι, τελικά, θα κληθείς να απαντήσεις σε ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα για σένα και τη συνείδησή σου: «Ο σκύλος ή εγώ;».
Το «Τηλεφώνημα», λοιπόν. Για πες μου λίγο περί τίνος πρόκειται. Τι θα δει ο θεατής ερχόμενος στο FAUST;
Πρόκειται για ένα καταγγελτικό κείμενο, όπως και όλα τα κείμενα του Θανάση του Τριαρίδη. Υποδύομαι έναν τύπο, ο οποίος αρχίζει να παίρνει τηλέφωνα συνονόματους πρώην προέδρων των ΗΠΑ και τους βάζει ένα δίλημμα: «Πρέπει να πείτε δύο συγκεκριμένες λέξεις και, όταν τις πείτε, θα πάρετε 100 ευρώ. Αλλά να ξέρετε ότι, μόλις τις πείτε, εγώ θα πρέπει να πυροβολήσω ένα σκύλο στο κεφάλι». Φυσικά και όλοι αρνούνται. Περνώντας, όμως, ο χρόνος, αποδεικνύεται ότι εάν δεν βρεθεί κάποιος να πει αυτές τις λέξεις μέσα στη μία ώρα που κρατάει αυτή η διαδικασία, θα πρέπει εγώ να πυροβολήσω τον εαυτό μου. Άρα, αυξάνεται το διακύβευμα. Επομένως, το πραγματικό δίλημμα είναι: «Ή ο σκύλος, ή εγώ».
Καταλαβαίνω, λοιπόν, ότι όλη αυτή η ιστορία είναι στην πραγματικότητα μια μεταφορά…
Ακριβώς. Στην πραγματικότητα, ο Τριαρίδης θέτει ένα δίλημμα γενικότερο στο κοινό: «Πρέπει να πάρεις θέση, δεν μπορείς να μένεις αμέτοχος». Διότι και αμέτοχοι να μείνουμε, ουσιαστικά γινόμαστε συνένοχοι – είμαστε συμμέτοχοι σε ό,τι συμβαίνει. Με λίγα λόγια, είτε μείνεις αμέτοχος, είτε όχι, στην πραγματικότητα παίρνεις με τη στάση σου μία θέση. Πρέπει, λοιπόν, να πάρεις εκείνη τη θέση που θα σε κάνει όσο το δυνατόν λιγότερο συμμέτοχο στο Κακό.
Εσύ πώς εισπράττεις αυτό το κείμενο;
Αυτό που, εγώ τουλάχιστον, καταλαβαίνω από το κείμενο είναι ότι, έτσι κι αλλιώς, τα πράγματα στη ζωή είναι πολύπλοκα. Ό,τι και να επιλέξεις έχει ένα κόστος. Θα πρέπει να επιλέξεις το λιγότερο κακό.
Ο φόνος αυτός, δηλαδή, είναι σημειολογικός. Μπορεί ο θεατής να τον συνδέσει με πράγματα που γίνονται γύρω μας;
Με άπειρα! Λέμε, ας πούμε, «εγώ είμαι φιλόζωος», αλλά δεν κάνω τίποτα για την κλιματική αλλαγή. Πώς γίνεται να αγαπάς τα ζώα, αλλά παράλληλα να μην παίρνεις θέση για την κλιματική αλλαγή; Πώς γίνεται να αγαπάς ένα σκυλάκι, αλλά να μην παίρνεις καθόλου θέση για τον καπιταλισμό, ο οποίος καταστρέφει εκατομμύρια πλάσματα στον πλανήτη;
Ο σκηνοθέτης της παράστασης, ο Κώστας Φιλίππογλου, γράφει ότι «Το “Τηλεφώνημα” είναι ένα έργο γι’ αυτούς που σπρώχνουν τους ανθρώπους». Φαντάζομαι ότι αναφέρεται στο πρόσφατο τραγικό περιστατικό στο λιμάνι του Πειραιά που έσπρωξαν έναν άνθρωπο από το πλοίο…
Ξέρεις, όλα αυτά είναι εκφάνσεις του φασισμού – ο φασισμός προκύπτει μέσα από στιγμές… Δεν είναι ότι ο άλλος ήθελε να δολοφονήσει. Αλλά, εν τέλει, όταν η δήλωση μετά είναι «Νόμιζα ότι ήταν Πακιστανός»…
Δεν ξυπνάς μια μέρα κι είσαι φασίστας, γίνεσαι λίγο-λίγο. Νομίζεις ότι είσαι δημοκράτης, αλλά σιγά-σιγά γίνεσαι αυτός ο τύπος που δολοφονεί κάποιον, απλά και μόνο επειδή δεν ήθελε να ανεβεί στο καράβι.
Όπως και η πολιτική των λεγόμενων push-backs, που στέλνουν ανθρώπους, τρυπώντας τις βάρκες τους, να πνιγούν στο Αιγαίο ή τους επανα-προωθούν στην Τουρκία… Όλη αυτή η πολιτική της Δύσης, η οποία έχει καταντήσει απάνθρωπη.
Στην ουσία, το έργο μιλάει για όλη αυτή τη Δυτική κουλτούρα που είναι κυρίαρχη παγκόσμια, για την ενοχή της Δύσης. ΑΝ υπάρχει, βέβαια, ενοχή. Υπάρχει…;
Όλοι ξέρουμε, ας πούμε, πώς φτιάχνονται τα iPhone. Κι εγώ iPhone έχω, όμως… Δεν είναι αυτό μια συνενοχή σε ό,τι συμβαίνει;
Θεωρείς ότι το κοινό στην Ελλάδα είναι έτοιμο να «ξεβολευτεί» βλέποντας ένα τέτοιο έργο; Είμαστε έτοιμοι να «μετακινηθούμε»;
Η αλήθεια είναι ότι το κοινό του θεάτρου, και ειδικότερα το κοινό του θεάτρου με τους συγκεκριμένους συντελεστές, είναι πιο «ανοιχτό». Και, γενικότερα, πιστεύω ότι ένας άνθρωπος που επιλέγει να πάει στο θέατρο, έχει κάνει ήδη μια δημοκρατική επιλογή. Διότι Θέατρο και Δημοκρατία ταυτίζονται – γεννήθηκαν και υπάρχουν παράλληλα. Πηγαίνοντας κανείς στο θέατρο, είναι «ανοιχτός» στο να ακούσει.
Εξάλλου, δεν επιβάλλει κανείς στον θεατή να παραμείνει σιωπηλός. Εκείνος επιλέγει να σιωπήσει και να ακούσει έναν άνθρωπο απέναντι που έχει να του πει μια ιστορία.
Κι όμως, δεν είναι λίγο «άγραφος νόμος» στο θέατρο το να παραμείνεις απλά σιωπηλός και να παρακολουθήσεις την παράσταση; Στην κωμωδία, ας πούμε, γελάς, αυτό είναι μια ξεκάθαρη αντίδραση. Κάποιος, βέβαια, μπορεί να σηκωθεί και να φύγει – αυτό επίσης είναι μία σαφής στάση απέναντι σε αυτά που βλέπει. Μπορεί κανείς να συμμετάσχει σε μια παράσταση φωνάζοντας, ας πούμε, κάτι;
Κάποιος, ο οποίος επιλέγει να παρέμβει διά της βοής ενώ ξέρει ότι ο κώδικας είναι συγκεκριμένος, είναι… ας μην πω «ασεβής», είναι κάτι χειρότερο. Αυτό τον κάνει μαλάκα – κι ας γραφτεί έτσι. Όταν πας κάπου, όπου γνωρίζεις το πλαίσιο, οφείλεις να το σεβαστείς.
Δηλαδή αυτά που συνέβησαν στην Επίδαυρο το καλοκαίρι, που άρχισαν να γιουχάρουν και να βρίζουν επειδή δεν γούσταραν αυτά που βλέπανε… Πραγματικά, όμως, δεν βρήκαν στη ζωή έξω άλλα πράγματα που τους έθιγαν, και βρήκαν να βγάλουν την οργή τους σε μια θεατρική παράσταση;
Μα γι’ αυτό και ρώτησα αν θεωρείς έτοιμο το κοινό να αφουγκραστεί όλα όσα έχουν να του πουν έργα όπως το «Τηλεφώνημα». Μπορεί σε κάποιους να πατήσει μια ευαίσθητη χορδή, μπορεί κάποιου να του θυμίσει τον εαυτό του, κι αυτό να τον ταρακουνήσει…
Θα σου πω… Αν μια παράσταση ξυπνά στον θεατή τέτοια συναισθήματα, σε σημείο που μπορεί και να τον κάνει να εξοργιστεί, εγώ τη θεωρώ πετυχημένη, κάτι καλό έχει κάνει.
Παρόλα αυτά, το κοινό είναι κάτι πολύ ασαφές. Είναι σαν να μιλάμε για την κοινωνία σαν να είναι ένα πράγμα, ενώ μέσα της υπάρχουν πολλές δυναμικές και πολλές αντικρουόμενες τάσεις. Θεωρώ ότι οι άνθρωποι που θα έρθουν να δουν αυτή την παράσταση, θα είναι άνθρωποι κυρίως ψυλλιασμένοι.
Εγώ το σέβομαι πάρα πολύ το κοινό. Το ότι ένας άνθρωπος σηκώνεται να έρθει και πληρώνει εισιτήριο για να δει θέατρο, ενώ έχει άπειρες επιλογές (να βάλει π.χ. Netflix ή να κατεβάσει μια ταινία), για μένα είναι πολύ μεγάλη πράξη. Γι’ αυτό και θέλω ό,τι κι αν κάνω να μην είναι προχειροδουλειά. Θέλω να το δουλέψουμε πολύ – κι εδώ σίγουρα δουλεύουμε πολύ.
Τι θα ήταν για σένα επιτυχία, σε σχέση με αυτή την παράσταση; Να έρθει κάποιος και να προβληματιστεί, ας πούμε;
Θα σου πω τι ισχύει για μένα ως θεατή: Θεωρώ ότι μια παράσταση είναι επιτυχημένη όταν με βάζει μπροστά στον καθρέφτη, αντιμέτωπο με τον εαυτό μου.
Νομίζω ότι και αυτή η παράσταση αυτόν τον στόχο έχει: Δεν θέλει ούτε να κουνήσει το δάχτυλο σε κανέναν, ούτε να τον βάλει σε διαδικασία να μπαίνει μετά στο Ίντερνετ και να ψάχνει. Το ζητούμενο είναι να στρέψει ο θεατής τον καθρέφτη στον εαυτό του και να δει πώς αυτός, ο ίδιος, παίρνει θέση ή δεν παίρνει θέση σ’ αυτή την κοινωνία. Ή, κατά πόσον, με τη στάση του γίνεται συνένοχος.
Λέει, ας πούμε, μέσα στο έργο «Μα, κύριέ μου, τι με κατηγορείτε εμένα; Το “Τζωρτζ Ουάσινγκτον” είναι απλά μια συνωνυμία, δεν είμαι εγώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ!». Και του λέει ο άλλος «Ναι, αλλά αν δεν σου άρεσε το όνομα, θα το άλλαζες. Άρα, σου αρέσει το όνομά σου. Άρα, δεν διαφωνείς και τόσο…». Ο Τριαρίδης κάνει συνέχεια τέτοια παιχνίδια στο κείμενο.
Ποιο θα έλεγες ότι είναι το πιο δυνατό χαρτί αυτής της παράστασης;
Δεν ξέρω τι να σου πω… Ξέρεις, μια παράσταση ολοκληρώνεται πραγματικά όταν μπουν μέσα οι θεατές…
Θα μπορούσες να μου πεις «έχει ενδιαφέρον να με βλέπει κάποιος να προσπαθώ να τραγουδήσω όπερα και να μην τα καταφέρνω»… (γέλια)
Αυτό σίγουρα θα έχει ενδιαφέρον! (γέλια)
Είναι και η πρώτη φορά που κάνω μονόλογο, δεν το έχω ξανακάνει.
Το ότι ένας άνθρωπος σηκώνεται να έρθει και πληρώνει εισιτήριο για να δει θέατρο, ενώ έχει άπειρες επιλογές, για μένα είναι πολύ μεγάλη πράξη.
Ορίστε μια ωραία πληροφορία… Για πες, λοιπόν, πώς σου φάνηκε η όλη διαδικασία. Αντιμετώπισες καθόλου δυσκολίες;
Είναι δύσκολο πράγμα ο μονόλογος γιατί είσαι μόνος σου, δεν έχεις από κάπου να πιαστείς. Είναι και μεγάλη πρόκληση, γιατί εσύ αποκλειστικά φέρεις και την ευθύνη. Παράλληλα, όμως, σου δίνει και την ευκαιρία να ξεδιπλώσεις διάφορες πτυχές του εαυτού σου. Αυτό εγώ το βρίσκω ενδιαφέρον.
Είναι και πολύ δύσκολο να μάθεις όλο αυτό το κείμενο – κι αυτό μια πρόκληση είναι…
Πες μου λίγο και για σένα. Με τι άλλο καταπιάνεσαι αυτόν τον καιρό;
Ξεκινήσαμε μια νέα δραματική σχολή στο Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης», μαζί με τον Λάκη Λαζόπουλο. Είμαστε οι δυο μας, μαζί με το Ίδρυμα.
Είναι μια καινούργια δραματική σχολή, η οποία ευελπιστεί να πλαισιώσει το όραμα του Ιδρύματος και του ιδρυτή του. Η σχολή λέγεται «Τεχνών Εκατό – Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης» και ξεκινάμε από φέτος το πρώτο προπαρασκευαστικό έτος. Είναι μια πολύ ωραία συνεργασία, η οποία αυτόν τον καιρό καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος του χρόνου μου.
Όλο αυτό, όπως καταλαβαίνω, είναι πολύ καινούργιο για σένα. Πώς είναι, λοιπόν, για κάποιον που, μέχρι στιγμής, ήταν μόνο ηθοποιός, να καλείται να διδάξει;
Δεν διδάσκω ακόμα, ενδεχομένως από του χρόνου. Η αλήθεια είναι ότι στον χώρο είμαι ακόμα νέος σε σχέση με τα χρόνια που ασχολούμαι, μόλις 14 χρόνια, αλλά είμαι καλός στο να στήνω ομάδες. Και με τον Λάκη έχουμε στήσει μια πολύ ωραία ομάδα καθηγητών, επομένως μπορώ να συντονίσω μια ομάδα δυναμική και σύγχρονη, για ένα σύγχρονο θέατρο.
Μάθετε περισσότερα για την παράσταση εδώ
Μάθετε περισσότερα για τη Σχολή «Τεχνών Εκατό – ‘Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης» εδώ



Μαρία Λυσάνδρου