Αλέκος Συσσοβίτης | Συνεντεύξεις - planbemag.gr
Plan Be Mag
Αλέκος Συσσοβίτης
Συνεντεύξεις

Αλέκος Συσσοβίτης: «Άλλοτε ευτύχησα, άλλοτε δυστύχησα, αλλά την έζησα τη ζωή»

Ο Αλέκος Συσσοβίτης έχει την αύρα του ανθρώπου που μπαίνει σ' έναν χώρο και τον κατακτά, χωρίς ο ίδιος να χρειαστεί να κάνει τίποτα απολύτως. Άκρως επικοινωνιακός, ευδιάθετος και ετοιμόλογος, μετατρέπει με ευκολία τη συνέντευξη σε μια χαλαρή συζήτηση, κατά την οποία όμως μπορεί να σου πει και την πιο βαθιά συγκινητική κουβέντα. Ως Ηλίας Καπετανάκος, στο "Porto Leone" του Alpha, είναι ένας σκληρός άνθρωπος της νύχτας, ο οποίος παλεύει να βρει τις ισορροπίες του μετά τον χαμό του γιου του. Ως Αλέκος, αν και γνώρισε καλά τη νύχτα, βλέπεις να προτιμάει το φως – έχει διαβάσει, έχει ταξιδέψει, έχει δουλέψει με τον εαυτό του. Γι' αυτό τα λέει και τόσο ωραία.

Μαρία ΛυσάνδρουΜαρία Λυσάνδρου

Ο Αλέκος Συσσοβίτης έχει την αύρα του ανθρώπου που μπαίνει σ’ έναν χώρο και τον κατακτά, χωρίς ο ίδιος να χρειαστεί να κάνει τίποτα απολύτως. Άκρως επικοινωνιακός, ευδιάθετος και ετοιμόλογος, μετατρέπει με ευκολία τη συνέντευξη σε μια χαλαρή συζήτηση, κατά την οποία όμως μπορεί να σου πει και την πιο βαθιά συγκινητική κουβέντα. Ως Ηλίας Καπετανάκος, στο “Porto Leone” του Alpha, είναι ένας σκληρός άνθρωπος της νύχτας, ο οποίος παλεύει να βρει τις ισορροπίες του μετά τον χαμό του γιου του. Ως Αλέκος, αν και γνώρισε καλά τη νύχτα, βλέπεις να προτιμάει το φως – έχει διαβάσει, έχει ταξιδέψει, έχει δουλέψει με τον εαυτό του. Γι’ αυτό τα λέει και τόσο ωραία.

Όταν μπήκε το 2026, υπήρχε στα social media ένα διεθνές trend ν’ ανεβάζεις φωτογραφίες σου από το 2016, δέκα χρόνια πριν. Μπήκα, λοιπόν, στη διαδικασία να βρω πράγματα που έχεις πει εσύ το 2016 και θέλω να μου πεις κατά πόσον εξακολουθούν να ισχύουν. Είχες πει, λοιπόν, σε μια συνέντευξη: «Εγώ γενικώς είμαι τού “ζην επικινδύνως”». Εξακολουθείς;

Όχι με τον ίδιο βαθμό, με τίποτα… Ο μεταβολισμός μας, η τεστοστερόνη και όλο το ορμονικό μας σύστημα είναι πολύ πιο έντονο όταν είμαστε νεότεροι. Έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη από εμπειρίες, γιατί καιγόμαστε, φλεγόμαστε!

Το «ζην επικινδύνως» του Νίτσε είναι μια έκφραση που εμπεριέχει τη ζωή καθαυτή. Εγώ έχω κάνει μία αρκετά μεγάλη διαδρομή στη ζωή μου, έχω γευτεί πράγματα και έχω δοκιμαστεί. Ήμουν άνθρωπος ανοιχτής θάλασσας, με βάρκα την ελπίδα, και έβγαινα προς το άγνωστο με το Άλφα κεφαλαίο. Άλλοτε ευτύχησα, άλλοτε δυστύχησα, αλλά την έζησα τη ζωή.

Τώρα ζω λιγότερο επικίνδυνα. Αλλά επειδή είμαι κι ένας άνθρωπος που δεν ησυχάζει ποτέ, δεν υπόσχομαι ότι δεν θα ξαναρχίσω!

Το 2016, επί Faust, του μαγαζιού που διατηρούσες στο κέντρο, είχες πει επίσης: «Ας είναι καλή η παράσταση, κι ας μην πληρώνομαι». Αυτό;

Το έκανα για ένα μεγάλο διάστημα. Για επτά χρόνια, δεν είχα πάρει ούτε ένα ευρώ ως αμοιβή, γιατί έκανα συμπαραγωγή μαζί με το συνέταιρό μου τις παραστάσεις που παρουσιάζαμε μέσα στο Faust.

Γενικώς, όμως, σε χαρακτηρίζει αυτό ως φιλοσοφία;

Ναι. Για να αποκτήσει κανείς τη γνώση μέσα από τις εμπειρίες, και δη τις θεατρικές εμπειρίες, πρέπει να πάρει ένα ρίσκο. Ή θα δουλεύεις και θα έχεις κατά νου να αμείβεσαι οικονομικά, κάτι, όμως, που μπορεί να σου στερήσει το δικαίωμα της έρευνας, ή παίρνεις απόφαση ότι δεν εισπράττεις οικονομικά, αλλά το όφελός σου θα είναι σε υπαρξιακό και φιλοσοφικό επίπεδο. Η αμοιβή σου δεν είναι υλική, αλλά πνευματική.

Αυτό αρκεί όμως;

Τίποτα δεν αρκεί – ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Ο συνδυασμός είναι το καλύτερο δυνατό. Να μπορείς να έχεις μία οικονομική ευμάρεια και, παράλληλα, να βελτιώνεις το πνεύμα σου. Δεν νομίζω ότι μπορεί μόνο το ένα να σε καλύψει πλήρως. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη και από γεμάτο στομάχι, και από γεμάτη ψυχή.

Αλέκος Συσσοβίτης

Και η εικόνα του; Αυτή τι ρόλο παίζει;

Η τεχνολογία σήμερα έχει κάνει την εικόνα κυρίαρχη, και τα social media ήρθαν αυτό να το ενισχύσουν. Είμαστε δέσμιοι της εικόνας μας. Στο Instagram αυτό είναι εμφανές –  κι αυτό είναι διεθνές φαινόμενο, δεν είναι μόνο ελληνικό…

Για τη μεν γυναίκα δεν είναι εύκολο να ξεφύγει από την εξάρτηση της εικόνας – αλλά αυτή είναι η φύση της, οπότε δεν είναι κατακριτέο. Απλώς, μερικές φορές, όταν αυτό φτάνει στην υπερβολή, την κάνει λιγότερο ελκυστική και ερωτεύσιμη.

Αντίστοιχα αυτό ισχύει και για πολλούς άντρες. Δικαίως οι γυναίκες παραπονιούνται ότι οι άντρες έχουν χάσει τον δυναμισμό τους και την αποφασιστικότητά τους ως προς το φλερτ και την επικοινωνία με τις γυναίκες. Είναι κι αυτοί εγκλωβισμένοι στην εικόνα τους.

Είναι μεγάλη παγίδα ο ναρκισσισμός στον άνθρωπο, ασχέτως φύλου. Είμαστε ειδωλολάτρες, οι άνθρωποι. Πάντα το είδωλο ήταν σημαντικό για τον άνθρωπο, γιατί απεικόνιζε και επιβεβαίωνε την ύπαρξή του. Το έχει ανάγκη υποσυνείδητα να λέει «εδώ είμαι, υπάρχω!».

Τι είναι αυτό που σε κάνει να πεις «ναι» σε ένα σίριαλ και τι «όχι»;

Αυτό πάει ανάλογα με την περίοδο – για να μην κάνουμε τους καμπόσους…

Αν έχουμε ανάγκη λεφτά, θα βάλουμε νερό στο κρασί μας, στο καλλιτεχνικό μας κριτήριο, και μπορεί να πούμε «ναι» σε μια δουλειά που μας δίνει χρήματα. Επειδή η τηλεόραση τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει, και έχει αλλάξει άρδην, νομίζω ότι οι ηθοποιοί πλέον ενδίδουμε με μεγαλύτερη ευκολία σε τηλεοπτικές δουλειές – κάτι που δεν συνέβαινε παλαιότερα, γιατί υπήρχε και μια προκατάληψη ότι οι θεατρικοί ηθοποιοί δεν κάνουν τηλεόραση.

Οι εποχές έχουν αλλάξει. Η παρουσία της καλωδιακής τηλεόρασης έχει επηρεάσει βαθύτατα το παγκόσμιο σινεμά. Το Netflix είναι κυρίαρχο όλων, έχει μπει πλέον το σινεμά στο σπίτι μας.

Για να σου απαντήσω, λοιπόν: Προσπαθούμε η δουλειά να συνδυάζει ένα στίγμα ποιότητας και ένα στίγμα εμπορικότητας, για να μπορέσουμε να είμαστε και αναγνωρίσιμοι, και έτσι να έχουμε ένα καλό μεροκάματο. 13 χρόνια με τα μνημόνια και τον COVID, εμείς δεν είχαμε καθόλου δουλειά. Πες μου σε ποιο επάγγελμα, το οποίο για 13 χρόνια έχει μεγάλη κρίση, οι άνθρωποι δεν θα βάλουν νερό στο κρασί τους για να μπορέσουν να βιοποριστούν!

Ευτυχώς τα τελευταία πέντε χρόνια είμαι συνέχεια στην τηλεόραση, σε δουλειές που διαθέτουν και καλλιτεχνικό στίγμα.

Έτυχε ποτέ να πεις «όχι» σε μια δουλειά και μετά, εκ του αποτελέσματος, να σκεφτείς ότι κακώς αρνήθηκες;

Μάλλον θα το έχω πει – κι εγώ ο ίδιος δεν θυμάμαι. Τα περισσότερα στα οποία είπα «όχι», τελικά δεν μου άρεσαν. Αλλά έχω πει και «ναι» σε δουλειές που δεν πέτυχαν. Άρα, δεν μπορώ να πω ότι το κριτήριό μου είναι πάντα σωστό. Αλλά αν δεν κάνεις λάθη, δεν θα μάθεις!

Στο “Porto Leone” του Alpha τι ήταν εκείνο που σε έκανε να πεις «ναι»;

Η πρόσφατη συνεργασία που είχα από το «Έρωτας φυγάς», με την εταιρεία παραγωγής «Αργοναύτες», οι οποίοι είναι φερέγγυοι και σοβαροί επαγγελματίες. Είναι πολύ σημαντικό να βρίσκεσαι μέσα σε μία ωραία οικογένεια, να πηγαίνεις στο γύρισμα και να νιώθεις καλά. Είναι όλοι μια ανοιχτή αγκαλιά, δεν υπάρχουν ανταγωνισμοί και αντιζηλίες, δεν υπάρχουν συμπλεγματικοί άνθρωποι μέσα στη δουλειά. Και μιλάω σε πολύ μεγάλο βαθμό για τους τεχνικούς, το συνεργείο και τους συντελεστές – όχι μόνο για τους ηθοποιούς.

Επειδή, όμως, στην τηλεόραση τα πράγματα ξεκινούν από μία ιδέα, αλλά στην πορεία μπορεί να αλλάξει η δομή της ιστορίας, πρέπει να είσαι κι εσύ ανοιχτός στο ότι μπορεί να διαφοροποιήσουν τον χαρακτήρα σου. Για να το κάνεις αυτό, πρέπει να ξέρεις ότι έχεις καλούς συνεργάτες γύρω σου.

Για το «Porto Leone» είπα «ναι» χωρίς να ακούσω πολλές λεπτομέρειες, επειδή ερχόμουν από μία πολύ καλή συνεργασία με την ίδια εταιρεία παραγωγής. Κι επειδή εγώ μεγάλωσα και μέσα στη νύχτα, όταν μου ζήτησαν να κάνω ένα χαρακτήρα της Τρούμπας, της νύχτας (είμαι και γεννημένος τη δεκαετία του ’60), ένιωσα ότι ήθελα να έχω μία τέτοιου είδους αναφορά.

Τώρα ζω λιγότερο επικίνδυνα. Αλλά επειδή είµαι κι ένας άνθρωπος που δεν ησυχάζει ποτέ, δεν υπόσχοµαι ότι δεν θα ξαναρχίσω!

Ο χαρακτήρας σου στο “Porto Leone”, ο Ηλίας Καπετανάκος, όσο κι αν εκ πρώτης όψεως είναι «σκοτεινός» και σκληρός, τελικά αποδεικνύεται ένας από τους πιο αυθεντικούς της σειράς. Δεν είναι διπρόσωπος, δεν έχει κρυφή ατζέντα… Αυτό που βλέπεις, αυτό είναι!

Πριν ξεκινήσουμε τα γυρίσματα, διάβασα δύο βιβλία του Χαριτόπουλου για τον Πειραιά και την Τρούμπα. Στην Τρούμπα, λοιπόν, υπήρχαν διάφορες «φατρίες» – μία από αυτές ήταν οι Μανιάτες. Οι Μανιάτες είχαν ένα χαρακτηριστικό που, σε μεγάλο βαθμό, έχουμε κι εμείς, οι Μακεδόνες: είναι μπεσαλήδες, έχουν ηθική υπόσταση. Θα πάνε μέχρι τον θάνατο, αλλά την υπογραφή τους και τον λόγο τους θα τα τηρήσουν.

Ο Καπετανάκος είναι καθαρός Μανιάτης. Στον Πειραιά υπήρχε μια μεγάλη κόντρα μεταξύ Μανιατών και Κρητικών. Την Τρούμπα τη διεκδίκησαν και την κατάκτησαν οι Μανιάτες επί της ουσίας. Ήταν αβυσσαλέοι, όταν κάτι δεν τους καθόταν, έσφαζαν στο γόνατο. Αλλά όταν έδιναν λόγο για κάτι, τον τιμούσαν. Πιστεύω ότι αυτή την καθαρότητά του βλέπουμε. Εννοείται, βέβαια, ότι κάνει και πράγματα από πίσω…

Ναι, αλλά ξέρεις ότι τέτοιος είναι!

Γι’ αυτό και τον φοβούνται! Αν ήταν πιο μαλαγάνα, δεν θα τον φοβούνταν τόσο πολύ!

Δεν είναι διπλωμάτης, έχει καθαρές γραμμές. Γι’ αυτό και η γυναίκα του δεν τον αφήνει να πάρει πρωτοβουλίες, γιατί ξέρει ότι, αν μάθαινε ποιος σκότωσε τον γιο του, θα τον καθάριζε τον Γρηγοράκη! Η Αλεξάνδρα δεν το θέλει αυτό. Αυτή θέλει να πάρει μια πολύ πιο βαθιά εκδίκηση, θέλει να εκδικηθεί όλη την οικογένεια. Κι αυτή Μανιάτισσα…

Οπότε, εγώ εκεί καταθέτω την προσωπική μου προσέγγιση για τον Καπετανάκο: είναι ένας άνθρωπος με ηθική υπόσταση, πολύπλοκος, αλλά πιο «ευανάγνωστος».

Όταν ένας ηθοποιός καλείται να υποδυθεί έναν ρόλο, μοιραία θα βάλει και τη δική του πινελιά στον χαρακτήρα. Ποιο στοιχείο, λοιπόν, είναι δική σου προσθήκη στον Καπετανάκο;

Στον Καπετανάκο λειτούργησα λίγο ανάποδα. Θα σου εξηγήσω τι εννοώ…

Ο πατέρας μου, με τον οποίο είχαμε μεγάλη αγάπη, έχει συγχωρεθεί. Κι ενώ ξέρω πώς είναι ένα παιδί να χάνει τον πατέρα του, στον Καπετανάκο έπαιξα τον πατέρα μου που χάνει τον γιο του. Προσπάθησα να μπω όσο μπορούσα στην ψυχολογία του πατέρα μου, αν έχανε εμένα. Ήταν πολύ μεγάλη η αγάπη που είχαμε, με πολύ λίγα λόγια, με κυρίαρχη τη σιωπή – αυτή είναι η ιδιοσυγκρασία του άνδρα. Ήθελα να μεταφέρω αυτή την “ερωτική” σχέση μεταξύ πατέρα και γιου, αλλάζοντας τους ρόλους – κι αν δεν το έκανα κατ’ επιλογή, συνέβη.

Όταν βρέθηκα μπροστά στον τάφο του πατέρα μου, ήταν η μεγαλύτερη στιγμή της ζωής μου μέχρι τότε. Πέθανε πρώτος, πριν από τη μητέρα μου. Η πρώτη γνωριμία με τον θάνατο είναι από τα σημαντικότερα πράγματα που μπορούν να συμβούν, για να καταλάβει κανείς ποια είναι η ζωή καθαυτή. Αν δεν εξοικειωθείς με το γεγονός ότι ο θάνατος είναι κυρίαρχος και δεν τον αποδεχθείς, δεν θα μπορέσεις να χαρείς τη ζωή σου μετά.

Λοιπόν, εγώ πάτησα σε αυτό. Ήταν ένας μηχανισμός που δεν τον προσχεδίασα, αλλά όταν ήρθα αντιμέτωπος με το κείμενο, με το ότι αυτός καταρρέει επειδή χάνεται ο γιος του, μπήκα στην ψυχολογία του πατέρα μου. Όπως εγώ κατέρρευσα όταν πέθανε ο πατέρας μου, προσπάθησα να καταλάβω τι θα πάθαινε ο πατέρας μου αν έχανε το γιο του – που είναι και πολύ πιο σκληρό…

Αυτό μου φαίνεται πολύ επίπονο ως διαδικασία…

Ναι, αλλά είναι και λυτρωτικό. Γιατί εγώ από αυτή τη γνωριμία που έκανα με τον θάνατο, πόνεσα πολύ βαθιά, αλλά λυτρώθηκα παράλληλα: κατάλαβα πολύ περισσότερο το τι σημαίνει ύπαρξη. Αν είχε πρόσωπο ο θάνατος, θα του κουνούσα το χέρι.

Ωστόσο, ο Καπετανάκος έχει και μία άλλη ιδιομορφία ως χαρακτήρας. Ενώ ο ίδιος θέλει να έχει το πάνω χέρι σε όλα, για κάποιον λόγο κάνει ένα βήμα πίσω και αφήνει τη γυναίκα του να ενεργήσει στο θέμα της εκδίκησης.

Με τη Μαρίνα Ασλάνογλου, η οποία υποδύεται την Αλεξάνδρα, είπαμε ότι αυτοί οι δύο, όταν βρέθηκαν, πρέπει να ερωτεύτηκαν σφόδρα! Ο έρωτας που είχαν μεταξύ τους πρέπει να γέννησε μία ασυνείδητη εμπιστοσύνη. Μου αρέσει πάρα πολύ όταν δύο άνθρωποι ερωτεύονται επειδή υπάρχει κάτι βαθύτερο – οι επιπόλαιοι έρωτες συχνά κλονίζονται από την έλλειψη εμπιστοσύνης.

Όταν γυρνάει ο Ηλίας Καπετανάκος και λέει στη Ρίτα «εγώ αφήνω τη γυναίκα μου να δράσει γιατί την εμπιστεύομαι», για μένα αυτή η στάση του μόρτη, του Μανιάτη, είναι αυτή που κερδίζει σ’ αυτόν τον χαρακτήρα.

Αρχικά, είχα αντιστάσεις κι εγώ. Όταν το πρωτοδιάβασα, έλεγα «Τι είναι αυτά; Αν φας τον γιο του αρχηγού της νύχτας, δεν θα μείνει άνθρωπος!».

Ίσως μέσα του ο Καπετανάκος να αναγνωρίζει την ανωτερότητα της μάνας…

Εγώ πιστεύω ότι, στην οικογένεια του Καπετανάκου, τα αρχίδια τα είχε η μάνα – γι’ αυτό κι εκείνος εμπιστεύεται την Αλεξάνδρα! Η Αλεξάνδρα είναι η προβολή του alter ego της μάνας του, αυτό επέλεξα να σκεφτώ. Έπρεπε να βρω κάτι, το οποίο να μου δικαιολογεί γιατί κάνω πίσω στην κόντρα με τη γυναίκα μου, για να μην τα γκρεμίσω όλα!

Είναι γνωστό ότι είσαι λάτρης της μουσικής. 700 βινύλια έχεις, διάβασα… Αν σε ρωτούσα ποιο άλμπουμ θα μπορούσε να είναι το soundtrack της ζωής σου, τι θα μου έλεγες;

Είναι πάρα πολύ δύσκολο αυτό… Δεν είναι μόνο ένα! Αλλά έτσι, πηγαία κι αυθόρμητα, θα σου πω το “What’s going on” του Marvin Gaye. Είναι ένα άλμπουμ που θα μείνει διαχρονικότατο, έχει πολλή ψυχή, πολύ συναίσθημα… Έχει έναν ήχο που με συγκινεί, αλλά και μια κοινωνικοπολιτική διάσταση.

Η μουσική βρίσκει πάντα ένα δρόμο προς το υποσυνείδητο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο άνθρωπος δακρύζει τόσο με τη συγκεκριμένη τέχνη. Είμαι ηθοποιός παρόλα αυτά… (γέλια)

Η μουσική είναι η τέχνη που φέρνει κοντά τα έθνη και τους πολιτισμούς. Το “Could you be loved” του Bob Marley, ας πούμε, είναι ένα κομμάτι στο οποίο κανένας Ασιάτης, Δυτικός, Βόρειος ή Νότιος δεν μπορεί να αντισταθεί. Αντίθετα, βλέποντας π.χ. μία κορεάτικη ταινία, όσο κι αν σου αρέσει, θα αισθάνεσαι μια απόσταση. Θα σε συγκινήσει, αλλά θα υπάρχει κάτι «ξένο».

Δεν έχω αφιερώσει περισσότερο χρόνο στη ζωή μου ούτε σε διαβάσματα, ούτε σε αναλύσεις, όσο στη μουσική – και κάνω τη δουλειά του ηθοποιού 30 χρόνια, έτσι; Νομίζω ότι η μουσική είναι εκείνη που μπόρεσε να με συνδέσει με το Όλον. Όταν φυσάει και είμαι κάπου, αυτός ο ήχος και μόνο είναι αρκετός για να νιώσω ευγνώμων για το ότι υπάρχω, για το τώρα, για τη στιγμή.

Ωραία… Μπαίνω στο αμάξι σου και βάζεις μπρος. Τι μουσική θ’ ακούσω;

Ε, αυτό είναι ανάλογα με τις περιόδους…

Μιλάω για τώρα, Φεβρουάριο του ’26.

Κατ’ αρχάς, είμαι πολύ πιο ανοιχτός από ό,τι ήμουν παλιότερα. Παλιότερα η αυθόρμητη απάντηση θα ήταν ότι θα άκουγες τζαζ. Είμαι jazz-freak.

Τα τελευταία χρόνια, με ερεθίζει πολύ η παραδοσιακή ελληνική μουσική. Οπότε, μπορεί να άκουγες κλαρίνα, μπορεί να άκουγες Σωτηρία Μπέλλου ή κάποιο άλλο βαρύ ρεμπέτικο. Σε γενικές γραμμές, θα άκουγες την τζαζ όλων των εθνών.

Στο σίριαλ «Στοργή», ας πούμε, έπρεπε να τραγουδήσω το «Μην κλαις» της Σωτηρίας Μπέλλου. Αυτό ήταν το κομμάτι της μάνας μου. Έχω κλάψει για να μάθω να παίζω αυτό το κομμάτι, που δεν κλαίω εύκολα… Η μνήμη είναι σαρωτική όταν ακούς ένα κομμάτι με οικογενειακές αναφορές.

Έχεις πει κάτι ωραίο που θέλω να μου σχολιάσεις: «Αγαπώ την αληθινή υποκριτική τέχνη, και όχι το “κάμωμα”. Και, δυστυχώς, βλέπω να υπάρχει στον χώρο και με ενοχλεί»…

Προχθές έβλεπα στο Instagram ένα βιντεάκι του Ντε Νίρο. Λέει στον δημοσιογράφο: «Στη ζωή κάθεται ο άλλος απέναντί σου και, ενώ μπορεί να έχεις χάσει τώρα έναν δικό σου, δεν το δείχνεις στο πρόσωπό σου. Γενικώς προσπαθούμε να κρυφτούμε και δείχνουμε λίγα». Όταν φτάσουμε στον βαθμό να είμαστε απλά εκεί, παρόντες, είναι υπερ-αρκετό.

Το έχω δει και σε μένα, το βλέπω και σε άλλους: Πολλές φορές, κάνουμε μεγάλη προσπάθεια να αποδείξουμε κάτι, υπάρχει μια εσωτερική ανασφάλεια ότι δεν είμαστε αρκετοί.

Δεν μειώνεται, όμως, αυτό με τα χρόνια;

Ναι, βεβαίως… Γι’ αυτό και ο Άντονι Χόπκινς είπε ότι στα 55 του υποδύθηκε τον Hannibal, ενώ στα 80 του ήταν ο Hannibal!

Ο ηθοποιός με την πάροδο του χρόνου ωριμάζει, γίνεται πιο σοφός. Είναι μια δουλειά που θέλει χρόνο. Φυσικά υπάρχουν και κάποιοι που στα 20 τους διέπρεψαν. Παρόλα αυτά, το πνεύμα θέλει χρόνο. Για να κατακτήσουμε την οποιαδήποτε γνώση, θέλουμε χρόνο στη ζωή, πρέπει «να κάτσει» η ζωή πάνω μας για να μας μάθει πράγματα.

Πολλές φορές, στην τέχνη μας –και βάζω και τον εαυτό μου μέσα– προσπαθούμε πολύ. Στη δε κωμωδία, είμαστε καρικατούρες· υπερβάλλουμε και δεν βγαίνουν τα αστεία.

Αλέκος Συσσοβίτης

Το αστείο το κάνει το κείμενο ή ο ηθοποιός;

Το κάνει ο συνδυασμός. Αλλά όταν ο ηθοποιός προσπαθεί παραπάνω από το κείμενο, καμώνεται κάτι. Αυτό το κάμωμα δεν περνάει στο θεατή, γιατί ο θεατής δεν είναι βλάκας. Πολλές φορές, νομίζουμε ότι «εμείς ξέρουμε καλύτερα» από τον θεατή και υπερβάλλουμε, πιστεύοντας ότι αυτό που κάνουμε μπορεί να περάσει σαν αλήθεια. Δεν περνάει όμως!

Μια και με πήγες στην κωμωδία… Μετά από την τεράστια επιτυχία τού «Είσαι το ταίρι μου», ακολούθησαν στην τηλεόραση άλλες 2-3 πολύ επιτυχημένες κωμωδίες, βλέπε π.χ. το «Παρά πέντε». Γιατί δεν έχουμε πια πολλές τέτοιες κωμικές σειρές; Τι είχε το «Είσαι το ταίρι μου» που δεν υπάρχει σήμερα;

Η τέχνη καταγράφει τα των καιρών. H δεκαετία που έγινε το «Είσαι το ταίρι μου», το millennium, ήταν άλλη από αυτή που ζούμε τώρα. Η ανθρωπότητα τρέχει και τα πράγματα αλλάζουν ραγδαία λόγω της τεχνολογίας. Η δεκαετία του 2000 δεν έχει καμία σχέση με το 2026 που ζούμε τώρα. Εκείνη την περίοδο, σε ένα βαθμό ήμασταν ακόμα «ανυποψίαστοι», τα πράγματα ήταν πιο αθώα.

Στο «Είσαι το ταίρι μου» υπήρξε μία συγκυρία πραγμάτων: υπήρχε μία ωραία σύλληψη από τον σεναριογράφο, ένα πολύ καλό timing και μια ωραία ομάδα ηθοποιών. Υπήρχε ένας παραγωγός, ο οποίος έβαλε απλόχερα το χέρι στην τσέπη, ρίσκαρε να μπει και μέσα, και ευτυχώς δικαιώθηκε!

Δεν γίνεται αυτό εύκολα. Άλλαξε η κοινωνία, άλλαξε η οικονομία, περάσαμε δύσκολα και, μέσα από αυτή την αλλαγή, άλλαξε και ο τρόπος που γίνονται οι παραγωγές στην τηλεόραση. Το βασικότερο όλων, όμως: άλλαξε η ψυχολογία του Έλληνα.

Τώρα, όμως, «συνερχόμαστε» σιγά-σιγά… Δεν θα μπορούσε να γραφτεί μια ωραία κωμωδία, με βάση τα σημερινά δεδομένα;

Τα σημερινά δεδομένα δεν δίνουν πολύ ψωμί για τέτοιου είδους κωμωδίες… Είναι σαν να λέμε ότι μπορούμε τώρα να κάνουμε τις κωμωδίες του καλού ελληνικού σινεμά της δεκαετίας του ‘50 και του ’60 – δεν γίνεται.

Όταν βγήκε το «Είσαι το ταίρι μου» ή το «Στο παρά πέντε», ήταν άλλες οι εποχές. Έβγαινες στον δρόμο και υπήρχε μια άλλη ενέργεια, υπήρχε άλλο διακύβευμα, άλλος τρόπος επικοινωνίας. Σήμερα υπάρχει μια αμηχανία, ένα αδιέξοδο. Μια σειρά που βασίζεται στη χαρά και την ελπίδα θα φαινόταν λίγο ξώφαλτση.

Σε έχουν ρωτήσει πολλές φορές αν θα ήσουν υπέρ τού να γίνει ξανά το «Είσαι το ταίρι μου», αλλά αν κρίνω από αυτά που μου λες…

Δεν θα ήταν το ίδιο. Θα ήταν passé. Δεν είναι τυχαίο που οι Αμερικανοί αφήνουν τα πράγματα στο peak τους.

Νομίζω ότι ένα υλικό που έμεινε στην ιστορία, καλό είναι να παραμείνει εκεί. Επίσης, προσωπικά, δεν έχω την ανάγκη αναμασήματος του παρελθόντος, δεν έχω την ανάγκη της νοσταλγίας για να υπάρξω στο τώρα. Υπάρχει κόσμος που δεν μπορεί να αποδεχτεί το τώρα. Επηρεασμένος από το παρελθόν, φοβάται το μέλλον, φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό. Εγώ θέλω τα πράγματα να είναι φρέσκα, καινούργια. Υπάρχει πεδίο για να ειπωθούν πολλές νέες Ιστορίες.

Το «Μην κλαις» της Σωτηρίας Μπέλλου ήταν το κοµµάτι της µάνας µου. Η µνήµη είναι σαρωτική όταν ακούς ένα κοµµάτι µε οικογενειακές αναφορές.

Ε, αφού μιλάμε για το «τώρα», θα ρωτήσω και κάτι τελευταίο. Αυτή την περίοδο είσαι σε γυρίσματα. Τι καινούργιο ετοιμάζεις;

Εδώ και τέσσερις μήνες έχουμε ξεκινήσει, πάλι με τους «Αργοναύτες», γυρίσματα για το «Από ήλιο σε ήλιο». Η σειρά γίνεται για την ΕΡΤ, θα είναι 60 επεισόδια και είναι βασισμένη σε ένα διπλό μυθιστόρημα της Μαίρης Κόντζογλου, το οποίο καταπιάνεται με τα μεταλλεία της Σερίφου το 1900.

Εκείνη την περίοδο, για περίπου έναν αιώνα, τα μεταλλεία των Κυκλάδων ήταν υπό τη διοίκηση Ελλήνων, Ιταλών, Γερμανών, Γάλλων… Στη Σέριφο τα μεταλλεία τα διαχειριζόταν μία οικογένεια Grohmann, Γερμανο-αυστριακοί. Μάλιστα ο γιος ήταν και στα SS όταν έγινε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Μέσα στα μεταλλεία της Σερίφου πέθαναν γύρω στους 80 εργάτες, γιατί οι συνθήκες εργασίας ήταν πολύ κακές. Αυτά τα ονόμαζαν «ατυχήματα», αλλά ουσιαστικά ήταν οι συνθήκες άθλιες – δεν είχαν υποστηλώματα, τους χτυπούσαν, τους είχαν στην πείνα…

Λόγω των θανάτων, λοιπόν, οι εργάτες κατάφεραν να συνδικαλιστούν, να στασιάσουν και να κάνουν μία απεργία. Η απεργία απέδωσε μεν, αλλά είχε τέσσερις νεκρούς – υπάρχουν μνημεία στη Σέριφο. Λόγω αυτού του γεγονότος, υιοθετήθηκε το οκτάωρο εργασίας μέσα στα μεταλλεία και το δεκάωρο εκτός μεταλλείων.

Η σειρά θα κάνει πρεμιέρα στις 2 Μαρτίου.

Και ποιος είναι ο δικός σου ρόλος;

Εγώ κάνω τον Έλληνα επιστάτη και μεταφραστή των Γερμανών, που είναι το δεξί τους χέρι και δυναστεύει τους ντόπιους. Στην αρχή είχα μεγάλη αντίσταση: μερικές φορές, νομίζω ότι στην κοινωνία γινόμαστε αποδεκτοί μόνο υποστηρίζοντας καλούς χαρακτήρες. Αλλά επειδή ο άνθρωπος δεν είναι μόνο καλός, θέλει μία γενναιότητα ψυχής για να κάνεις συχνά τέτοιους χαρακτήρες.

Ο ρόλος μου, ο Δρακούλης Ανδρεάκος, είναι επίσης «ιδιαίτερος» χαρακτήρας, όπως ο Καπετανάκος στο “Porto Leone” – είναι ο τρίτος Μανιάτης που υποδύομαι! Και στο «Έρωτας φυγάς», πάλι Μανιάτη έκανα!

Τι είναι καλό να πούμε που δεν το ρώτησα;

Ας πω αυτό για το τέλος: τον καλό ηθοποιό τον επικροτούμε και τον αγαπάμε γιατί καταθέτει την ψυχούλα του. Νομίζω ότι αυτό δεν γίνεται, αν δεν έρχεται ο ίδιος σε επαφή με δικά του βιώματα. Μας συγκινεί ο ηθοποιός που, με αφορμή τους ρόλους, τολμάει να ξεγυμνώσει ένα κομμάτι του χαρακτήρα του και να κάνει ένα είδος εξομολόγησης. Όχι ότι θα αποκτήσει ψυχική υγεία σώνει και καλά μέσα από αυτό, αλλά η δική του αλήθεια, με έναν τρόπο, θα έρθει σε επαφή με ένα δικό μας μεγάλο ερωτηματικό – ποιοι είμαστε, πού πηγαίνουμε, τι κάνουμε. Μπορούμε να λύσουμε τα ψυχολογικά μας; Είμαστε ικανοί να αποδεχθούμε την ύπαρξή μας; Αυτά είναι τα βαθιά ερωτήματα για εμένα. Ε, αυτό θα ήταν και το ρεζουμέ της κουβέντας μας!

O Αλέκος Συσσοβίτης στο Instagram

Plan Be Mag
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.