Αντρέα Finch | Trend -planbemag.gr
Plan Be Mag
Trend

Αντρέα Finch, γιατί αγαπάμε τόσο το vintage;

Μια κουβέντα με τον Ελληνοκαναδό εικαστικό Ανδρέα Finch για την τρέλα μας με οτιδήποτε μυρίζει παρελθόν. «Ρετρό» ή «vintage», όπως και να το πεις, είναι ο σταρ της εποχής. Έχει κατακλύσει τα κοινωνικά δίκτυα και τις καρδιές μας, έχει μπει στις ντουλάπες, στη διακόσμηση και γενικότερα στην αισθητική μας. Η ψυχολογία εξηγεί γιατί έχουμε κολλήσει τόσο: Το παλιό δημιουργεί μια αίσθηση νοσταλγίας που την έχουμε ανάγκη, είναι διαχρονικό και μας δίνει μια ευκαιρία να ξεχωρίσουμε, να είμαστε μοναδικοί.

Λίλα ΣταμπούλογλουΛίλα Σταμπούλογλου

Μια κουβέντα με τον Ελληνοκαναδό εικαστικό Ανδρέα Finch για την τρέλα μας με οτιδήποτε μυρίζει παρελθόν.«Ρετρό» ή «vintage», όπως και να το πεις, είναι ο σταρ της εποχής. Έχει κατακλύσει τα κοινωνικά δίκτυα και τις καρδιές μας, έχει μπει στις ντουλάπες, στη διακόσμηση και γενικότερα στην αισθητική μας. Η ψυχολογία εξηγεί γιατί έχουμε κολλήσει τόσο: Το παλιό δημιουργεί μια αίσθηση νοσταλγίας που την έχουμε ανάγκη, είναι διαχρονικό και μας δίνει μια ευκαιρία να ξεχωρίσουμε, να είμαστε μοναδικοί.

Για τον εικαστικό καλλιτέχνη Ανδρέα Finch, το κίνητρο για να μπει το ρετρό στη ζωή και στην τέχνη του ήταν το μεγάλωμα μέσα στο μοντερνιστικό μπετόν αρμέ τοπίο της Αθήνας, όπου το παλιό είναι δεδομένο, σαν ένας καθημερινός διάλογος ανάμεσα στο αναχρονιστικό και το σύγχρονο: «Στην Αθήνα συναντάς μια εξωτική ισορροπία αυτών των ετερόκλητων στοιχείων. Αντιλαμβανόμαστε πώς λειτουργεί ένα τηλεφωνικό καντράν, ξέρουμε πώς θα πρέπει να κλείσουμε τις πόρτες σ’ ένα παλιό ασανσέρ, δεν μας ξενίζει ένα μωσαϊκό. Το παλιό ή, αλλιώς, το vintage τού σήμερα υπήρχε ανέκαθεν στη ζωή μου, είναι ο τρόπος που αντιλαμβάνομαι και επικοινωνώ την αισθητική μου», αναφέρει.

Ο Ανδρέας Finch άρχισε να ασχολείται με το εμπόριο αντικών από μικρή ηλικία και μετά ακολούθησε το βιομηχανικό σχέδιο. Το καλλιτεχνικό σήμα – κατατεθέν του είναι οι τρισδιάστατες μικρογραφίες ελληνικών περιπτέρων και άλλων σημείων της πόλης που αποτελούν μέρος της αστικής εικόνας της, παλιάς και νέας. Αν τον ρωτήσεις ποιος είναι ο κοινός παρανομαστής του έργου του, θα σου απαντήσει ότι είναι η ίδια η Αθήνα: «Στην πρώτη ατομική μου έκθεση, την Finchperience,  επιχείρησα να εξαντλήσω τη θεματολογία των περιπτέρων, να αποδείξω πως μπορώ να διευρύνω τους ορίζοντες μου διατηρώντας το ίδιο ύφος. Η Finchtopia ήταν ο πρώτος σταθμός μιας νέας διαδρομής που χάραξα στο μυαλό μου, η οποία εξελίσσεται ολοένα και πιο παιχνιδιάρικη».

Τα πολλά πρόσωπα του ρετρό

Το ρετρό έχει πολλά πρόσωπα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι έχει ένα φωτεινό κι ένα πιο σκοτεινό, ένα κλασικό κι ένα καλτ, ένα που θαυμάζουμε κι ένα για το οποίο αδιαφορούμε ή ντρεπόμαστε να το αποδεχτούμε ως μέρος της κληρονομιάς μας: «Προσωπικά κλίνω προς το πιο σκοτεινό ρετρό, ξεκινώντας από απλά στοιχεία της μουντής λαϊκής καθημερινότητας, όπως τα περίπτερα, τα τρόλεϊ και τους κουλουρτζήδες, ενώ  συνεχίζω το ταξίδι μου -με πρωταγωνιστή  την Ομόνοια- στη νυχτερινή της αμφίεση. Όταν οι πολυσύχναστοι δρόμοι της μεταμορφώνονται σε οδούς της ντροπής, και ανθίζουν τα διαβολόφωτα των πονηρών σινεμά και των οίκων ανοχής. Η μεταμόρφωση των αστικών τοπίων ανά τις ώρες με συναρπάζει ως ιδέα».

Για τον Ανδρέα Finch, τα σκοτεινά ρετρό καλτ στοιχεία μιας πόλης είναι τα μυστηριώδη ναυάγια στην άβυσσο της αστικής αρχαιολογίας: «Από τη στιγμή που αναδυθούν, παύουν να είναι σκοτεινά και αποκτούν hype, και η καλτιακή αξία τους αποκτά ημερομηνία λήξης, ώσπου να θαφτούν στο νεκροταφείο του mainstream. Και, εν τέλει, ίσως αυτός να είναι ο υγιής κύκλος της ζωής τους», σημειώνει.

Τον ίδιο τον ελκύουν  τα ανυποψίαστα, όπως τα ονομάζει, σημεία. Στενά παράλληλα της Αχαρνών ή κοντά στην Πλατεία Αττικής, όπου κάποια παλιά μοντερνιστικά κτήρια διατηρούν τη χρηστικότητα τους κάπως ανεπιτήδευτα. Δεν είναι ιδιαίτερα περιποιημένα, φέρουν άκομψα μπαλώματα στα περίτεχνα μπετόν αρτιφισιέλ των προσόψεών τους, και τα μαντεμένια κάγκελα των μπαλκονιών τους κρέμονται στον αέρα: «Αυτή ακριβώς η παραίτηση είναι που τα καθιστά απόλυτα γοητευτικά στα μάτια μου, καθώς τους προσδίδει πατίνα, και μια ηρωικότητα ίσως, καθώς διατηρούν τη ζωντάνια τους σε πείσμα των συνθηκών».

Οι αντίκες μπήκαν στη ζωή του ένα κυριακάτικο πρωινό που τον πήγε ο πατέρας του βόλτα χαμηλά στην Ερμού: «Ήταν τόσο απόκοσμο το χάος που επικρατούσε με τους πλανόδιους παλαιοπώλες, αμέτρητες πληροφορίες μαζεμένες σε κάθε τσούλι, ερείπια εποχών που προσπαθούσα να κατανοήσω, ασυνήθιστες φυσιογνωμίες ανθρώπων που μιλούσαν σε μια αγοραία αργκό, όλα αυτά με εξίταραν και καθόρισαν τον κόσμο μου. Έκτοτε παρακαλούσα κάθε Κυριακή να με πάνε βόλτα στο Μοναστηράκι. Και, ως παιδί, επόμενο ήταν να με τραβήξουν τα παλιά παιχνίδια. Ήθελα να γίνω μέρος αυτού του χάους, και το κατάφερα ως έμπορος και συλλέκτης».

Το πιο περίεργο παλιό αντικείμενο που έχει βρει είναι ένα φαρδύ μεταλλικό βραχιόλι, ευτελούς κατασκευής, με φαρδύ μπρασελέ: «Η φόρμα του θύμιζε λίγο κάποια κλασικά βραχιόλια του Cartier. Στο κεντρικό του κούμπωμα διακρινόταν περίτεχνα σκαλισμένο το προφίλ ενός βρετανικού άρματος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Από κάτω υπήρχε μια μικρή εσοχή, μέσω της οποίας άνοιγε το καπάκι. Μέσα ήταν χαραγμένο το όνομα” Anna” και μια μικρή τούφα κόκκινων μαλλιών δεμένα με κλωστή. Το στομάχι μου σφίχτηκε. Η κατασκευή και η τεχνοτροπία του πρόδιδαν ανατολίτικη ή βορειοαφρικάνικη κατασκευή. Είναι πιθανό να το φορούσε κάποιος Βρετανός που υπηρέτησε στα τεθωρακισμένα της Βορείου Αφρικής κατά τη Β΄Π.Π.. Δεν θα μάθουμε ποτέ».

«Σταθμοί και Δρομολόγια του Ελληνικού Παιχνιδιού»

Μεταξύ αντικών και εικαστικής δημιουργίας, ο Ανδρέας Finch ετοιμάζεται να εκδώσει και το βιβλίο «Σταθμοί και Δρομολόγια του Ελληνικού Παιχνιδιού», στο οποίο παρουσιάζει την εκτενή του έρευνα στη βιομηχανία παιχνιδιών της Ελλάδας μεταξύ του 1940 μέχρι το 1990. Καταγράφονται περίπου 1300 ταυτοποιημένα παιχνίδια ανά κατασκευαστή και χρονολογία, συνοδευόμενα από τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι το αποτέλεσμα επίμονης προσπάθειας περίπου 14 ετών, από υλικό που συγκεντρώθηκε μέσα από την ιδιότητά του ως έμπορου και συλλέκτη, και την πολύτιμη συμβολή ανθρώπων του χώρου.

Συζητώντας μαζί του για τη μόδα του vintage, αναρωτιέμαι αν το αγαπάμε πραγματικά ή αν απλώς είμαστε έρμαια των τάσεων που το έχουν βάλει στη ζωή μας σαν must. Για εκείνον, είναι ξεκάθαρο ότι η προβολή ρετρό στοιχείων σε οτιδήποτε αποτελεί μια παρωχημένη και εύκολη λύση να αποσπαστεί η προσοχή με ευχάριστο τρόπο. Όπως σημειώνει, πρόκειται για δοκιμασμένες συνταγές:

«Αναντίρρητα  το παλιό έχει επιβληθεί ως εκπρόσωπος της ποιότητας και της αισθητικής υπεροχής, ενώ συχνά προβάλλεται ως αντίλογος προς τη βαριά βιομηχανοποιημένη και άκρως καταναλωτική κοινωνία τού σήμερα. Ωστόσο, τα περισσότερα vintage αντικείμενα απλά αποτελούν προϊόντα παλαιοτέρων γενεών της ίδιας βιομηχανοποιημένης κοινωνίας, τα οποία έθεσαν τεχνικές βάσεις για πολλά αγαθά που απολαμβάνουμε σήμερα. Και είναι απλά απόρροια έρευνας και μελέτης, που παράχθηκαν με σκοπό το εμπορικό κέρδος. Η παλαιότητα, από μόνη της, τους προσδίδει προσωπικότητα και αποτελεί γόνιμο έδαφος ανάπτυξης ιστοριών με τις οποίες οι άνθρωποι μπορούν να ταυτιστούν».

Αυτή είναι για τον Ανδρέα Finch η λεπτομέρεια που ξεχωρίζει τον γνήσιο συλλέκτη από τον απλό θαυμαστή του ρετρό: «Ο μυημένος δεν διακατέχεται από την ανάγκη να δικαιολογήσει στον εαυτό του τον λόγο που αγαπάει το παλαιό. Δε γυρεύει σημεία αναφοράς βασισμένα σε βιώματα και νοσταλγίες, και αποδέχεται τη φύση τού εκάστοτε παλαιού αντικειμένου με έναν ιδιαίτερο τρόπο, ο οποίος είναι κυνικός, μα συνάμα σεβαστικός. Το μοναδικό must γι’ αυτόν είναι η υπακοή σ’ αυτή την υπέροχη τρέλα!»

Αν έκλεινες σε μια χρονοκάψουλα τρία παλιά αντικείμενα, ποια θα ήταν αυτά;

«Θα ήταν ένα περίπτερο, ένας τηλεφωνικός θάλαμος και ένα πονηρό σινεμά. Θα έγραφα για τον αρχαιολόγο του μέλλοντος: βρείτε τη σειρά και φτιάξτε μια ιστορία».