Βρέθηκα για καφέ με μια φίλη από τα φοιτητικά μου χρόνια και η ερώτησή μου, αν έχει κρατήσει επαφή με τα υπόλοιπα άτομα από εκείνη την παρέα των νεανικών και ξέγνοιαστων ετών, απαντήθηκε με τον πιο περίεργο τρόπο: «Παρακολουθώ τις αναρτήσεις τους στο Facebook», απάντησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια.
Στη συνέχεια, με ενημέρωσε με ακρίβεια για τη ζωή των παλιών μας φίλων, γνωρίζοντας – «ανατριχιαστικές» θα τολμούσα να πω– λεπτομέρειες από τις αναρτήσεις τους και μόνο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Έμαθα, λοιπόν, ποιος παντρεύτηκε, ποιος χώρισε, ποιος έκανε παιδιά, ποιος πήγαινε πολλά ταξίδια, ποια από τα ζευγαράκια της φοιτητικής μας παρέας κατέληξε μαζί και ποια άλλα φαίνεται πως διατηρούν παράνομο δεσμό, αφού η σπίθα που υπήρχε ανάμεσά τους εκδηλώνεται με αμοιβαία εικονίδια από καρδούλες στις αναρτήσεις φωτογραφιών τους στο Instagram…
Φεύγοντας από τη συγκεκριμένη συνάντηση, γεμάτη από τόσες πληροφορίες για τη ζωή των φίλων μιας άλλης εποχής, ομολογώ ότι ένιωσα κάπως παράξενα. Ένιωθα ως εισβολέας σε κάποιον χώρο που δεν είχα προσκληθεί, εισερχόμενη κρυφά από το παράθυρο. Η αίσθηση αυτή με ακολουθούσε από τη στιγμή που, με την παλιά μου φίλη, καταλήξαμε να κοιτάζουμε τις πιο πρόσφατες φωτογραφίες των γνωστών μας στο Facebook, για να δούμε εάν και πόσο έχουν αλλάξει από τα χρόνια που, πλέον, βαραίνουν την πλάτη όλων μας. Και ενώ ήξερα ότι, ουσιαστικά, δεν είχα κάνει κάτι μεμπτό (οι φωτογραφίες ήταν εκεί, σε κοινή θέα, στους λογαριασμούς τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης), στο μυαλό μου είχε τρυπώσει μια σκηνή από μια παλιά ταινία:
Ένιωθα ξαφνικά σαν τον Κέβιν Μπέικον στο «Αόρατο Άγγιγμα», μια ταινία θρίλερ του 2000, ο οποίος, αφού είχε γίνει αόρατος μετέχοντας σ’ ένα πείραμα ως επικεφαλής μιας ομάδας επιστημόνων, παρακολουθούσε τις ζωές των γύρω του. Δεν δίστασε, μάλιστα, να εισβάλει στο σπίτι της συμπρωταγωνίστριάς του, Ελίζαμπεθ Σου, που αποτελούσε και το αντικείμενο του πόθου του, και να κατασκοπεύει τις ιδιωτικές της στιγμές. Στη συγκεκριμένη σκηνή, ο Μπέικον είναι το κλασικό παράδειγμα του stalker, δηλαδή του διώκτη που χρησιμοποιεί την τακτική της «παρακολούθησης με κακόβουλη πρόθεση», απέναντι σε ένα πρόσωπο με το οποίο έχει αποκτήσει εμμονή.
Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε κάτι αντίστοιχο σε ταινίες, ή μαθαίνουμε για περιστατικά που αφορούν στη ζωή διασημοτήτων, οι οποίοι συχνά καταδιώκονται από εμμονικούς θαυμαστές τους. Αυτό ακριβώς πραγματεύεται και το ψυχολογικό θρίλερ του 2019 «The Fanatic», με τον Τζον Τραβόλτα, ο οποίος αποκτά εμμονή με τον αγαπημένο του ηθοποιό, με αποτέλεσμα να παρακολουθεί κάθε στιγμή της καθημερινότητάς του.
Ενδεχομένως όλα αυτά να σας φαίνονται «μακρινά». Πώς θα νιώθατε, όμως, αν σας έλεγα ότι όλοι μας, λίγο ή πολύ, έχουμε κινηθεί ως stalker, συχνά χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε;
Ο stalker δεν είναι απαραίτητα εκείνος ο τύπος που είναι κρυμμένος σε μια σοφίτα και παρακολουθεί με κιάλια τους γείτονες. Πολύ συχνό σήμερα είναι το διαδικτυακό stalking – ο τρόπος με τον οποίο, άθελα ή ηθελημένα, παρακολουθούμε τη ζωή και την καθημερινότητα ενός τρίτου ατόμου, είτε πρόκειται για φίλο ή γνωστό με τον οποίο έχουμε χάσει επαφή, είτε για κάποιον/κάποια που μας ενδιαφέρει.
Διαδικτυακή παρακολούθηση και μέσα κοινωνικής δικτύωσης
Η ανάπτυξη της τεχνολογίας και η επανάσταση του διαδικτύου, σε συνδυασμό με την «εισβολή» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς μας, επαγγελματική, κοινωνική και ψυχαγωγική, έχουν επεκτείνει το φαινόμενο του stalking και στον ψηφιακό κόσμο. Το «stalking» στα ελληνικά αποδίδεται ως «καταδίωξη»: Με τον αγγλικό όρο «stalking» εννοούμε την ανεπιθύμητη ή/και επαναλαμβανόμενη παρακολούθηση ενός ατόμου με παρενοχλητικό και κακόβουλο τρόπο. Ουσιαστικά, περιγράφουμε ένα σύνολο πράξεων, οι οποίες δημιουργούν παρενόχληση ή εκφοβισμό.
Το 1995, μια ερευνητική εργασία με τίτλο «Stalking Strangers and Lovers» ήταν μεταξύ των πρώτων που χρησιμοποίησε τον όρο «stalking» για να περιγράψει το φαινόμενο της εμμονικής παρακολούθησης. Έχοντας χρησιμοποιηθεί τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα αναφερόμενος στον «λαθροκυνηγό», σύμφωνα με το Oxford English Dictionary, ο όρος «stalker» χρησιμοποιήθηκε από τα μέσα ενημέρωσης τον 20ό αιώνα για να περιγράψει ανθρώπους που ενοχλούν και παρενοχλούν άλλους, έχοντας μια εμμονική συμπεριφορά απέναντι τους.
«Προσοχή: Η ισχυρή αποκλειστική προσκόλληση σε έναν άλλον άνθρωπο δεν είναι, όπως πολλές φορές πιστεύει ο κόσµος, απόδειξη πραγµατικής αγάπης»
– Ίρβιν Γιάλομ, Αμερικανός ψυχοθεραπευτής και συγγραφέας
Στις μέρες μας, αυτή η εμμονική συμπεριφορά μπορεί να λάβει τη μορφή μιας «διαδικτυακής χιονοστοιβάδας», καθώς ο «διώκτης» δεν χρειάζεται πλέον να παρακολουθεί τις καθημερινές δραστηριότητες κάποιου δια ζώσης. Του αρκεί ο προσωπικός του λογαριασμός σε κάποιο από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή και σε όλα (αν υπάρχει έντονη διαδικτυακή δραστηριότητα), για να διαπιστώσει τι κάνει, πού πάει, με ποιον πίνει καφέ (και, κυρίως, πού πίνει καφέ) και ποιες είναι οι αγαπημένες του συνήθειες – από το φαγητό, μέχρι τη μουσική.
Η έννοια του «online stalking» ή «cyberstalking», δηλαδή της διαδικτυακής εμμονικής παρακολούθησης ενός προσώπου, πρώην εραστή ή φίλου, ή ακόμη και ενός ατόμου που δεν ανταποκρίθηκε στην έκφραση ενός ερωτικού ενδιαφέροντος, αποκτά πλέον άλλη διάσταση, καθώς σήμερα όλες οι πληροφορίες υπάρχουν διαδικτυακά. Και η αλήθεια είναι ότι, στις μέρες μας, δεν διστάζουμε να ανεβάζουμε φωτογραφίες, βίντεο και στοιχεία που μας αφορούν, με αναρτήσεις (συχνά σε καθημερινή βάση) σε Facebook, Twitter, Instagram και TikTok. Η γκάμα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι μεγάλη, γεγονός που μπορεί να αυξήσει και τους εν δυνάμει stalkers.
Το «scroll down», δηλαδή το να προχωρήσουμε παρακάτω με το δάκτυλό μας στην οθόνη του κινητού, βλέποντας και παλαιότερες αναρτήσεις στο προφίλ του ατόμου που κινεί το ενδιαφέρον μας, συχνά γίνεται αυτόματα, χωρίς συνειδητή αίσθηση της… κατασκοπείας. Το γεγονός ότι όλα βρίσκονται στο διαδίκτυο δημόσια, και ο ίδιος έχει εκθέσει από μόνος του κάθε λεπτομέρεια της προσωπικής του ζωής, αποτελεί το άλλοθι ότι δεν κάνουμε κάτι «κακό» ή επικίνδυνο.
Αυτό, σε συνδυασμό με την τάση του «FoMO» (Fear of Missing Out), που αποδίδεται στα ελληνικά ως «ο φόβος μη χάσεις κάτι από όσα συμβαίνουν στο διαδίκτυο», οδηγεί σε συνειδητά ή ασυνείδητα φαινόμενα stalking.
Συχνά, δε, αυτά τα φαινόμενα κακοποιητικής συμπεριφοράς παρουσιάζονται ή δικαιολογούνται ως ρομαντικό/ερωτικό ενδιαφέρον. Μάλιστα, πολλοί χρήστες του διαδικτύου έχουν αντιδράσει το τελευταίο διάστημα στα φαινόμενα stalking που παρουσιάζει η αμερικανική σειρά «YOU», ο τέταρτος κύκλος της οποίας προβάλλεται στο Netflix. Η σειρά ακολουθεί τον Τζο Γκολντμπεργκ (Πεν Μπάτζλεϊ), έναν επικίνδυνα γοητευτικό και εμμονικό άνδρα, υπεύθυνο βιβλιοπωλείου στη Νέα Υόρκη, ο οποίος φτάνει στα άκρα, για να μπει στις ζωές των ανθρώπων που του κινούν το ενδιαφέρον. Χαρακτηριστικά, στην πρώτη σεζόν ο Τζο ερωτεύεται παράφορα την Μπεκ (Ελίζαμπεθ Λάιλ) και αρχίζει να παρακολουθεί κάθε βήμα της, μπαίνοντας στα δικά της μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να αντλεί πληροφορίες – ένας πραγματικός stalker της νέας εποχής, σε μία άκρως τοξική και ψυχοπαθολογική σχέση.
Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα μείνουμε λίγο παραπάνω στο προφίλ ενός φίλου, παρακολουθώντας με επιμονή κάθε λεπτομέρεια της ζωής του, ας σκεφτούμε ότι αυτή η τακτική δεν έχει να μας προσφέρει τίποτα. Σημασία, εξάλλου, δεν έχει πώς περνούν οι άλλοι στην καθημερινότητά τους, αλλά πώς τη βιώνουμε εμείς κοντά στους ανθρώπους που είναι παρόντες στη ζωή μας με τη φυσική τους παρουσία. Γιατί η πραγματική ζωή είναι φως, και όχι στιγμές που παρακολουθούμε κρυμμένοι, «σκοτεινοί», πίσω από τη διαδικτυακή κουρτίνα της οθόνης του κινητού μας



Γιώτα Χουλιάρα